Μιλάς στο τηλέφωνο. Απορροφημένος στη συζήτηση.
Κάποιος γνωστός σε πλησιάζει. Στέκεται μπροστά σου. Σου κάνει νόημα. Αλλά εσύ συνεχίζεις.
Χρειάζεται να σε αγγίξει στον ώμο για να τον προσέξεις.
«Μα πότε ήρθες; Δε σε κατάλαβα!», αναφωνείς.
Τα μάτια σου ήταν ανοιχτά. Ο άνθρωπος ήταν μπροστά σου. Η προσοχή σου όμως αλλού.
Πόσα περνούν μπροστά μας χωρίς να τα αντιλαμβανόμαστε; Κι όσα αντιλαμβανόμαστε, τα βλέπουμε όπως είναι;
Ο θυμωμένος βλέπει παντού εχθρούς. Ο φοβισμένος βλέπει συνεχώς απειλές. Ο υπερήφανος δυσκολεύεται να δει πέρα από τον εαυτό του.
Δεν βλέπουμε λοιπόν μόνο με τα μάτια. Βλέπουμε και μέσα από την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε.
Όταν ρωτάμε για τον Θεό, την ψυχή, την αλήθεια, ας εξετάσουμε και αυτόν που θέτει το ερώτημα.
«Είμαι ικανός να δω;»
Συχνά ζητάμε: «Δείξε μου, για να πιστέψω». Οι εσωτερικές παραδόσεις μας καλούν και σε κάτι ακόμη:
«Ακολούθησε τη μέθοδο. Εργάσου πάνω στον εαυτό σου. Και μετά εξέτασε αν είναι αληθινό».
Εδώ αποκτούν νόημα η προσευχή, η σιωπή, η αυτοπαρατήρηση. Γίνονται εργαλεία για να αλλάξει ο ίδιος ο παρατηρητής.
Γιατί δεν αρκεί να έχω τα μάτια μου ανοιχτά. Χρειάζεται να μάθω να είμαι παρών.