Ο κόσμος που δε γνωρίζουμε
Στρέφουμε το βλέμμα και κοιτάμε έναν άνθρωπο, τί φτάνει σε εμάς; Θα ήταν παράλογο να πούμε πως αυτός ολόκληρος ο άνθρωπος πέρασε μέσα από τα μάτια μας.
Αυτό που έφτασε μέσα από τα μάτια στο νου μας είναι η εικόνα του ανθρώπου. Η μορφή, τα χρώματα, τα ρούχα που φοράει, η έκφραση του προσώπου του, τα λόγια που ίσως μας είπε. Είναι όμως η εικόνα αυτού του ανθρώπου και αυτός ο άνθρωπος το ίδιο;
Εικόνα και πραγματικότητα
Όχι φυσικά, άλλο η εικόνα και άλλο ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος είναι ένας ολόκληρος κόσμος, ένα σύμπαν σε μικρογραφία. Ένας άνθρωπος με ιδέες, αντικειμενικές ή υποκειμενικές, αυτό δεν έχει σημασία. Ένας άνθρωπος με θέληση, με αντίληψη, με συναισθήματα, με μνήμες, με συνήθειες, με δυνατότητες, με σχέδια και όνειρα. Στην κυριολεξία αποτελεί ένα σύμπαν από μόνος του.
Παρόλα αυτά, εμείς αντιλαμβανόμαστε μόνο μια εικόνα από αυτόν. Πόσο όμως αντιστοιχεί αυτή η εικόνα στην πραγματικότητα αυτού του ανθρώπου; Ελάχιστα.
Πόσο συχνά βγάζουμε συμπεράσματα για κάποιον απλά και μόνο από τις πρώτες εντυπώσεις που λαμβάνουμε από αυτόν; Μόνο και μόνο για αποδειχτούν συχνά λάθος όταν περάσουμε χρόνο με το άτομο και το γνωρίσουμε καλύτερα.
Το ίδιο συμβαίνει και με τον κόσμο γύρω μας.
Πόσες θεωρίες για τον κόσμο και το σύμπαν άλλαξαν όταν οι άνθρωποι μπόρεσαν να κοιτάξουν πιο ολοκληρωμένα. Κάποτε οι άνθρωποι πίστευαν ότι η γη είναι το κέντρο του σύμπαντος και όλα τα άστρα γυρίζουν γύρω από αυτήν. Σήμερα με την ανάπτυξη της αστρονομίας και το ταξίδι του ανθρώπου στο διάστημα δε χρειάζεται καν δεύτερη σκέψη πάνω σε εκείνη τη λανθασμένη πια θεωρία.
Πόσες αντιλήψεις για το σύμπαν και τη ζωή δεν έχουν καταρριφθεί, όταν η ματιά που μπορούσαμε να ρίχνουμε σε αυτά γινόταν βαθύτερη…

Όμως όσο και αν είναι φτωχή η ικανότητα να γνωρίζουμε το σύμπαν αντιλαμβανόμενοι την εικόνα του, αυτή η ικανότητα γίνεται ακόμα φτωχότερη αν αναλογιστούμε τα μειονεκτήματα της μειωμένης αντιληπτικότητας που διαθέτουμε.
Τι σημαίνει μειωμένη αντιληπτικότητα;
Ας δώσουμε ένα παράδειγμα από την πρακτική ζωή.
Κάποιος διασχίζει μια λεωφόρο, όμως αυτός ο άνθρωπος είναι απασχολημένος από ένα έντονο προσωπικό του πρόβλημα, σκέψεις, εικόνες, διάλογοι με πρόσωπα, επιχειρήματα, απορρίψεις, νέες ιδέες για δράσεις, όλα αυτά στριφογυρίζουν στο μυαλό του, αν κάνω αυτό για να γίνει εκείνο, όμως δεν θα συμβεί το άλλο, μια βρίσκεται στην θέση, ναι θα το κάνω, όμως σε λίγο μια νέα σκέψη αναβλύζει και του λέει, καλύτερα να μην το κάνεις, γιατί αυτό ή εκείνο, και έρχεται η αντίθεση.

Είναι αλήθεια ότι όλος ο ασταμάτητος εσωτερικός διάλογος στο διανοητικό μας κέντρο βασίζεται στη μάχη των Αντιθέτων.
Θέση και αντίθεση, καλό και κακό, ψιλό και κοντό, άσχημο και όμορφο, ίσιο και στραβό.
Λέμε αυτή η κοπέλα είναι όμορφη, εννοώντας ότι δεν είναι άσχημη, ή ότι είναι καλή, εννοώντας ότι δεν είναι κακή. Αν ειλικρινά προσέξετε θα διαπιστώσετε ότι συχνά ενώ είμαστε στην θέση περνάμε στην αντίθεση, και το χειρότερο από όλα, ότι η αντίληψη μας ακολουθεί αυτόν τον συρμό των αντιμαχόμενων σκέψεων. Ακούει τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά, τα ελαττώματα που αναβλύζουν στο διανοητικό και το χειρότερο τα πιστεύει, δίχως ποτέ να αναλύει, δίχως ποτέ να ερευνάει το αληθές ή όχι των πεποιθήσεων που προβάλλονται.
Για παράδειγμα, αν γυρίσουμε πίσω στον χρόνο και πάμε στον 19ο αιώνα, σε εκείνη την εποχή θα δούμε πως οι γυναίκες είναι όμορφες, όταν έχουν άσπρο δέρμα, είναι λίγο παχουλές και έχουν, μια κάποια περιφέρεια, και ακόμα και αν δεν έχουν, η μόδα της εποχής φροντίζει να την δημιουργεί με κατάλληλα φαρδιά φορέματα.
Σήμερα όμως έχει αλλάξει δραστικά η αντίληψη μας για την όμορφη γυναίκα, τα ατημέλητα μαλλιά, το υπερβολικά αδύνατο κορμί, το μαυρισμένο από τον ήλιο δέρμα, αυτά τα χαρακτηριστικά είναι που κάνουν γοητευτική σήμερα μια γυναίκα.
Αντίστοιχα, σχετικά με την ομορφιά των ανδρών, την δεκαετία του ’70, τα μακριά μαλλιά, οι φαβορίτες και τα μούσια ήταν τα πρότυπα ομορφιάς. Σήμερα όμως πώς θα φαινόταν ένας τέτοιος άνδρας; Ίσως σαν ζητιάνος, ή γραφικός φιλόσοφος.
Αλήθεια, δεν μπορεί κανείς να εγγυηθεί ότι αυτά τα πρότυπα ομορφιάς δεν θα ξανά αλλάξουν, επιστρέφοντας σε προηγούμενα ή σε νέα διαφορετικά.
Έτσι, τί τελικά είναι όμορφο και τί άσχημο; Αυτό είναι ένα ερώτημα που σχετίζεται με την ποιότητα της αντιληπτικότητας μας, η οποία έχει ένα χαρακτηριστικό, ότι συχνά σαν μωρό παιδί πείθεται, δεν αναλύει, δεν εμβαθύνει.
Δεν έχει μάθει να χειρίζεται το διανοητικό κέντρο.
Δεν έχει μάθει πως να σκέπτεται αλλά έχει μάθει τι να σκέπτεται.

Ο εσωτερικός διάλογος που κοιμίζει την αντίληψη
Έχει μάθει μόνο να ακούει το διανοητικό κέντρο στην αδιάκοπη μωρολογία του σαν παθητικός ακροατής. Αυτός ο ασταμάτητος διάλογος, σαν ένα ασταμάτητο μουρμουρητό, σαν ένας επαναλαμβανόμενος ήχος, συνηθίστηκε, κοίμισε την αντίληψη και αυτή σχεδόν πια έπαψε να τον ακούει. Όμως αυτός υπάρχει εκεί και της τραβά συνεχώς την προσοχή της, αφομοιώνοντας την ολόκληρη από την πραγματικότητα της έως ότου:
Το ξαφνικό φρενάρισμα, ο δυνατός στρίγκλος ήχος από τα λάστιχα του αυτοκινήτου που παρά τρίχα δεν ακούμπησε τον πεζό του προηγούμενου παραδείγματος μας, τραβούν και ξεκολλούν όλη την προσοχή του, από το ασταμάτητο ονειροπόλημα του.
Ένα ξαφνικό τράνταγμα από την βίαιη προσγείωση της προσοχής στο σώμα τον ξυπνά, για μια στιγμή έρχεται στο εδώ και στο τώρα, κοιτάει γύρω του με έκπληξη διαπιστώνοντας πόσο τυχερός ήταν και γλύτωσε το ατύχημα.
Έως ότου μετά από λίγο ένας νέος εσωτερικός διάλογος βασισμένος στην πολεμική των αντιθέτων ξεκινήσει, ξανά βυθίζοντας τον σε ένα νέο ονειροπόλημα.
Πώς λειτουργούμε σαν αντιληπτικά όντα;
Έχουμε ένα φυσικό σώμα που χάρη σ’ αυτό εκδηλωνόμαστε στον φυσικό κόσμο και αντιλαμβανόμαστε τον φυσικό κόσμο.. Συμβαίνει αυτό; Και αν ναι, πώς ακριβώς συμβαίνει;
Ας μελετήσουμε το προηγούμενο παράδειγμα του ανθρώπου που παραλίγο να τον πατήσει το αυτοκίνητο.
Σίγουρα ένα μέρος της προσοχής του ήταν στις αντιλήψεις των εξωτερικών αισθήσεων, δίνοντας του αντιληπτικά δεδομένα από τον κόσμο, όπου κινούνταν το φυσικό του σώμα. Όμως ένα άλλο μεγαλύτερο μέρος της προσοχής του ήταν κολλημένο στις σκέψεις, που τον απασχολούσαν.
Η αντίληψη του ήταν λοιπόν μοιρασμένη. Αυτό όμως είχε ως αποτέλεσμα να μην είναι επαρκής ούτε για να έχει πλήρη αντίληψη του κόσμου που κινούνταν, δηλαδή της λεωφόρου και των αυτοκινήτων, αλλά ούτε πλήρη αντίληψη του εσωτερικού του κόσμου.
Ήταν στην κατάσταση που καθημερινά ονομάζεται αφηρημένος ή με μια πιο ακριβή ορολογία θα λέγαμε ότι ήταν αντιληπτικά κοιμισμένος.

Οι διαστάσεις και ο ύπνος της αντίληψης
Ο κόσμος της λεωφόρου ήταν εδώ και ήταν τώρα.
Ο κόσμος των σκέψεων ήταν αλλού και ήταν πότε "τότε", πότε "τώρα", πότε "θα" και ίσως κάποιες φορές και "ποτέ".
Ο κόσμος της λεωφόρου είναι πλάτος, μήκος, ύψος, δηλαδή είναι ένας τρισδιάστατος κόσμος.
Ο κόσμος των σκέψεων όμως τί είναι; Είναι ένας σκοτεινός και απροσδιόριστος κόσμος, δίχως συνέχεια στον χρόνο και στον χώρο. Εκεί τα αντικείμενα και τα πρόσωπα είναι μισό-διαμορφωμένα, χωρίς χρώμα, άλλοτε εμφανίζονται και τα βλέπεις άλλοτε μόνο τα ακούς. Εδώ δύσκολα θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχουν τρεις διαστάσεις, ίσως μόνο ένα σκαρίφημα τριών διαστάσεων.
Όπως και να έχει είναι ένας κόσμος που μιμείται τον κόσμο των τριών διαστάσεων, βρίσκεται παρά τις διαστάσεις, είναι ένας κόσμος παρά-διαστάσεων.
Συχνά στα θρησκευτικά κείμενα τονίζεται η ανάγκη ο άνθρωπος να ξυπνήσει για να αποφύγει τον πόνο και την δυστυχία. Αυτό που συχνά μας διαφεύγει είναι πως δε μιλάνε για τον ύπνο του φυσικού σώματος, όπως όταν πάμε το βράδυ στο κρεβάτι να κοιμηθούμε.

Ήρθε η ώρα να ξυπνήσουμε από τον ύπνο. Η νύχτα προχώρησε, η μέρα πλησίασε. Ας πετάξουμε τα έργα του σκότους και ας φορέσουμε τα όπλα του φωτός.
Μείνετε άγρυπνοι και προσεύχεστε, για να μη σας νικήσει ο πειρασμός. Το πνεύμα είναι πρόθυμο, αλλά η σάρκα αδύναμη.
Αυτά τα κείμενα αναφέρονται σε έναν άλλον ύπνο, στον ύπνο της αντίληψης μας. Ένας ύπνος, ο οποίος παρόλο που σήμερα έχει καταλήξει να είναι η συνηθισμένη μας κατάσταση, είναι τρομερά επιζήμιος για την ποιότητα της ζωής μας.
Σκέψεις, ιδέες, συγκινήσεις, επιθυμίες, ελπίδες, απογοητεύσεις, κ.λπ., είναι εσωτερικές και αόρατες για τις κοινές, συνηθισμένες και τρέχουσες αισθήσεις και όμως είναι για μας πιο πραγματικές από το τραπέζι της τραπεζαρίας και τις πολυθρόνες του σαλονιού.
Βέβαια εμείς ζούμε περισσότερο στον εσωτερικό μας κόσμο παρά στον εξωτερικό, αυτό είναι αδιάψευστο, αναμφισβήτητο.
Στους Εσωτερικούς μας Κόσμους, στο μυστικό μας κόσμο, αγαπάμε, επιθυμούμε, υποπτευόμαστε, εκθειάζουμε, καταριόμαστε, λαχταρούμε, υποφέρουμε, απολαμβάνουμε, είμαστε εξαπατημένοι, επιβραβευμένοι κ.λπ., κ.λπ., κ.λπ.
Η ανάγκη επιστροφής στην πραγματικότητα
Συχνά ψάχνουμε να βγούμε από τις πόλεις, να ταξιδέψουμε σε κάποιο μέρος στη φύση, για να ξεκουραστούμε και να λάβουμε καινούργιες εντυπώσεις.

Ο πραγματικός λόγος που το αναζητούμε αυτό είναι γιατί θέλουμε να φύγουμε από τον κόσμο των σκέψεων, από αυτήν τη φωνή που συνέχεια μιλάει μέσα μας, νιώθουμε την ανάγκη να διαφύγουμε από τις προσωπικές μας παρα-διαστάσεις και να επισκεφτούμε τον πραγματικό κόσμο, τον φυσικό κόσμο γύρω μας.
Κάποιος δίκαια θα πει… “Μα αφού πάντα ζούμε σε αυτόν!”.
Στην πραγματικότητα το σώμα μας είναι που ζει σε αυτόν, εμείς ως αντίληψη, ως ψυχή για να ζήσουμε σε αυτόν χρειάζονται πολύ περισσότερα πράγματα που σήμερα αγνοούμε ή δε θεωρούμε σημαντικά.
Δεν αρκεί απλά να τον κοιτάξουμε, να τον αγγίξουμε. Γρήγορα πάλι θα αρχίσουμε να ασχολούμαστε με τις σκέψεις μας γιατί έτσι έχουμε μάθει μόνο φευγαλέα να αγγίζουμε την πραγματικότητα.
"Από τι υλικό είναι φτιαγμένο; Α, μου έμαθαν στο σχολείο ότι είναι έτσι έτσι κ έτσι. Ξέρεις ένας επιστήμονας έλεγε ότι…” και πολύ γρήγορα ξεχνάμε το αντικείμενο και επιστρέφουμε στον εσωτερικό μας κόσμο σκεπτόμενοι.
Η Καρδιά, η Ουσία και η Αλήθεια
Αυτό που ξεχάσαμε μεγαλώνοντας είναι ότι ως άνθρωποι πέρα από τη λειτουργία της διανόησης έχουμε και μια υψηλή συγκινησιακή λειτουργία από την οποία απορρέουν ικανότητες τις οποίες σπάνια σήμερα τις χρησιμοποιούμε ή τις θεωρούμε σημαντικές: έκπληξη, έμπνευση, διαίσθηση, κατανόηση, αγάπη.
Παρατηρήστε ένα μικρό παιδί πως ενθουσιάζεται με το παραμικρό, πως κοιτάζει τον κόσμο γύρω του με μάτια γεμάτα έκπληξη, πως ρωτάει και ψάχνει απαντήσεις για το πως ονομάζεται το καθετί, πως λειτουργεί, γιατί είναι έτσι.

Η πραγματική φύση του ανθρώπου είναι να γνωρίσει την Αλήθεια.
Αυτό όμως δεν είναι δυνατό με τη διανόηση, ο νους μας σήμερα είναι γεμάτος μόνο από πληροφορίες. Αυτό που διαβάσαμε, αυτό που μας είπαν, αυτό που δεχτήκαμε.
Όμως ο άνθρωπος έχει ένα στοιχείο μέσα του, αυτό που είναι η πραγματική του φύση πέρα από το σώμα και την προσωπικότητα του, αυτό που είναι η πραγματική του Ουσία που έχει εξουσία και ικανότητες, αν αναπτυχθεί, να γνωρίσει την αλήθεια.
Αυτό που κάνει όμορφο και αξιαγάπητο κάθε νεογέννητο μωρό είναι η Ουσία του, αυτή η ίδια αποτελεί την αληθινή του πραγματικότητα...
Η φυσιολογική ανάπτυξη της Ουσίας σε κάθε πλάσμα, σίγουρα είναι πολύ ελλιπής, σε αρχικό στάδιο...
Το ανθρώπινο σώμα μεγαλώνει και αναπτύσσεται σύμφωνα με τους βιολογικούς νόμους του είδους, ωστόσο τέτοιου είδους δυνατότητες καταλήγουν από μόνες τους πολύ περιορισμένες για την Ουσία...
Αναμφισβήτητα η Ουσία μπορεί μονάχα να αναπτυχθεί από μόνη της, χωρίς βοήθεια, σε πάρα πολύ μικρό βαθμο...
Η αλήθεια ως εμπειρία
Όταν ένας άνθρωπος μαθαίνει πως να ενεργοποιεί, να ξυπνάει, την Ουσία του και να λειτουργεί ολοκληρωμένα με το νου, την καρδιά και ολόκληρο το σώμα του, τότε η ματιά του αλλάζει. Αρχίζει να βλέπει πέρα από τις σκέψεις και τις εντυπώσεις του κόσμου γύρω του. Αρχίζει να αντιλαμβάνεται απευθείας την αλήθεια των πραγμάτων γύρω του.
Άνθρωποι που βλέπουν μια θεατρική παράσταση ή όπερα για πρώτη φορά, ακούγοντας την κλασική μουσική, παρατηρώντας με έκπληξη τον χορό του μπαλέτου, τα ρούχα από μια άλλη εποχή, συχνά συγκινούνται, έως και δακρύζουν, δίχως να μπορούν να καταλάβουν γιατί…

Παιδιά που ακούν διηγήσεις και παραμύθια για νεράιδες και στοιχειώδη αισθάνονται μια υψηλή αλήθεια και πραγματικότητα σε αυτό.
Στην ιστορία της τέχνης ο άνθρωπος πάντα έψαχνε να εξυμνήσει, να μελοποιήσει, να ζωγραφίσει το Αόρατο. Γιατί απλά εμπνεόταν να πλησιάσει κοντύτερα σε αυτό.
Άγιοι, δάσκαλοι, γιόγκι, εσωτεριστές, μυστικιστές, άνθρωποι που ανέπτυξαν την Ουσία τους και είδαν και άκουσαν πράγματα τα οποία μοιάζουν ακατανόητα για τον καθημερινό άνθρωπο. Επισκέφτηκαν άλλους κόσμους και διαστάσεις και όμως γύρισαν και έδωσαν έναν χάρτη για όποιον θέλει να ακολουθήσει τα βήματα τους και να βρει την Αλήθεια.
Όταν ρώτησαν τον Ιησού Χριστό ποιά είναι η αλήθεια, παράμεινε σιωπηλός.
Όταν ρώτησαν το ίδιο στον Βούδα, γύρισε τη πλάτη και απομακρύνθηκε…
Η αλήθεια είναι βίωμα, εμπειρία, όχι απόψεις και ιδέες που συσσωρεύουμε στη διάνοια μας, ή ακόμα χειρότερα φανατικά πιστεύουμε.
Γι’ αυτό ο κόσμος που δε γνωρίζουμε δεν είναι κάπου μακριά. Είναι εδώ, μπροστά μας, αλλά δεν τον αγγίζουμε πραγματικά όσο η αντίληψή μας είναι χαμένη στις σκέψεις, στις εικόνες και στις πεποιθήσεις της. Για να γνωρίσει ο άνθρωπος την Αλήθεια, χρειάζεται να ξυπνήσει την αντίληψή του, να αισθανθεί με την καρδιά του και να αναπτύξει την Ουσία του. Έτσι θα μάθει να βλέπει ξανά τον κόσμο όπως πραγματικά είναι.
Ιδού, η βασιλεία του Θεού είναι μέσα σας.
