Πώς να κατασκευάσουμε το φως μέσα μας
Ο Θεός είπε στο βιβλίο της Γένεσης:
Γεννηθήτω Φως και εγένετο Φως!
Αυτό δεν είναι κάτι που αντιστοιχεί σε ένα πολύ μακρινό παρελθόν, όχι. Αυτή η τρομερή αρχή που δονούνταν την πρώτη στιγμή δεν αλλάζει χρονικά ποτέ, είναι τόσο αιώνια όσο όλη η αιωνιότητα. Πρέπει να την πάρουμε σαν μια ωμή πραγματικότητα από στιγμή σε στιγμή, από λεπτό σε λεπτό...
Ας θυμηθούμε τον Γκαίτε, τον μεγάλο Γερμανό μυημένο. Οι τελευταίες του λέξεις, λίγο πριν πεθάνει, ήταν: «Φως, περισσότερο Φως» και πέθανε. Παρεμπιπτόντως, ο Γκαίτε έχει μετενσαρκωθεί τώρα στην Ολλανδία, έχει φυσικό σώμα, αλλά αυτή τη φορά δεν έχει ανδρικό φυσικό σώμα, τώρα έχει γυναικείο φυσικό σώμα και είναι παντρεμένος με έναν Ολλανδό πρίγκιπα. Τώρα πια είναι μια Ολλανδέζα κυρία υψηλής καταγωγής... Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον, σωστά.
Ωραία, συνεχίζοντας με αυτό που σας έλεγα προηγουμένως, είχαμε αρχίσει να μελετάμε ότι αυτό το φως είναι σημαντικότατο, ότι όσο ζει κανείς στα σκοτάδια, ποθεί το φως γιατί είναι τυφλός. Ο άνθρωπος που είναι βαλμένος μέσα σε έναν υπόνομο, μέσα στα σκοτάδια, σε ένα υπόγειο, αυτό που ποθεί περισσότερο είναι το φως.

Λοιπόν, η Ουσία είναι το πιο άξιο, το πιο ευπρεπές που έχουμε στο εσωτερικό μας. Αυτή προέρχεται αρχικά από τη Γαλακτική Οδό, εκεί αντηχεί η μουσική νότα Λα, περνάει έπειτα στον Ήλιο, με τη νότα Σολ, και έρχεται μετά σε αυτόν τον φυσικό κόσμο με τη νότα Μι.
Είναι όμορφη η Ουσία, είναι, θα λέγαμε, ένα κλάσμα της Χριστικής, Ανθρώπινης Αρχής του καθενός, είναι η Ανθρώπινη Ψυχή, λοιπόν, που κανονικά ζει στον Αιτιατό Κόσμο. Γι’ αυτό, δίκαια, λέγεται για την Ουσία ότι είναι Χριστική ή ότι η Συνείδηση είναι Χριστική, και λένε ότι η Συνείδησή μας θα πρέπει να μας σώσει εν Χριστώ, κ.λπ., κ.λπ., κ.λπ.
Όλα αυτά είναι σίγουρα, όλα αυτά είναι αλήθεια, αλλά το σοβαρό της Συνείδησής μας, της Ουσίας μας, είναι ότι ενώ είναι τόσο πολύτιμη, ενώ κατέχει τόσο θαυμάσια χαρίσματα, τόσο πολύτιμες φυσικές εξουσίες, βρίσκεται, εντούτοις, βαλμένη μέσα σε όλα αυτά τα υποκειμενικά, ανεπιθύμητα στοιχεία, που δυστυχώς κουβαλάμε στο εσωτερικό μας. Δηλαδή, βρίσκεται βαλμένη, μιλώντας σε σύνθεση, μέσα σε μια φυλακή. Αυτή θέλει το φως, αλλά πώς; Ποθώντας το! Δεν υπάρχει κανείς που να μην ποθεί το φως, εκτός και αν είναι υπερβολικά χαμένος, γιατί όταν έχει κανείς κάποια φιλοδοξία, ποθεί το φως.
Έτσι λοιπόν, πρέπει κανείς να το κατασκευάσει. Αυτό το να κατασκευάσουμε το φως είναι πολύ σοβαρό, γιατί περικλείει την καταστροφή των δοχείων ή κελιών, ή, μιλώντας σε σύνθεση, το μαύρο καταγώγιο όπου είναι χωμένη, για να την εξαγοράσουμε, να την ελευθερώσουμε, να τη βγάλουμε από εκεί, με σκοπό να γίνουμε αυτό που πρέπει να γίνουμε: ένας φωτισμένος άνθρωπος, ένας αληθινός διορατικός, ένα αληθινό φωτεινό ον και να απολαύσουμε εκείνη την πληρότητα που μας αντιστοιχεί εκ φύσεως και στην οποία έχουμε πραγματικά δικαίωμα.
Όμως αυτό που συμβαίνει είναι ότι χρειάζεται ένας ηρωισμός ή μια σειρά από τρομερές ηρωικές πράξεις για να μπορέσουμε να απελευθερώσουμε την Ψυχή μας, για να μπορέσουμε να τη βγάλουμε από τη φυλακή στην οποία βρίσκεται χωμένη, για να μπορέσουμε να την κλέψουμε από τα σκοτάδια.
Αυτό που λέω, θα ήταν ενδιαφέρον να καταφέρνατε να το κατανοήσετε στ’ αλήθεια, συνειδητά, γιατί θα μπορούσε μέχρι και να συμβεί η περίπτωση ότι ενώ το ακούτε, να μην το ακούτε, ή να μη ζούσατε, θα λέγαμε, την έννοια των λόγων τους οποίους λέω. Πρέπει να ξέρετε να αξιολογείτε αυτά τα πράγματα για να κατανοήσετε, τότε, αυτό που βεβαιώνω.
Να εξαγοράσουμε την Ψυχή, να τη βγάλουμε μέσα από τα σκοτάδια, είναι όμορφο, αλλά δεν είναι εύκολο. Το κανονικό είναι να παραμείνει φυλακισμένη. Και δεν μπορεί κάποιος να απολαύσει μια αυθεντική φώτιση, ενόσω η Ουσία, η Συνείδηση, η Ψυχή, βρίσκεται εκεί μποτιλιαρισμένη, βρίσκεται εκεί φυλακισμένη. Αυτό είναι το σοβαρό.
Τότε χρειάζεται, αναγκαστικά, να καταστρέψουμε, να διαλύσουμε ηρωικά, με έναν ηρωισμό μεγαλύτερο από εκείνον του Ναπολέοντα στις μεγάλες μάχες του ή από αυτόν του Morelos στο Μεξικό, στην πάλη του για την ελευθερία, κ.λπ., έναν ασύγκριτο ηρωισμό, για να μπορέσει να ελευθερώσει τη φτωχή Ψυχή, να τη βγάλει μέσα απ’ τα σκοτάδια.
Πριν απ’ όλα χρειάζεται, όπως έλεγα εδώ στους αδελφούς στην προηγούμενη διάλεξη: «Να γνωρίζει κανείς τις τεχνικές, τις διαδικασίες που οδηγούν στην καταστροφή αυτών των στοιχείων μέσα στα οποία βρίσκεται εμφιαλωμένη, φυλακισμένη η Ψυχή, για να έρθει η φώτιση».
Η αυτοπαρατήρηση
Πριν απ’ όλα πρέπει να αρχίσουμε κατανοώντας την ανάγκη του να ξέρουμε να παρατηρούμε. Εμείς, για παράδειγμα, είμαστε εδώ καθισμένοι, όλοι μας, σε αυτές τις καρέκλες. Ξέρουμε ότι είμαστε καθισμένοι, όμως δεν έχουμε παρατηρήσει αυτές τις καρέκλες. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε τη γνώση του ότι είμαστε καθισμένοι στην καρέκλα, αλλά το να τις παρατηρήσουμε είναι πια κάτι διαφορετικό. Στην πρώτη περίπτωση υπάρχει, θα λέγαμε, η γνώση, αλλά όχι η παρατήρηση. Η παρατήρηση απαιτεί μια ειδική παρατήρηση: να παρατηρήσουμε από τι είναι φτιαγμένες και έπειτα να μπούμε σε διαλογισμό, να ανακαλύψουμε τα άτομά τους, τα μόριά τους. Αυτό απαιτεί μια κατευθυνόμενη προσοχή.
Το να ξέρει κανείς ότι είναι καθισμένος σε μια καρέκλα είναι μια μη κατευθυνόμενη προσοχή, μια παθητική προσοχή, αλλά το να παρατηρεί την καρέκλα θα ήταν πια μια κατευθυνόμενη προσοχή.
Έτσι επίσης, μπορούμε να σκεφτούμε πολύ σχετικά με τον εαυτό μας, αλλά αυτό δεν θέλει να πει ότι παρατηρούμε τις ίδιες μας τις σκέψεις. Το να τις παρατηρούμε είναι διαφορετικό, είναι αλλιώτικο.
Ζούμε σε έναν κόσμο κατώτερων συγκινήσεων. Οποιοδήποτε πράγμα μας δημιουργεί συγκινήσεις κατώτερου τύπου και ξέρουμε ότι τις έχουμε, αλλά ένα πράγμα είναι να ξέρει κανείς ότι βρίσκεται σε μια αρνητική κατάσταση και άλλο πράγμα είναι να παρατηρεί την αρνητική κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Αυτό είναι κάτι τελείως διαφορετικό.
Ας δούμε ένα παράδειγμα. Σε κάποια περίσταση, ένας κύριος είπε σε έναν ψυχολόγο: «Λοιπόν, εγώ αισθάνομαι αντιπάθεια για ένα συγκεκριμένο άτομο», και του ανέφερε το όνομα και το επώνυμο. Ο ψυχολόγος του απάντησε: «Παρατηρήστε τον, παρατηρήστε αυτόν τον άνθρωπο». Ανταπάντησε πάλι ο ερωτηθείς: «Αλλά γιατί να τον παρατηρήσω, αφού τον γνωρίζω;»
Ο ψυχολόγος έβγαλε σαν συμπέρασμα ότι αυτός δεν ήθελε να παρατηρήσει, ότι γνώριζε, αλλά δεν παρατηρούσε.
Το γνωρίζω είναι ένα πράγμα και το παρατηρώ είναι άλλο πράγμα πολύ διαφορετικό. Μπορεί κάποιος να γνωρίζει ότι έχει μια αρνητική σκέψη, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι την παρατηρεί. Ξέρει ότι βρίσκεται σε μια αρνητική κατάσταση, όμως δεν έχει παρατηρήσει την αρνητική κατάσταση.
Στην πρακτική ζωή βλέπουμε ότι μέσα σε εμάς υπάρχουν πολλά πράγματα που θα έπρεπε να μας προκαλούν ντροπή: γελοίες κωμωδίες, παράλογα εσωτερικά ζητήματα, νοσηρές σκέψεις, κ.λπ. Το να ξέρουμε ότι τις έχουμε, δεν σημαίνει ότι τις έχουμε παρατηρήσει. Θα μπορούσε να πει κάποιος: «Ναι, αυτήν τη στιγμή έχω μια νοσηρή σκέψη», αλλά ένα πράγμα είναι να ξέρει ότι την έχει και άλλο πράγμα είναι να την παρατηρήσει. Αυτό είναι τελείως διαφορετικό.
Έτσι λοιπόν, εάν θέλει να φτάσει κανείς να εξαλείψει το τάδε ή το δείνα ανεπιθύμητο ψυχολογικό στοιχείο, πρώτα απ’ όλα πρέπει να μάθει να παρατηρεί με την πρόθεση να πετύχει μια αλλαγή, γιατί, σίγουρα: «Αν κάποιος δεν μάθει να αυτοπαρατηρείται, οποιαδήποτε πιθανότητα αλλαγής γίνεται αδύνατη».
Όταν μάθει κάποιος να αυτοπαρατηρείται, αναπτύσσεται μέσα του η αίσθηση της αυτοπαρατήρησης. Κανονικά, αυτή η αίσθηση έχει ατροφήσει στην ανθρώπινη φυλή, έχει εκφυλιστεί, αλλά όσο τη χρησιμοποιούμε εξελίσσεται και αναπτύσσεται.
Σε πρώτη άποψη, θα φτάσουμε να επιβεβαιώσουμε, μέσω της αυτοπαρατήρησης, ότι ακόμη και οι πιο ασήμαντες σκέψεις, οι πιο γελοίες κωμωδίες που συμβαίνουν εσωτερικά και δεν εξωτερικεύονται ποτέ, δεν είναι δικές μας, είναι δημιουργημένες από άλλους, από τα Εγώ.
Το σοβαρό είναι να ταυτίζεται κάποιος με αυτές τις κωμωδίες, με αυτές τις γελοιότητες, με αυτές τις διαμαρτυρίες, με αυτούς τους θυμούς, κ.λπ., κ.λπ., κ.λπ.
Αν ταυτίζεται κάποιος με οποιοδήποτε εσωτερικό άκρο τους, το Εγώ που τις παράγει παίρνει περισσότερη δύναμη και έτσι οποιαδήποτε δυνατότητα εξάλειψης γίνεται κάθε φορά όλο και πιο δύσκολη. Έτσι λοιπόν, η παρατήρηση είναι ζωτική όταν πρόκειται να προκαλέσουμε μια ριζική αλλαγή μέσα μας.
Τα διάφορα Εγώ που ζουν στο εσωτερικό του ψυχισμού μας είναι πολύ πονηρά, πολύ έξυπνα. Πολλές φορές απευθύνονται στο «ρολό» εκείνο των αναμνήσεων που κουβαλάμε στο διανοητικό κέντρο.
Ας υποθέσουμε ότι κάποιος, στο παρελθόν, πόρνευε με ένα οποιοδήποτε άτομο του αντιθέτου φύλου και επιμένει ή όχι να εξαλείψει τη λαγνεία. Τότε το Εγώ της λαγνείας θα απευθυνθεί, θα πάρει στην εξουσία του το κέντρο των αναμνήσεων, το διανοητικό κέντρο.
Θα αρπάξει εκεί, θα λέγαμε, το «ρολό» των αναμνήσεων, αυτών που χρειάζεται, και θα το κάνει να περάσει απ’ τη φαντασία του ανθρώπου, και αυτό θα ισχυροποιηθεί περισσότερο, θα γίνεται όλο και πιο δυνατό.
Με όλα αυτά τα πράγματα, πρέπει να δείτε την ανάγκη της αυτοπαρατήρησης. Δεν θα ήταν δυνατή μια αληθινή αλλαγή, ριζική και οριστική, αν δεν μάθουμε να αυτοπαρατηρούμαστε.
Η γνώση δεν είναι παρατήρηση... Ούτε η σκέψη είναι παρατήρηση.
Πολλοί νομίζουν ότι το να σκεφτούμε πάνω στον εαυτό μας είναι παρατήρηση, αλλά δεν είναι έτσι.
Μπορεί κάποιος να σκέφτεται σχετικά με τον εαυτό του και ωστόσο να μην τον παρατηρεί. Είναι τόσο διαφορετικό το να σκεφτόμαστε σχετικά με τον εαυτό μας από το να τον παρατηρούμε, όσο είναι η δίψα από το νερό ή το νερό από τη δίψα.
Προφανώς, δεν πρέπει να ταυτίζεται κάποιος με κανένα από τα Εγώ.
Για να παρατηρείται κανείς, πρέπει να χωριστεί σε δύο, σε δύο μισά: ένα μέρος που παρατηρεί και ένα άλλο μέρος που είναι παρατηρούμενο.
Όταν το μέρος που παρατηρεί βλέπει τις γελοιότητες και τις ανοησίες του παρατηρούμενου μέρους, υπάρχουν πιθανότητες όπως ποτέ πριν να ανακαλύψουμε, ας υποθέσουμε το Εγώ της οργής, ότι αυτό το Εγώ δεν είμαστε εμείς, ότι αυτό είναι αυτό. Θα μπορούσαμε να αναφωνήσουμε:
«Το Εγώ έχει οργή, αυτό είναι ένα Εγώ, αυτό πρέπει να πεθάνει, θα το δουλέψω για να το διαλύσω!»
Αλλά αν κάποιος ταυτίζεται με αυτό και λέει: «Εγώ έχω θυμό, είμαι οργισμένος!», παίρνει περισσότερη δύναμη, γίνεται κάθε φορά πιο ισχυρό και τότε πώς θα το διαλύσει, με ποιον τρόπο; Λοιπόν, δεν θα μπορούσε, σωστά;
Γι’ αυτό δεν πρέπει να ταυτίζεται κανείς με αυτό το Εγώ, με το ξέσπασμά του ή με την τραγωδία του, γιατί αν κάποιος ταυτίζεται με το δημιούργημά του, καταλήγει να ζει μέσα στο δημιούργημά του και αυτό είναι παράλογο.
Όσο κανείς δουλεύει πάνω στον εαυτό του, όσο εμβαθύνει όλο και περισσότερο στα θέματα της αυτοπαρατήρησης, γίνεται όλο και πιο βαθύς.
Σε αυτήν τη δουλειά δεν πρέπει να αφήσουμε απαρατήρητη ούτε την πιο ασήμαντη σκέψη. Οποιαδήποτε επιθυμία, όσο περαστική και να είναι, οποιαδήποτε αντίδραση, πρέπει να είναι ένας λόγος παρατήρησης, γιατί οποιαδήποτε επιθυμία, οποιαδήποτε αντίδραση, οποιαδήποτε αρνητική σκέψη, προέρχεται από το τάδε ή το δείνα Εγώ.
Και αν θέλουμε να κατασκευάσουμε το φως, να ελευθερώσουμε την Ψυχή, θα επιτρέψουμε να συνεχίσουν να υπάρχουν αυτά τα Εγώ; Θα ήταν παράλογο!
Αν αυτό που θέλουμε είναι φως, αν στ’ αλήθεια είμαστε ερωτευμένοι με το φως, τότε πρέπει να διαλύσουμε τα Εγώ, δεν μας μένει άλλη λύση παρά να τα κάνουμε σκόνη και δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε σκόνη κάτι που δεν έχουμε παρατηρήσει. Τότε χρειάζεται να ξέρουμε να παρατηρούμε.
Η εσωτερική φλυαρία
Σε αυτό το ζήτημα, πρέπει επίσης να προσέξουμε την εσωτερική φλυαρία, γιατί υπάρχουν πολλές αρνητικές και παράλογες εσωτερικές φλυαρίες, ενδόμυχες συζητήσεις που ποτέ δεν εξωτερικεύονται, και φυσικά χρειάζεται να διορθώσουμε αυτήν την εσωτερική φλυαρία, να μάθουμε να κρατάμε σιωπή...
- Να ξέρουμε να μιλάμε όταν πρέπει να μιλήσουμε.
- Να ξέρουμε να σωπαίνουμε όταν πρέπει να σιωπήσουμε. Αυτό είναι νόμος, όχι μόνο για τον φυσικό κόσμο, τον εξωτερικό κόσμο, αλλά και για τον εσωτερικό κόσμο επίσης.
Οι αρνητικές εσωτερικές φλυαρίες, αργότερα έρχονται να εξωτερικευτούν στον φυσικό κόσμο. Γι’ αυτό είναι τόσο σημαντικό να εξαλείψουμε την αρνητική εσωτερική φλυαρία, γιατί βλάπτει. Πρέπει να μάθουμε να κρατάμε εσωτερική σιωπή.
Κανονικά εννοείται σαν διανοητική σιωπή όταν κάποιος αδειάζει τον νου από κάθε είδους σκέψεις, όταν κάποιος καταφέρνει την ηρεμία και τη σιωπή του νου μέσω του διαλογισμού, κ.λπ. Αλλά υπάρχει και άλλου είδους σιωπή.
Ας υποθέσουμε ότι παρουσιάζεται μπροστά μας μια περίπτωση κριτικής αξιολόγησης, σε σχέση με κάποιον όμοιό μας, και ωστόσο διανοητικά κρατάμε σιωπή, δεν κρίνουμε, δεν καταδικάζουμε. Σιωπούμε τόσο εξωτερικά όσο εσωτερικά. Σε αυτήν την περίπτωση, τότε, υπάρχει εσωτερική σιωπή.
Τα γεγονότα της πρακτικής ζωής, τελικά, πρέπει να διατηρηθούν σε εσωτερική αντιστοιχία με μια τέλεια εσωτερική συμπεριφορά.
Όταν τα γεγονότα της πρακτικής ζωής εναρμονίζονται με μια τέλεια εσωτερική συμπεριφορά, αυτό είναι σημάδι ότι έχουμε αρχίσει να δημιουργούμε, στον εαυτό μας, το διάσημο Νοητικό Σώμα.
Αν βάλουμε τα διάφορα κομμάτια ενός ραδιοφώνου ή ενός μαγνητοφώνου πάνω σε ένα τραπέζι, αλλά δεν ξέρουμε τίποτα από ηλεκτρονικά, τότε βέβαια δεν θα μπορούσαμε να συλλάβουμε τις διάφορες άηχες δονήσεις που συρρέουν στο Σύμπαν. Αλλά αν μέσω της κατανόησης ενώσουμε τα διάφορα κομμάτια, θα έχουμε ένα ραδιόφωνο, θα έχουμε τη συσκευή που θα μπορεί να συλλάβει τους ήχους που διαφορετικά δεν θα συλλαμβάναμε.
Έτσι επίσης, τα διαφορετικά κομμάτια αυτών των μελετών, αυτής της Δουλειάς, αλληλοσυμπληρώνονται μεταξύ τους για να έρθουν να σχηματίσουν ένα υπέροχο σώμα, το διάσημο Σώμα του Νου.
Αυτό το σώμα θα μας επιτρέψει να συλλάβουμε καλύτερα όλα αυτά που υπάρχουν μέσα σε μας τους ίδιους και θα αναπτύξει περισσότερο σε εμάς την αίσθηση της εσώτερης αυτοπαρατήρησης, και αυτό είναι αρκετά σημαντικό.
Έτσι λοιπόν, ο στόχος της παρατήρησης είναι να πραγματοποιήσουμε μια αλλαγή μέσα σε εμάς τους ίδιους, να προκαλέσουμε μια αληθινή, αποτελεσματική αλλαγή.
Όταν θα έχουμε γίνει, ας πούμε, επιδέξιοι στην παρατήρηση του εαυτού μας, τότε έρχεται η διαδικασία της εξόντωσης.
Έτσι υπάρχουν ειδικότερα τρία βήματα σχετικά με αυτό το θέμα:
- Η παρατήρηση.
- Η κριτική αξιολόγηση.
- Η εξάλειψη του τάδε ή του δείνα ψυχολογικού Εγώ.
Τα Εγώ στα πέντε κέντρα
Παρατηρώντας ένα Εγώ πρέπει να δούμε:
- Πώς συμπεριφέρεται στο νοητικό κέντρο, με ποιον τρόπο, και να γνωρίσουμε όλα τα παιχνίδια του στον νου.
- Με ποιον τρόπο εκφράζεται μέσω του συναισθήματος, στην καρδιά.
- Να ανακαλύψουμε τον τρόπο δράσης του στα κατώτερα κέντρα: κινητικό, ενστικτώδες και σεξουαλικό.
Προφανώς ένα Εγώ έχει έναν τρόπο έκφρασης στο σεξ, στην καρδιά έχει άλλον τρόπο και στον εγκέφαλο άλλον.
- Στον εγκέφαλο, ένα Εγώ εκφράζεται μέσω του διανοητικού ζητήματος: λογικές, δικαιολογίες, υπεκφυγές, τρόποι διαφυγής, κ.λπ., κ.λπ., κ.λπ.
- Στην καρδιά, σαν ένας πόνος, σαν στοργή, σαν μια επιφανειακή αγάπη πολλές φορές, όταν είναι ζήτημα λαγνείας, κ.λπ.
- Στα κέντρα κινητικό, ένστικτο, σεξουαλικό, έχει άλλου είδους έκφραση: σαν δράση, σαν ένστικτο, σαν ορμή λαγνείας, κ.λπ., κ.λπ., κ.λπ.
Για παράδειγμα, θα αναφέρουμε μια συγκεκριμένη περίπτωση: λαγνεία.
Ένα λάγνο Εγώ, μπροστά σε ένα άτομο του αντιθέτου φύλου, μπορεί να εκδηλωθεί στον νου με διαρκείς σκέψεις. Θα μπορούσε να εκδηλωθεί στην καρδιά σαν μια στοργή, σαν μια αγάπη φαινομενικά αγνή, καθαρή από κάθε κηλίδα, μέχρι τέτοιο βαθμό, που θα μπορούσε κάποιος να δικαιολογηθεί τέλεια και να πει: «Ωραία όμως, εγώ δεν αισθάνομαι λαγνεία για αυτό το άτομο, εγώ αυτό που αισθάνομαι είναι αγάπη».
Όμως αν κάποιος είναι παρατηρητής, αν βάλει πολλή προσοχή στη μηχανή του και παρατηρήσει το σεξουαλικό κέντρο, θα φτάσει να ανακαλύψει ότι στο σεξουαλικό κέντρο υπάρχει κάποια δραστηριότητα μπροστά σε αυτό το άτομο. Τότε γίνεται φανερό ότι δεν υπάρχει αυτή η στοργή, ότι δεν υπάρχει αυτή η αγάπη προς αυτό το άτομο, αλλά αυτό που υπάρχει είναι λαγνεία. Δείτε όμως πόσο λεπτό είναι το έγκλημα: η λαγνεία μπορεί να μεταμφιεστεί τέλεια, στην καρδιά, σαν αγάπη, να γράψει στίχους, κ.λπ., κ.λπ., όμως είναι λαγνεία μεταμφιεσμένη.
Αν κάποιος είναι προσεκτικός και παρατηρεί αυτά τα τρία κέντρα της μηχανής, μπορεί να αποκαλύψει ότι πρόκειται για ένα Εγώ και αφού ανακαλύψει ότι πρόκειται για ένα Εγώ, έχοντας γνωρίσει τους χειρισμούς του στα τρία κέντρα, δηλαδή στο νοητικό, στην καρδιά και στο σεξ, τότε προχωρεί στην τρίτη φάση...
Ποια είναι η τρίτη φάση;
Αυτή είναι η τελική φάση της δουλειάς: η εκτέλεση. Τότε πρέπει κανείς να απευθυνθεί στην προσευχή μέσα στη δουλειά.
Τι εννοούμε σαν «προσευχή μέσα στη δουλειά»;
Η προσευχή μέσα στη δουλειά πρέπει να γίνει πάνω στη βάση της εσώτερης ενθύμησης του εαυτού μας.

Σε κάποια περίσταση είπαμε ότι υπάρχουν τέσσερα επίπεδα ανθρώπων ή τέσσερις καταστάσεις συνείδησης, για να είμαστε πιο ξεκάθαροι.
Μια πρώτη κατάσταση της συνείδησης είναι ο βαθύς και υποσυνείδητος ύπνος ενός ατόμου, ενός Εγώ που άφησε το σώμα κοιμισμένο στο κρεβάτι, αλλά σεργιανίζει στον Μοριακό Κόσμο σε κωματώδη κατάσταση. Είναι η κατώτερη κατάσταση.
Μια δεύτερη κατάσταση ασυνειδησίας είναι αυτή του ονειρευτή που επέστρεψε στο φυσικό του σώμα και που νομίζει ότι βρίσκεται σε κατάσταση επαγρύπνησης. Σε αυτήν την περίπτωση τα όνειρα συνεχίζουν, σαφώς, μόνο που βρίσκεται με το φυσικό σώμα σε κατάσταση επαγρύπνησης. Είναι πιο επικίνδυνος αυτός ο δεύτερος τύπος ονειρευτή, γιατί μπορεί να σκοτώσει, μπορεί να κλέψει, μπορεί να διαπράξει κάθε είδους εγκλήματα. Αντίθετα, στην πρώτη περίπτωση, ο ονειρευτής είναι περισσότερο υπάνθρωπος, αλλά δεν μπορεί να κάνει κανένα από αυτά τα πράγματα.
Πώς θα μπορούσε να το κάνει, πώς θα μπορούσε να κάνει κακό;
Όταν το σώμα είναι παθητικό στα όνειρα, το άτομο δεν μπορεί να προκαλέσει κακό σε κανέναν στον φυσικό κόσμο, όμως όταν το σώμα είναι ενεργητικό στα όνειρα, το άτομο μπορεί να κάνει πολύ κακό στον φυσικό κόσμο. Γι’ αυτό οι Ιερές Γραφές επιμένουν στην ανάγκη να ξυπνήσουμε.
Αν αυτά τα δύο είδη ανθρώπων, αυτοί που βρίσκονται, θα λέγαμε, σε κατάσταση βαθιάς ασυνειδησίας ή αυτοί που συνεχίζουν να ονειρεύονται και έχουν το σώμα τους ενεργητικό στα όνειρα, κάνουν προσευχή, τότε από αυτές τις δύο τόσο υπάνθρωπες καταστάσεις, δεν μπορούν να περιμένουν τίποτα, λόγω των αρνητικών τους καταστάσεων. Ωστόσο η Φύση απαντά.
Για παράδειγμα: ένας ασυνείδητος, ένας κοιμισμένος, προσεύχεται για να τακτοποιήσει μια δουλειά, αλλά μπορεί τα Εγώ του, που είναι τόσο αναρίθμητα, να μην είναι σύμφωνα με αυτό που κάνει, γιατί είναι μόνο ένα από τα Εγώ αυτό που κάνει την προσευχή και τα άλλα δεν τα έχει λάβει υπόψη του. Τα άλλα μπορεί να μην τα ενδιαφέρει αυτή η δουλειά, να μην είναι σύμφωνα με αυτήν την προσευχή και να ζητάνε στην προσευχή ακριβώς το αντίθετο, ώστε να αποτύχει αυτή η δουλειά γιατί δεν συμφωνούν. Καθώς τα άλλα είναι πλειοψηφία, η Φύση απαντά με τις δυνάμεις της, με μια συρροή δυνάμεων, και έρχεται η αποτυχία της δουλειάς. Αυτό είναι σαφές!
Τότε, για να έχει πρακτική αξία η προσευχή στη δουλειά πάνω στον εαυτό μας, πρέπει να τοποθετηθούμε στην τρίτη κατάσταση της συνείδησης, που είναι αυτή της εσώτερης ενθύμησης του εαυτού μας, δηλαδή του ίδιου μας του Είναι.
Βυθισμένος κάποιος σε βαθύ διαλογισμό, συγκεντρωμένος στην Εσωτερική του Θεϊκή Μητέρα, θα την παρακαλέσει να εξαλείψει από τον ψυχισμό του αυτό το Εγώ που θέλει να διαλύσει.
Η Θεϊκή Μητέρα μπορεί εκείνη τη στιγμή να ενεργήσει αποκεφαλίζοντας αυτό το Εγώ, όμως με αυτό δεν έχει γίνει ολόκληρη η δουλειά, η Θεϊκή Μητέρα δεν θα το καταστρέψει ολόκληρο στιγμιαία.
Θα πρέπει, αν δεν καταστραφεί ολόκληρο, να έχουμε υπομονή. Σε διαδοχικές δουλειές, μέσω του χρόνου, θα καταφέρουμε να διαλυθεί αργά αυτό το Εγώ, να χάσει τον όγκο του, το μέγεθός του. Ένα Εγώ μπορεί να είναι φοβερά τρομακτικό, αλλά όσο χάνει όγκο τόσο ομορφαίνει, αργότερα θα πάρει την εμφάνιση ενός παιδιού και τελικά θα γίνει σκόνη.
Όταν πλέον έχει γίνει σκόνη, η Συνείδηση που βρισκόταν χωμένη, εμφιαλωμένη, στρυμωγμένη μέσα σε αυτό το Εγώ, ελευθερώνεται. Τότε το φως θα έχει αυξηθεί, είναι ένα ποσοστό φωτός που ελευθερώνεται. Έτσι θα προχωρήσουμε με κάθε ένα από τα Εγώ.
Η δουλειά είναι μακρά και πολύ σκληρή. Πολλές φορές οποιαδήποτε αρνητική σκέψη, όσο ασήμαντη και αν είναι αυτή, έχει σαν βάση κάποιο πολύ αρχαίο Εγώ.
Αυτή η αρνητική σκέψη που φτάνει στον νου, μας δείχνει εκ των πραγμάτων ότι υπάρχει ένα Εγώ πίσω από αυτήν τη σκέψη και ότι αυτό το Εγώ πρέπει να αφαιρεθεί, να ξεριζωθεί από τον ψυχισμό μας. Πρέπει να το μελετήσουμε, να γνωρίσουμε τους χειρισμούς του, να δούμε πώς συμπεριφέρεται στα τρία κέντρα: στο διανοητικό, στο συναισθηματικό και, μιλώντας συνθετικά, στο κινητικό-ενστικτώδες-σεξουαλικό. Να δούμε με ποιον τρόπο δουλεύει σε κάθε ένα από αυτά τα τρία κέντρα. Σύμφωνα με τη συμπεριφορά του, σιγά σιγά το γνωρίζει κανείς.
Όταν κάποιος έχει αναπτύξει την αίσθηση της αυτοπαρατήρησης, φτάνει να αποκαλύψει από μόνος του ότι μερικά από αυτά τα Εγώ είναι φοβερά τρομακτικά, είναι αληθινά τέρατα με μορφή τρομερή, μακάβρια, και ότι ζουν στο εσωτερικό του ψυχισμού μας.
Η κατάσταση Τουρίγια
Η τέταρτη κατάσταση της συνείδησης, ο Νους, είναι τέλεια αφυπνισμένη συνείδηση. Νους είναι η κατάσταση Τουρίγια, η τέλεια βαθιά εσωτερική φώτιση. Νους είναι η νόμιμη αντικειμενική ενόραση. Νους είναι διαίσθηση. Νους είναι ο κόσμος των θεϊκών αρχετύπων. Η νοητική σκέψη είναι συνθετική, καθαρή, αντικειμενική, φωτισμένη.

Όποιος φτάσει τα ύψη της νοητικής σκέψης ξυπνά τελείως τη συνείδηση και μετατρέπεται σε έναν Τουρίγια.
Το πιο χαμηλό μέρος του ανθρώπου είναι παράλογο και υποκειμενικό και σχετίζεται με τις πέντε κανονικές αισθήσεις.
Το πιο υψηλό μέρος του ανθρώπου είναι ο κόσμος της διαίσθησης και της αντικειμενικής πνευματικής συνείδησης. Στον κόσμο της διαίσθησης αναπτύσσονται τα αρχέτυπα όλων των πραγμάτων της φύσης.
Μόνον αυτοί που έχουν εισχωρήσει στον κόσμο της αντικειμενικής διαίσθησης, μόνον αυτοί που έχουν καταφέρει τα επιβλητικά ύψη της νοητικής σκέψης είναι πραγματικά ξύπνιοι και φωτισμένοι.
Κανένας πραγματικός Τουρίγια δεν μπορεί να ονειρεύεται. Ο Τουρίγια που έχει φτάσει τα ύψη της νοητικής σκέψης ποτέ δεν θα πάει να το πει από εδώ κι από εκεί, ποτέ δεν θα παραστήσει τον σοφό. Είναι πάρα πολύ απλός και ταπεινόφρων, αγνός και τέλειος.
Είναι αναγκαίο να ξέρουμε ότι κανένας Τουρίγια δεν είναι μέντιουμ ούτε ψευδο-διορατικός, ούτε ψευδο-μυστικιστής, σαν όλους αυτούς που τη σήμερον ημέρα αφθονούν σαν τα ζιζάνια σε όλες τις σχολές πνευματικών, ερμητικών, αποκρυφιστικών, κ.λπ., σπουδών.
Η κατάσταση Τουρίγια είναι πολύ υψηλή και την καταφέρνουν μόνο αυτοί που δουλεύουν στο αναμμένο Καμίνι του Ηφαίστου για όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Μόνο η Κουνταλίνη μπορεί να μας εξυψώσει στην κατάσταση Τουρίγια.
Είναι επείγον να ξέρουμε να διαλογιστούμε βαθιά και έπειτα να εξασκήσουμε σεξουαλική αλχημεία για όλη τη διάρκεια της ζωής μας για να φτάσουμε, μετά από πολύ δύσκολες δοκιμασίες, στην κατάσταση Τουρίγια.
Ο διαλογισμός και η σεξουαλική αλχημεία μας οδηγούν μέχρι τα ύψη της νοητικής σκέψης.
