Διαβάζεις το βιβλίο

Το πέταγμα του φτερωτού φιδιού

του Armando Cosani

Βιβλίο πρώτο

Κεφάλαιο 1

Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω αυτόν τον παράξενο άνθρωπο με το μετρημένο λόγο, που φαινόταν να χαίρεται, όταν με συνέχεε με τις καυστικές και παράδοξες παρατηρήσεις του πάνω σ’ όλα τα πράγματα. Δημιουργούσε την εντύπωση, ότι ήταν ένα ον σιωπηλό και μελαγχολικό, όμως αφού τον γνώριζες λίγο, δεν μπορούσες να μην προσέξεις το πιο θαυμαστό γεγονός που έχω γνωρίσει στην ταραγμένη ζωή μου: ήταν ολόκληρος ένα χαμόγελο. Ήταν ένα χαμόγελο από τα πόδια μέχρι το κεφάλι. Δεν χαμογελούσε, δεν προσπαθούσε να χαμογελάει, ήταν ολόκληρος αυτό το χαμόγελο. Αυτή η εντύπωση επίσης, μου ερχόταν με έναν τρόπο περίεργο και δύσκολο να εξηγήσω. Θα πω μονάχα, ότι το χαμόγελο φαινόταν μια φυσική ιδιότητα του σώματός του, ακτινοβολούσε δε μέχρι και από τον τρόπο με τον οποίο περπατούσε. Ποτέ δεν τον άκουσα να γελάει, όμως είχε το χάρισμα να μεταδίδει τη χαρά ή τη σοβαρότητα του ανάλογα με την περίπτωση. Ποτέ δεν τον είδα θλιμμένο ή αναστατωμένο, ούτε ακόμα και σε εκείνες τις ταραγμένες μέρες, προς το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, που εξαιτίας μιας πολιτικής επανάστασης με έβαλαν στη φυλακή και αυτός δεν έκανε απολύτως τίποτα για να αποκτήσω την ελευθερία μου. Ακόμη και σ’ αυτό το περιστατικό απέδειξε, ότι ήταν άνθρωπος έξω από τα συνηθισμένα. Μέχρι που έδειχνε ένα επίμονο ενδιαφέρον να παραμείνω στην φυλακή. Και όταν μια φορά του έκανα παρατήρηση γι’ αυτή την συμπεριφορά, μου είπε:

— Είσαι καλύτερα εδώ παρά εκεί έξω. Τουλάχιστον εδώ έχεις καλή συντροφιά, και μέχρι που είναι δυνατόν να ξυπνήσεις.

— Αφού εδώ ούτε καν μπορώ να κοιμηθώ, του είπα.

— Αυτό είναι εκείνο, που νομίζεις εσύ γιατί δεν ξέρεις ποιος από τους τρόπους ύπνου καταλήγει πιο επικίνδυνος και βλαβερός με το πέρασμα του χρόνου. Υπάρχει κάποιος, που επαγρυπνεί μαζί σου ακόμα κι όταν κοιμάσαι και είσαι πολύ καλά συντροφευμένος.

Στην πτέρυγα που ήμουν φυλακισμένος, υπήρχαν και πολλοί άλλοι άντρες, τους οποίους σεβόμουνα σαν διανοούμενες αξίες και των οποίων οι συζητήσεις μου φαίνονταν ενδιαφέρουσες. Με μερικούς από αυτούς έπαιζα ατέλειωτα παιγνίδια σκακιού, όμως οι συζητήσεις μας ακολουθούσαν πάντα την κατεύθυνση των πολιτικών γεγονότων, που είχαν καταλήξει στο να μας φέρουν στη φυλακή. Έτσι το είπα στο φίλο μου μια μέρα, που με επισκέφθηκε στη φυλακή φορτωμένος με Χριστουγεννιάτικα δώρα.

— Συνεχίζεις να κοιμάσαι! Ήταν η μόνη του απάντηση.

Αυτή τη μέρα κουβεντιάσαμε πολλή ώρα και μου ήρθε να του κάνω την εξής ερώτηση:

— Πως γίνεται να έρχεσαι τόσο συχνά να με επισκεφθείς και δεν έχεις εξαφανιστεί, όπως οι άλλοι που έφυγαν μόλις μάθανε για την κατάστασή μου;

— Είμαι κάτι παραπάνω από ένας φίλος, είμαι η φιλία που μας ενώνει.

Δεν μπόρεσα να αποφύγω ένα χαμόγελο, με το οποίο ήθελα να του πω, ότι δεν ήταν αυτή η κατάλληλη στιγμή, για να εκτοξεύσει τις παραδοξολογίες του. Και επέμεινα:

— Πως γίνεται και η αστυνομία, ξέροντας ότι είσαι ο πιο οικείος φίλος μου, δεν σε έχει συλλάβει;

Η απάντησή του ήταν τόσο ακατανόητη όσο όλα τα υπόλοιπα.

— Η Φιλία με προστατεύει . Και προστατεύει και εσένα επίσης αν και με άλλο τρόπο.

Και μετά από μια στιγμή σιωπής, πρόσθεσε:

— Δεν με καταλαβαίνεις διότι ακόμα εξαρτιέσαι από αυτούς, έτσι όπως κι αυτοί εξαρτώνται από σένα. Ούτε εσύ ούτε αυτοί εξαρτιόσαστε ακόμα από τον εαυτό σας, όμως όλοι σας είσαστε πεπεισμένοι για το αντίθετο. Εάν μπορούσατε να το καταλάβετε τουλάχιστον αυτό, θα καταλαβαίνατε τα υπόλοιπα στην κατάλληλη στιγμή .

Αυτό με αναστάτωσε και απάντησα βίαια, του είπα, ότι τα λόγια του ήταν πολύ ενδιαφέροντα σαν φιλοσοφία στις βαρετές νύχτες, όμως στις συνθήκες που εγώ βρισκόμουν μετατρέπονταν πια σε μια ανυπόφορη βλακεία.

Επιπλέον -πρόσθεσα πολύ εξαγριωμένος και χρησιμοποιώντας όρους αδύνατο να δημοσιευτούν- πως γίνεται να εξαρτιέμαι από αυτούς, που για το μόνο που χρησιμεύουν είναι να γλείφουν τις μπότες σ’ αυτό το δικτατωράκι της οπερέτας; Ή μήπως εξαρτιέμαι από κάθε κρετίνο, που στηρίζεται στη βία και κακαρίζει τη δημοφιλία του, όταν έχει φιμώσει την αντιπολίτευση. Εξαρτιέμαι επίσης κι από εκείνους, που κυνηγάνε την ευφυία και μιλάνε για πρόοδο; Δεν θα μου φαινόταν καθόλου περίεργο να μου έλεγες κάτι τέτοιο τώρα.

Αυτός με κοίταξε με το αμετάβλητο και υπομονετικό χαμόγελο, με άκουσε μέχρι να τελειώσω και έπειτα προσφέροντάς μου τσιγάρο και σπίρτα απάντησε:

— Εσύ το είπες. Εξαρτιέσαι κι από αυτόν και από πολλά άλλα πράγματα. Αυτοί - και έκανε μια χειρονομία δείχνοντας τους οπλισμένους φύλακες που βρίσκονταν στην άλλη μεριά των σίδερων της φυλακής- τον υποστηρίζουν με τα όπλα τους, γιατί δεν μπορούν να κάνουν τίποτα άλλο από το να υπακούουν σ’ όποιον ξέρει να τους διατάζει. Χωρίς όπλα, χωρίς στολή και χωρίς τα αφεντικά τους δεν θα ήταν τίποτα. Πιστεύουν πως είναι αφέντες των όπλων τους, όμως στην πραγματικότητα είναι σκλάβοι τους. Αλλά εσύ και όσοι είναι φυλακισμένοι εδώ μαζί σου, είσαστε χειρότεροι. Αυτοί φοράνε στολή, επειδή φοβούνται να βαδίσουν μόνοι τους στη ζωή και επειδή δεν μπορούν να κάνουν τίποτα πιο παραγωγικό για τον κόσμο, κουβαλάνε επίσης και μια στολή στο κεφάλι τους. Όμως εσείς είσαστε χειρότεροι. Λέτε πως είσαστε διανοούμενοι, αλλά στην πραγματικότητα δεν είσαστε παρά μερικοί βλάκες ερωτευμένοι με τις βλακείες σας. Εσείς υποστηρίζετε αυτή τη δικτατορία και όποια δικτατορία υπάρχει. Τις υποστηρίζετε πολύ καλύτερα και πιο αποτελεσματικά από τους άλλους. Η υποστήριξή σας συμβαίνει με πολλούς τρόπους, αλλά κυρίως μέσω μιας ανόητης τάσης υπεροψίας, που σας κάνει να ζείτε με την πλάτη γυρισμένη στην αλήθεια και όχι μόνο την υποστηρίζετε αλλά την ενισχύετε. Ναι, είσαστε χειρότεροι από αυτούς, που τίμια είναι αγνοούντες. Και όμως κανένας από σας δεν φταίει στην πραγματικότητα.

Όλα αυτά μου τα είπε τόσο ήρεμος και σοβαρός, που εγώ έμεινα άλαλος. Πέρασε πολλή ώρα πριν να τον ρωτήσω:

— Τι είναι αυτό που αγνοούμε;

— Ένα γεγονός πολύ απλό, που στην πραγματικότητα είναι μια φυσική αλήθεια, όμως όλοι εσείς πιστεύετε, ότι πρόκειται μόνο για μια ηθική εντολή αδύνατον να τη φέρει κανείς στην πρακτική εφαρμογή. Σίγουρα θα το έχεις ακούσει ή διαβάσει κάποια φορά: « Μην αντιστέκεστε στο κακό».

— Όλα αυτά τα διδάγματα δόθηκαν στον κόσμο από πραγματικούς σοφούς. Μόνο μια χούφτα ανθρώπινων όντων στην ιστορία της ανθρωπότητας μπόρεσαν να ανακαλύψουν αυτά, που είναι αλήθειες πραγματικά επιστημονικές. Η κανονική επιστήμη σίγουρα θα το αρνηθεί αυτό, διότι πιστεύει, ότι η ηθική είναι κάτι ξέχωρο από αυτό που ονομάζει ύλη. Χωρίς να προσέξει ότι είναι ακριβώς εκείνο, που καθορίζει και αναζωογονεί την ύλη, και μέχρι που δημιουργεί τις μορφές της. Εδώ και πολύ καιρό υπήρξε ένας αληθινός σοφός μεταξύ των ανθρώπων της επιστήμης και ονομάστηκε ΜΕΣΜΕΡ. Η επιστήμη ή αυτό που λέγεται επιστήμη τον κυνήγησε και τις εργασίες του τις έχουν αγνοήσει. Είναι η μοίρα όλων εκείνων, που ανακαλύπτουν την αλήθεια. Στις μέρες μας έχουν τον ΜΕΣΜΕΡΙΣΜΟ σαν μια μορφή φλυαρίας και το πιο παράξενο είναι, ότι είναι ακριβώς οι τσαρλατάνοι της επιστήμης, εκείνοι που περισσότερο μιλάνε εναντίον της «ΦΛΥΑΡΙΑΣ» του ΜΕΣΜΕΡ. Μερικοί που έχουν μελετήσει τον ΜΕΣΜΕΡ, για να κάνουν μαγνητικές θεραπείες, έχουν πλησιάσει την αλήθεια, που αυτός άφησε κρυμμένη στους αφορισμούς του. Όμως μόνο μερικοί, πολύ λίγοι πρόσεξαν, ότι αυτό που είναι «ΝΑΙ», επίσης μπορεί να είναι «ΟΧΙ» και ότι το «ΝΑΙ» είναι μια αλήθεια σχετική με το «ΟΧΙ» όπως το «ΚΑΛΟ» είναι σχετικό με το «ΚΑΚΟ». Όμως θα έχεις κάποια στιγμή την ευκαιρία να ενημερωθείς για όλα αυτά μια και επιτέλους μου έχεις κάνει μια ερώτηση, που αξίζει τον κόπο.

Πρέπει να ομολογήσω, ότι τα λόγια αυτού του φίλου πάντα μου φάνηκαν τρελλά. Εκείνο το απόγευμα έφυγε πιο χαρούμενος και ενθουσιασμένος από ότι συνήθως δίνοντάς μου την υπόσχεση μιας νέας επίσκεψης εντός δύο ημερών, πράγμα που σύμφωνα με τον ποινικό κώδικα ήταν πάρα πολύ δύσκολο. Όταν του το παρατήρησα μου είπε:

— Εσύ ξέρεις να κάνεις ποδήλατο, έτσι δεν είναι;

— Φυσικά, του είπα.

— Ωραία. Όποιος ξέρει να κάνει ποδήλατο με το δικό του ποδήλατο μπορεί να κάνει και μ’οποιοδήποτε άλλο.

Τι διάβολο είχε να κάνει το ποδήλατο με την επίσκεψή του; Πολλές φορές έκανα στον εαυτό μου αυτήν την ερώτηση και πολλές άλλες που ανάβλυσαν από τα λόγια του. Ακόμα και σήμερα κάνω στον εαυτό μου αυτήν την ερώτηση χωρίς να βρω την κατάλληλη απάντηση. Πρέπει να ομολογήσω επίσης, ότι η λογική μου έλεγε ότι αυτός ο άνθρωπος ήταν τρελλός, όμως αισθανόμουν μια ιδιαίτερη στοργή γι’αυτόν.

Θέλησα να κάνω την παρουσίαση έτσι, με τα δρώμενα μιας ενδιαφέρουσας περιόδου της ζωής μου, εκείνο το γεγονός, σημείωσε το τέλος μιας καριέρας στην οποία είχα καταθέσει όλες τις δυνάμεις και τον ενθουσιασμό μου. Ήταν πραγματικά ένα σκληρό χτύπημα εκείνο που μου συνέβη όταν έχασα εκείνη την κατάσταση που είχα κατακτήσει μετά από μακροχρόνια κοπιαστική δουλειά. Όμως όταν είπα αυτά τα πράγματα στον φίλο μου, αυτός περιορίστηκε στην εξής απάντηση:

— Είναι το καλύτερο, που μπορούσε να σου συμβεί. Τώρα πια μόνο από σένα εξαρτάται ώστε το ξύπνημά σου να μην σου προκαλέσει περισσότερες ταλαιπωρίες.

Και στην συνέχεια μου είπε πολλά πράγματα, που εκείνη την στιγμή θεώρησα σαν λόγια με τα οποία προσπαθούσε να με παρηγορήσει, αφού επέμενε ότι είχα μερικές προσωπικές ικανότητες, που έδειχναν την υπόσχεση ενός ξυπνήματος.

Πραγματικά σ’αυτό το διήγημα δεν έχω σαν σκοπό να κάνω την αυτοβιογραφία μου, ούτε να απαριθμήσω τις λεπτομέρειες της ταραγμένης μου ύπαρξης πριν και μετά από αυτό το συμβάν. Και εάν πρέπει να σημειώσω μερικά προσωπικά γεγονότα είναι επειδή χρειάζεται να αναφέρω μερικά δεδομένα, που εξηγούν τον φίλο μου καθώς επίσης για να ουσιαστικοποιήσουν τα γραπτά, που μου ζήτησε να δημοσιεύσω σ’ αυτήν την ημερομηνία «ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΝΑ ΑΥΞΗΘΕΙ Ο ΑΡΙΘΜΟΣ ΤΩΝ ΔΙΚΩΝ ΜΑΣ».

Θυμάμαι ότι κάθε φορά που τον ρωτούσα τι ήθελε να πει με αυτό «ΤΩΝ ΔΙΚΩΝ ΜΑΣ» και ποιοι ήταν, μου απαντούσε:

— Ένα πολύ ειδικό είδος μελισσών, που προσφέρεται μόνο κάθε κάποτε και με μεγάλες προσπάθειες.

Τέτοια ήταν η θέληση του φίλου μου και εγώ την εκπληρώνω, όχι μόνο επειδή του έδωσα τον λόγο μου, αλλά επειδή προαισθάνομαι σ’ όλο αυτό κάτι, που ίσως έχει μια αξία, που από μένα διαφεύγει. Ακόμα, είναι δυνατόν κάποιος από τους αναγνώστες, να ξέρει περί τίνος πρόκειται και να μπορεί να μου εξηγήσει αυτόν τον άνθρωπο.

Επίσης είναι αναγκαίο να κάνω μια εξομολόγηση: δεν ξέρω πως ονομάζεται. Ποτέ δεν μου έδωσε το πραγματικό του όνομα. Εκτός από μια φορά ποτέ άλλοτε δεν μου ήρθε να του κάνω ερωτήσεις σαν αυτές που απαιτούν όνομα, επίθετο, ηλικία, υπηκοότητα, επάγγελμα κ.λ.π.

Ίσως κάποιος από σας τον γνωρίζει ή έχει μάθει νέα γι’ αυτόν. Και τα λέω αυτά, επειδή σε κάποια ευκαιρία θέλησα να ασχοληθώ με αυτήν την άποψη του είναι του, άφησα να φανεί το ενδιαφέρον μου για την καταγωγή του και άλλα πράγματα, που αυτός ποτέ δεν εξηγούσε αυθόρμητα, όπως γενικά κάνει όλος ο κόσμος, για να εμπνέει εμπιστοσύνη στους άλλους. Ο φίλος μου ήταν πολύ διαφορετικός από όλους τους άλλους ανθρώπους, που έχω γνωρίσει στη ζωή μου και φαινόταν να μην τον ενδιαφέρει καθόλου η εντύπωση που προκαλούσε. Έτσι λοιπόν, όταν φάνηκε το ενδιαφέρον μου για την ταυτότητά του, είπε αυτά τα αινιγματικά λόγια:

— Όποιος πραγματικά το θέλει μπορεί να με γνωρίσει. Χρειάζεται μόνο να το θέλει για να αρχίσει. Είμαι σ’ όλα τα μέρη γενικά και σε κανένα μέρος ιδιαίτερα. Σ’ όποιον με φωνάζει πάω. Όμως αυτός είναι μόνο ένας τρόπος να το πω, διότι η πραγματικότητα είναι άλλη. Λίγοι ξέρουν να με φωνάζουν και συνήθως αυτό που συμβαίνει είναι ότι όταν πάω σ’ αυτούς τρομάζουν. Χάνουν το κεφάλι τους και αρχίζουν να με συντρίβουν με πολλές ερωτήσεις. Ποιος είσαι; Πώς λέγεσαι; Από πού είσαι; Πού δουλεύεις; Και άλλες σ’ αυτό το στυλ. Ποτέ δεν απαντάω σ’ αυτές τις αναίδειες διότι εάν ο άνθρωπος δεν ξέρει τι θέλει, είναι καλύτερο να μην ξέρει τίποτα ούτε για μένα. Συμβαίνει επίσης ότι εκείνοι που με ψάχνουν χωρίς να το καταλαβαίνουν, ή αποφασίζουν να μην με προσέξουν καθόλου ή τα αποδίδουν όλα στον ίδιο τους τον εαυτό. Υπάρχουν επίσης μερικοί που με θεωρούν «κακό». Αλλά είναι φυσιολογικό να συμβεί κάτι τέτοιο σ’ αυτή την εποχή του φανερού εκφυλισμού της ανθρώπινης ευφυίας. Χαλώ τα όνειρα των ανθρώπων και δεν τους αφήνω ούτε μια αυταπάτη όρθια. Λίγοι είναι αυτοί που αποφασίζουν να διατηρούν την επαφή μαζί μου, αλλά αυτοί οι λίγοι είναι πραγματικά οι τυχεροί, διότι έχουν τη δυνατότητα να γνωρίσουν την πραγματική αξία της ζωής. Είναι φανερό πως αυτή η γνώση έχει τις ευθύνες της, όμως θα ενημερωθείς γι’ αυτά, στην κατάλληλη στιγμή.

Θυμάμαι ότι σ’ εκείνη την ευκαιρία του είπα:

— Τότε χαίρομαι πολύ που δεν σε έχω ενοχλήσει. Σε παρακαλώ να με συγχωρέσεις για την περιέργεια μου. Δεν θα ήθελα να χάσω την επαφή μαζί σου για τίποτα στον κόσμο.

Μπροστά σ’ αυτά τα λόγια αυτός χαμογέλασε και πρόσθεσε:

— Υπάρχει ένα απλό μέσο, για να διατηρήσεις την επαφή μαζί μου: ενθυμούμενος. Η ανάμνηση είναι η επαφή με την μνήμη. Στη μνήμη βρίσκεται η γνώση ή η αλήθεια. Το να ενωθείς από καρδιάς με την αλήθεια είναι το υπερβατικό. Απόλαυσε τη φιλία μου ενώ θα είμαι μαζί σου. Θα σε συμφέρει να προσπαθήσεις να καταλάβεις τα πράγματα, που σου λέω και να με καταλαβαίνεις. Κάθε προσπάθεια που θα κάνεις με αυτό το νόημα, θα είναι για σένα ένα θετικό κέρδος. Ακόμα και όταν σου φαίνεται συχνά ότι όλη σου η ζωή γκρεμίζεται. Εσύ είσαι ένας από αυτούς που με κάλεσαν χωρίς να καταλαβαίνουν ακριβώς ότι με έψαχναν. Δεν με έχεις επιβαρύνει με ερωτήσεις ούτε με ανόητες απαιτήσεις. Όμως πρέπει να σε προειδοποιήσω, ότι εάν καλώς έχεις μερικές ικανότητες, που με διατηρούν κοντά σου, αυτές οι ίδιες ικανότητες μπορεί να με απομακρύνουν τελείως από σένα, εάν δεν ξυπνάς. Τουλάχιστον εάν τώρα ξυπνούσες, πράγμα το οποίο μόνο από σένα εξαρτάται να το κάνεις, δεν θα υποφέρεις αυτό, που σίγουρα θα πρέπει να υποφέρεις, όταν θα πρέπει να παραμένεις μόνος και σε σιωπή σαν στην έρημο. Εγώ μπορώ να σε συντροφεύσω μόνο για λίγο καιρό. Εάν δεν μάθεις να φυλάς όσα σου δίνω, μόνο εσύ θα έχεις το φταίξιμο γι’ αυτό.

Εκείνη την εποχή με ενοχλούσε το προστατευτικό ύφος, με το οποίο μου μιλούσε σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Η σοβαρότητά του μου φαινόταν παράλογη και εξωπραγματική.

Πολλοί φίλοι μου και μερικοί από τους συναδέλφους μου στη δουλειά, αισθάνονταν μια φανερή αντιπάθεια γι’ αυτόν. Με ρωτούσαν τι ήταν αυτό, που έβρισκα σ’ αυτόν τον φίλο και τον χαρακτήριζαν σαν «περίεργο τύπο», μερικοί άλλοι έλεγαν πως δεν είχε συναισθήματα, ότι τίποτα δεν τον συγκινούσε. Όμως εγώ ξέρω, ότι ήταν ένας άνθρωπος γεμάτος αγάπη. Όταν του διηγήθηκα τις γνώμες των φίλων μου εξ’ αιτίας ενός κοινωνικού περιστατικού, μου είπε:

— Μην σε ανησυχούν αυτές οι γνώμες. Αυτοί είναι η σκουριά του κόσμου, το πραγματικό κακό της ανθρώπινης κοινωνίας. Πάντα θα βρίσκεις στις τσέπες τους τα τριάντα αργύρια. Τίποτα δεν έχω μαζί τους, τίποτα δεν θέλω να έχω. Είναι υποταγμένοι σε άλλες δυνάμεις, από τις οποίες θα μπορούσαν να απελευθερωθούν εάν πραγματικά το ήθελαν, όμως έχουν ερωτευτεί τους εαυτούς τους και συγχέουν το συναίσθημα με τις προσωπικές τους αδυναμίες.

Όμως θα είναι καλύτερο και πιο πρακτικό, να κάνω ένα χρονολογικό διήγημα των γεγονότων.

Κεφάλαιο 2

Άρχισα να δημοσιογραφώ, γιατί μετά από έναν από τους τόσους πολέμους του αιώνα μας το ένα μου πόδι έμεινε τόσο στραπατσαρισμένο, που μου ήταν αδύνατο να ξαναρχίσω το επάγγελμα του ναυτικού. Το γεγονός ότι ήξερα μερικές γλώσσες, το ότι μπορούσα να μεταφράζω τα τηλεγραφικά μηνύματα και το ότι ήμουνα υποφερτός συντάκτης, ήταν οι συντελεστές που με βοήθησαν στη δουλειά αυτή. Ήμουν φιλόδοξος και θέλησα να κάνω καριέρα, γιατί αισθανόμουν ζωηρά, ότι η υγεία ήταν εναντίον μου και ότι τα χρόνια γίνονταν ολοένα και συντομότερα. Παραιτήθηκα από τις περιπέτειες και τις απολαύσεις, που προσφέρουν τα ταξίδια χωρίς καθορισμένο προορισμό, όπως τότε που ναυτολογούμουν σαν πλήρωμα σε οποιοδήποτε καράβι, σε οποιοδήποτε λιμάνι, όπως παραιτήθηκα και από την ποίηση και πολλά άλλα πράγματα, που μέχρι τότε μου έκαναν τη ζωή ευχάριστη. Ήταν δυσάρεστο να περπατάς ακουμπισμένος σ’ ένα μπαστούνι και ακόμα πιο δυσάρεστο ήταν το να καταφεύγεις μερικές φορές στις πατερίτσες. Δεν είχα τα απαραίτητα χρήματα, για να καταφύγω σε κάποιον ειδικό που θα έκανε την σωστή θεραπεία στο πόδι μου και από την πατρίδα μου είχα φύγει τρομαγμένος από την όχι και τόσο μητρική μεταχείριση των στρατιωτικών της νοσοκομείων. Είχα πολύ βάσιμους λόγους γι’ αυτό. Είχα δει πάρα πολλά πράγματα. Αλλά αυτό δεν έχει παρά την αξία μιας προσωπικής κρίσης.

Ο μισθός μου ήταν ελάχιστος. Δούλευα με πόθο να προκόψω και με ενθουσιασμό. Δεν ήθελα μόνο να κάνω καριέρα και να δημιουργήσω ένα όνομα στη δημοσιογραφία αλλά καταλάβαινα ακόμα, ότι εφόσον εξαρτιόμουν από το μπαστούνι τη μία μέρα και από τις πατερίτσες την άλλη - ανάλογα με τον συνωστισμό που θα είχαν τα τραμ με τα οποία πηγαινοερχόμουν στην δουλειά μου- οι δυνατότητές μου στη ζωή ήταν προδιαγεγραμμένες να γίνω ένας μεταφραστής και τίποτα άλλο. Ο πρώτος μου λοιπόν στόχος ήταν να κερδίσω χρήματα. Και καθώς είχα από κληρονομικότητα και από μόρφωση ορισμένες θρησκευτικές ιδέες, έκρινα ότι το καλύτερο θα ήταν να ζητήσω βοήθεια από τον ουρανό. Σκέφτηκα να υποβάλλω το αίτημά μου σε κάποιον από τους αγίους που τους αποδίδουν θαύματα, αλλά η δουλειά μου δεν με άφησε. Οι ειδήσεις έλεγαν για την παγκόσμια κατάσταση τις παραμονές του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και σχετικά με εκείνη λυπηρή κωμωδία για μαριονέτες στην Γενεύη. Αυτά λειτούργησαν στην ψυχή μου ισχυρά και σταμάτησαν την πίστη μου στους αγίους. Δεν μπορούσα να καταλάβω, πώς ήταν δυνατόν με τόσες προσευχές, με τόσες ικεσίες στους αγίους, ο κόσμος να εξακολουθεί να πνίγεται σε τέτοιο όργιο αίματος, που και εγώ προσωπικά είχα δοκιμάσει και για το οποίο το μπαστούνι μου και οι πατερίτσες μιλούσαν εύγλωττα, χωρίς να είναι αναγκαίο να επιβεβαιωθεί το αληθές από τους τρομερούς πόνους, που συχνά υπέφερα. Μέσα σ’ όλα αυτά με παρηγορούσε το ότι είχα ακόμα το πόδι μου και υπήρχε κάποια πιθανότητα να σωθεί. Άλλοι είχαν γυρίσει χειρότερα από μένα, είχαν χάσει πόδια ή χέρια με τραύματα πολύ ελαφρύτερα από τα δικά μου.

Όλα αυτά καθώς και άλλα πράγματα πολύ προσωπικά, καθόρισαν την ψυχική μου διάθεση να παρατήσω κατά μέρος την ιδέα να ζητήσω υλική βοήθεια από τον Άγιο Ιούδα τον Θαδέο ή από τον Άγιο Παγκράτιο ή από οποιονδήποτε από τους άλλους αγίους, που θεωρητικά και σύμφωνα με τη θρησκευτική προπαγάνδα συνήθως κάνουν θαύματα. Αποφάσισα να υποβάλλω τα αιτήματά μου κατευθείαν και προσωπικά στον «Κύριο ημών Ιησού Χριστό». Τελικά πάντα αισθανόμουνα ότι ο «Κύριος ημών Ιησούς Χριστός» σαν «σωτήρας» με συγκινούσε ισχυρά. Και έτσι άρχισα να τριγυρνάω σε διάφορους ναούς ψάχνοντας ένα περιβάλλον κατάλληλο, μέχρι που πέτυχα έναν όπου υπήρχε μια ωραιότατη εικόνα του Ιησού, που δέσποζε στο ιερό και στο ναό.

Αλλά σ’ αυτό το σημείο είναι απαραίτητο να ομολογήσω, ότι είχα σταματήσει να πηγαίνω στη λειτουργία τις Κυριακές ή να παρακολουθώ τις γιορτές γιατί αυτές τις μέρες προτιμούσα να μένω στο κρεβάτι στη φτωχική πανσιόν, όπου είχα ένα δωμάτιο, ώστε να ξεκουράζω το πόδι μου. Εξ’ άλλου είχα τύψεις συνείδησης. Πίστευα, ότι τα άγια μυστήρια μου ήταν απαγορευμένα για πάντα. Αυτό ξεκινούσε από τον πόλεμο. Είχα ένα βίαιο καυγά με τον ιερωμένο της μονάδας μου, όταν απελπισμένα του είπα ότι εγώ πίστευα ότι ο Θεός ήταν μια βρωμιά και ότι δεν κατάφερνε να μου εξηγήσει το πώς ήταν δυνατόν μέσω των εκπροσώπων του να επιτρέπει τέτοια σφαγή των νέων. Αυτό το γεγονός συνέβη μετά από μια λειτουργία στο μέτωπο, την παραμονή που μερικές εκατοντάδες παιδιά από 16 μέχρι 18 χρόνων θα έπαιρναν το βάπτισμα της φωτιάς. Ο ιερωμένος μου έδωσε τη μετάληψη λέγοντας: «Για την περίπτωση που σκοτωθείς». Αυτό μου προκάλεσε τόση αηδία, που άδειασα βίαια επάνω του όλη τη χολή που είχε μαζευτεί μέσα μου ένα χρόνο τώρα καθώς ζούσα με ένα πουκάμισο, που επάνω του έβραζαν οι ψείρες, χωρίς νερό και πεινασμένος. Είμαι άνθρωπος βίαιος και την εποχή εκείνη πίεζα την σκανδάλη με ευκολία και σαν το φυσικότερο πράγμα της ζωής να ήταν να αφαιρέσεις την ζωή του πλησίον σου. Δεν θυμάμαι τις ακριβώς είπα την ημέρα εκείνη, αλλά γενικά μου έγινε κατανοητό το ότι άνθρωποι, που δεν έχουν ιδέα από θρησκεία μετατρέπονται σε κτήνη, αλλά επίσης μου ήταν ακατανόητο το πώς οι ιερωμένοι ανέχονταν ή ακόμα και ευλογούσαν αυτούς που παραδίνονταν σε παρόμοιες βαρβαρότητες.

Ποτέ δεν ξέχασα αυτή τη σκηνή. Βγήκα από την μάχη χωρίς γρατσουνιά, αλλά βαθιά συγκινημένος από τη θέα τόσο νέων παιδιών να πεθαίνουν σχεδόν ανυπεράσπιστα. Ο ιερέας που είχε βοηθήσει στην περίθαλψη τραυματιών κάτω από τα εχθρικά πυρά, κάθισε πλάι μου επάνω σ’ ένα κούτσουρο, έβαλε το χέρι του πάνω στους ώμους μου, όταν ξέσπασα σε κλάμματα και μου είπε, ότι καταλάβαινε την ψυχολογική μου κατάσταση. Προς στιγμή πίστεψα, ότι έκλαιγα από τύψεις αλλά σύντομα κατάλαβα, ότι ήταν η νευρική υπερένταση από την μάχη, που με έκανε να λιποψυχήσω. Εντούτοις στη συνείδησή μου έμεινε το συναίσθημα, ότι είχα κάνει μια ιεροσυλία λέγοντας ότι είχα πει για το Θεό.

Για το λόγο αυτό θεωρούσα τον εαυτό μου ανάξιο να λάβει τα Άγια Μυστήρια. Και για να είμαι ειλικρινής επίσης φοβόμουν την ποινή που θα μου επέβαλαν, όταν εξομολογιόμουνα παρόμοιο πράγμα.

Για το λόγο αυτό και ίσως ακόμη γιατί ήθελα να απαλλαγώ κατά το δικό μου τρόπο από το αμάρτημά μου εφόσον βέβαια θα μου ήταν βολικό να το κάνω. Κατέφευγα σ’ αυτόν το ναό μόνο τα απογεύματα όταν ήταν σχεδόν άδειος.

Εξαιτίας του πολέμου είχα χάσει, φυσικά, κάθε πίστη στα θαύματα. Από την άλλη τα διεθνή νέα που έπρεπε να μεταφράζω καθημερινά μου έδειχναν, ότι τα θαύματα αντιστοιχούσαν σε πολύ μακρινά χρόνια για να τα λάβω υπόψη μου. Είναι αλήθεια, ότι καμμιά φορά ερχόταν καμμιά είδηση αναγγέλλοντας κάποια θαυματουργή θεραπεία στη Λούρδη. Αλλά το θαύμα που εγώ περίμενα, βρισκόταν πολύ μακριά, γιατί περίμενα το θαύμα της ειρήνης. Αυτό που μου είχε συμβεί εμένα, στην χώρα μου, συνέβαινε τότε στους Αιθίοπες και τους Ιταλούς στην Αφρική. Λίγο μετά χάρη υποτιθέμενων ευγενών ιδανικών και με τη συμμετοχή της θρησκείας και των ιερωμένων άρχισε να συμβαίνει στην Ισπανία. Από τύχη εκείνο τον καιρό ήξερα μέσα μου, ότι για μένα δεν θα υπήρχε κανένα θαύμα εκτός αν έκανα εκ μέρους μου και για δικό μου κίνδυνο και λογαριασμό, αυτό που χρειαζόμουνα να κάνω.

Παρ’ όλα αυτά δεν μπορούσα να κρύψω από τον εαυτό μου εκείνη τη βαθειά μου πίστη στον Ιησού. Και ακόμα και αφού είχα βλασφημήσει λέγοντας, ότι θεωρούσα τον Θεό σαν κουταμάρα, η λογική μου υποδείκνυε, ότι αν εμβάθυνα στην αρχή ότι Εκείνος βρίσκεται στον Ουρανό, στη γη και παντού, δεν θα είχα να χάσω τίποτα, με το να τον κάνω να δει ή να του εξηγήσω την κρίση, που είχα υποφέρει στον πόλεμο. Σκεπτόμουν ακόμη, ότι με τον καιρό θα μου ήταν εύκολο να τον πείσω να με βοηθήσει να κερδίσω τα απαραίτητα χρήματα για τη θεραπεία του ποδιού μου και να μπορώ να εργαστώ κανονικά. Έτσι φθάνοντας στην εκκλησία προσευχόμουνα βιαστικά λέγοντας ένα «Πάτερ ημών», ένα Κύριε Ιησού Χριστέ και ένα Σώσον. Αμέσως κατευθυνόμουν προς εκείνη την ωραία εικόνα του Χριστού, λέγοντας:

— Κύριε Ιησού Χριστέ, δεν σου ζητώ πολλά. Ξέρω ότι δεν μπορείς να μου δώσεις το λαχείο, ακόμη και αν σου ήταν δυνατό να το κάνεις δε μ΄ενδιαφέρουν τόσα χρήματα. Ούτε θα σου ζητήσω να με βοηθήσεις να βρω μια κληρονόμο. Για την ώρα δεν θέλω να παντρευτώ. Ακόμα ποια κληρονόμος θα ήθελε να με παντρευτεί, όταν θα μάθαινε, ότι τη θέλω για να πληρώσει την εγχείρηση του ποδιού μου; Μόνο μια πολύ άσχημη γυναίκα θα το έκανε, και εγώ δεν θέλω να παντρευτώ μια γυναίκα άσχημη’ ούτε όμως θέλω να παντρευτώ και με μία πολύ όμορφη, που επιπλέον θα είναι και πλούσια γιατί σίγουρα θα πρέπει να είναι ηλίθια. Ξέρεις τι έλεγε ο παππούς μου; Έλεγε: «Ας μου δώσει το θάνατο ένας σοφός αλλά όχι τη ζωή ένας χαζός». Ξέρεις καλά, ότι το έχω στο αίμα μου. Γι’ αυτό Κύριε Ιησού Χριστέ το μόνο που ζητώ είναι κάτι, που όλοι φαίνεται ότι το περιφρονούν σαν πράγμα άχρηστο και κοινό: Σου ζητώ εξυπνάδα. Βοήθησέ με μόνο να έχω περισσότερη εξυπνάδα και εγώ θα τα καταφέρω από εκεί και πέρα και δεν θα σε ξαναενοχλήσω ποτέ πια.

Ένα από τα μετρημένα μου προτερήματα είναι η επιμονή, όταν κάτι με ενδιαφέρει ζωτικά. Αυτό που ήθελα την εποχή εκείνη, ήταν να ανοίξω δρόμο και να καταφέρω να γίνω ένας μεγάλος διεθνής ανταποκριτής. Γι’ αυτό στην πανσιόν το βράδυ, δοκίμαζα τις πιο συγκλονιστικές ανταποκρίσεις που μπορούσα να φανταστώ, βάσει αυτών που μάθαινα στη δουλειά μου. Δημιουργούσα ένα σωρό πολιτικά γεγονότα στα οποία ήμουν αποκλειστικά εγώ παρών. Ήξερα καλά, ότι αυτά ήταν τρελά όνειρα, αλλά μου άρεσε να τα ονειρεύομαι. Ήταν ακόμα θαυμάσιο το συναίσθημα, ότι σε κάποιο σημείο του είναι μου υπήρχε κάποιος, ο οποίος ήταν ικανός να ονειρευτεί. Σιγά-σιγά παίρνοντας σαν βάση την πείρα, που μου έδινε η δουλειά, άρχισα να γράφω άρθρα σχετικά με την διεθνή κατάσταση. Απολάμβανα πολύ με το να κάνω προγνωστικά για το τι θα συνέβαινε σαν συνέπεια ενός δεδομένου γεγονότος. Αυτά τα προγνωστικά βασίζονταν σε ορισμένα φαινόμενα που παρατηρούσα ότι επαναλαμβάνονταν ξανά και ξανά με άριστοτεχνικό τρόπο σε όλα τα μεγάλα γεγονότα. Έμοιαζαν να υπακούουν σε μια αρχή και αυτή η αρχή ρύθμιζε τις πράξεις των μεγάλων ανδρών. Αυτό με έκανε να ξαναρχίσω την μελέτη της ιστορίας, που με τραβούσε ιδιαίτερα στο σχολείο. Άρχισα να την καταλαβαίνω από άλλη οπτική γωνία, αντιλαμβανόμενος συγχρόνως, ότι η επανάληψη αυτή γινόταν αυτόματα από τα πιο παλιά χρόνια. Όλα στηρίζονταν στην κατανόηση των αιτιών’ τα αίτια ήταν πάντα τα ίδια και ζωογονούσαν τα πάντα. Τυχαία όταν τα προγνωστικά μου άρχισαν να επαληθεύονται με σχετική ακρίβεια, αποφάσισα να πυκνώσω τις παρακλήσεις μου στο Χριστό. Τις έκανα σοβαρότερες και μεγαλύτερης εμβέλειας. Σημείωνα τα προγνωστικά μου σε ένα σημειωματάριο και μετά από λίγους μήνες άρχισα να διεκπεραιώνω τη δουλειά μου αποτελεσματικά και με μεγαλύτερη ταχύτητα, πράγμα που ανέβασε ελαφρά τον μισθό μου. Επίσης κέρδιζα και μερικά χρήματα έκτακτα φτιάχνοντας ανταποκρίσεις με φανταστικά ονόματα, χαρακτηρίζοντάς τα διεθνείς ανταποκριτές, και στέλνοντάς τις σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Οι εφημερίδες που μου αγόραζαν αυτό το υλικό, είχαν αδυναμία στα αγγλοσαξονικά ονόματα.

Αισθάνθηκα λοιπόν υποχρεωμένος να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου με κάποιον τρόπο και αποφάσισα να πηγαίνω στο ναό πιο νωρίς και να παραμένω περισσότερη ώρα εκεί. Άρχιζα τις παρακλήσεις μου με μεγάλη ευλάβεια:

Κύριε Ιησού Χριστέ, Σ’ ευχαριστώ, που με εισάκουσες. Βλέπω όλο και καθαρότερα. Ήδη μου αύξησαν το μισθό, η εγχείρηση όμως κοστίζει πολύ περισσότερο, γι’ αυτό σε ικετεύω να μου δώσεις περισσότερη εξυπνάδα και έτσι δεν θα συνεχίσω να σε ενοχλώ με αυτόν τον τρόπο.

Επίσης του αράδιαζα τα προσωπικά μου προβλήματα και του ζητούσα την συμβουλή του λέγοντας:

Φώτιζέ με για να μπορώ να καταλαβαίνω πιο καθαρά!

Το να πηγαίνω στο ναό, μου έγινε ευεργετική συνήθεια και αργότερα ιδιαίτερα οικονομική γιατί ενώ οι φίλοι μου έπαιζαν ζάρια στα μπαρ ή πήγαιναν να διασκεδάσουν στα σινεμά, εγώ πήγαινα και προσευχόμουν. Και τα χρήματα που θα ξόδευα μαζί τους μετατρέπονταν σ’ έναν αυξανόμενο λογαριασμό, που κατατεθόταν στην Τράπεζα.

Περίμενα ανυπόμονα την ημέρα, που θα μου ήταν δυνατόν να σταματήσω να κουτσαίνω, να πετάξω το μπαστούνι και τις πατερίτσες και να ριχτώ στην μεγάλη περιπέτεια του να παρατήσω τις μεταφράσεις και να αρχίσω την καριέρα του ρεπόρτερ συγκλονιστικών γεγονότων .

Κεφάλαιο 3

Τότε γνώρισα τον φίλο μου.

Το ίδιο με μένα, αυτός ο άνθρωπος με παρουσιαστικό φανερά συγκεντρωμένο έπιανε πάντα την ίδια θέση στο ναό. Προσευχόταν με μεγάλη κατάνυξη. Ένιωθα έλξη από τον τόσο μοναδικό τρόπο προσευχής του. Δεν κουνούσε τα χείλη, το πρόσωπό του δεν αντιφέγγιζε έκφραση συνοφρύωσης αλλά ήταν όλο γαλήνη. Προσευχόταν με τα χέρια σε σταυρό και δεν έπαιρνε τα μάτια του απ’ την εικόνα του Χριστού. Συχνά, παρατηρώντας τον ξεχνούσα τις δικές μου προσευχές. Σκεπτόμουν, ότι ίσως να ήταν καλό να έχεις αυτή τη δύναμη αυτοσυγκέντρωσης και να μπορείς να απευθύνεσαι, όπως είναι σωστό στον Κύριο Ημών Ιησού Χριστό. Αλλά ακόμα και όταν διαπίστωνα τέτοιες επιθυμίες μέσα μου, η ιδέα του να τον μιμηθώ με δυσαρεστούσε. Ο παππούς μου πάντα μου έλεγε, ότι προσεύχεται κανείς με αυτό που έχει στην καρδιά και όχι με το κεφάλι. Ποτέ δεν ενοχλήθηκα να εμβαθύνω σ’ αυτά τα πράγματα και για λόγους που είχαν ρίζες στην ανατροφή μου, απέρριπτα κατηγορηματικά τις κλασσικές προσευχές εκτός από εκείνες, που με συγκινούσαν. Στο σχολείο είχα πάρει πολλές και οδυνηρές τιμωρίες εξ’ αιτίας των αμφιβολιών μου σχετικά με το πραγματικό και πρακτικό νόημα των προσευχών. Αλλά δεν υπήρξε τόσο μεγάλη τιμωρία, που να μπορέσει να κατανικήσει το πείσμα μου και οι καθηγητές μου κατάφεραν έτσι να με κάνουν έναν πεισματάρη επαναστάτη.

Ο άνθρωπος αυτός φαινόταν να μετρά με ακρίβεια τη διάρκεια των προσευχών του. Πάντα έφτανε πριν από μένα. Ποτέ δεν τον είδα να μπαίνει μετά από μένα. Αλλά τελείωνε ένα-δύο λεπτά πριν από μένα. Προσευχόταν με ένα τρόπο πολύ ευλαβικό, αλλά χωρίς ίχνος επιτήδευσης. Είχα παρατηρήσει, ότι σταματούσε τα χέρια του στα καθιερωμένα σημεία για περισσότερο χρόνο από αυτόν των ίδιων των ιερέων. Ένα απόγευμα μου ήρθε η σκέψη, ότι ίσως το να σταυροκοπιέται με αυτόν τον τρόπο να είχε μια ειδική σημασία. Ο άνθρωπος αυτός ούτε έβρεχε τα δάχτυλά του στο αγιασμένο νερό. Έφευγε πολύ σιωπηλά. Μετά από μερικές μέρες, καταλαβαίνοντας ότι εγώ κοίταζα το τι κάνει, άρχισε να με χαιρετά με μια ελαφριά κλίση του κεφαλιού του. Τότε ήταν που πρόσεξα ότι είχε στο παρουσιαστικό του κάτι το ασυνήθιστο. Ο τρόπος που με χαιρέτησε ήταν πολύ καλοσυνάτος. Αλλά έδειχνε και μια μεγάλη δύναμη. Και όταν έφευγα από το ναό, για να πάω στην δουλειά μου, τον έβλεπα στα σκαλιά να ανάβει ή να καπνίζει ένα τσιγάρο.

Ένα απόγευμα που οι ειδήσεις ήταν αφθονότερες και κρισιμότερες απ’ το συνηθισμένο, βγήκα απ’ το ναό μαζί του, γιατί βιαζόμουν να πάω γρήγορα στη δουλειά μου. Φτάνοντας στην πόρτα συγκρουστήκαμε. Η κουτσαμάρα μου ήταν ένα εμπόδιο και για να τον αφήσω να περάσει πρώτος, έκανα μια απότομη κίνηση και άφησα να πέσει το μπαστούνι μου στο πάτωμα. Αντί να βγει, εκείνος έσκυψε αμέσως και μου το έδωσε λέγοντάς μου:

— Σας παρακαλώ να με συγχωρήσετε. Ήταν μια αδεξιότητα εκ μέρους μου.

Έμεινα κατάπληκτος, γιατί δεν χωρούσε καμμιά αμφιβολία, ότι ήμουν εγώ ο πεισματάρης στον παιδαριώδη ζήλο μου να περάσω πρώτος και μόνο όταν κατάλαβα, ότι το μπαστούνι θα μπορούσε να τον μπερδέψει το είχα αφήσει να πέσει κάτω.

Είναι περιττό να πω, ότι ήμουν πια αρκετά συνηθισμένος στο να με παραμερίζει ο κόσμος εξ’ αιτίας της κουτσαμάρας μου και ειδικά στο τραμ. Κάποια άλλη φορά και στην ίδια εκκλησία μια κυρία πολύ ευλαβική είχε πέσει επάνω μου σκοντάφτοντας στο μπαστούνι μου, που απροειδοποίητα είχα αφήσει στο πλάι. Και όταν της ζήτησα συγνώμη για την απροσεξία μου, εκείνη μου είχε πει:

— Γι’ αυτό ο Θεός σε τιμώρησε έτσι, ανεύθυνε!

Δεν αμφέβαλα καθόλου, ότι η κυρία αυτή είχε δίκιο μια που εγώ είχα αμαρτήσει, τόσο βαριά απέναντι στο Θεό στον πόλεμο έτσι που υπέθεσα, ότι τα λόγια της ήταν μια προειδοποίηση για να είμαι πιο προσεκτικός με το μπαστούνι, που είχε ενοχλήσει την τόσο σεβάσμια κυρία. Επίσης σκέφτηκα, ότι η προειδοποίηση περιελάμβανε ένα μήνυμα ώστε να μην ξαναπάω στο ναό με πατερίτσες. Η κυρία είχε βιαστεί να φτάσει στο εξομολογητήριο, όπου υπήρχε μια μακριά ουρά από κυρίες, που περίμεναν τη σειρά τους. Όταν κοίταξα εκείνη, την οποία είχα τόσο βλάψει, κατάλαβα ότι έπεφτε πάνω μου η ενοχή, ότι είχε χάσει τουλάχιστον δύο θέσεις στην ουρά εξ’ αιτίας του χρόνου που θυσίασε για να μου θυμίσει τις αμαρτίες και βλασφημίες μου. Στριφογύριζε το προσευχητάρι της με τρεμάμενα και νευρικά χέρια και κατάλαβα, ότι αυτή η κυρία χρειαζόταν στ’ αλήθεια να εξομολογηθεί και γρήγορα μάλιστα.

Διηγούμαι αυτό το περιστατικό, γιατί είχε πια φωλιάσει μέσα μου μια παθητικότητα στις κατάρες των καλών ανθρώπων τους οποίους τόσο ενοχλούσε το μπαστούνι και η κουτσαμάρα μου. Έτσι όταν αυτός ο παράξενος άνθρωπος μου ζήτησε συγνώμη για κάτι που μόνο εγώ έφταιγα, δεν κατάφερα να απαντήσω τίποτα. Τόσο έκπληκτος ήμουν μπροστά σ’ αυτό το ασυνήθιστο γεγονός. Θυμάμαι, ότι προσπάθησα να πω κάτι αλλά τα λόγια δεν μου έβγαιναν. Αυτός άνοιξε τη στενή πόρτα πολύ προσεκτικά, παραμέρισε και με προσκάλεσε:

— Περάστε πρώτος, παρακαλώ. Σίγουρα είστε βιαστικός.

Εγώ κατάφερα να κουνήσω το κεφάλι σε δείγμα ευγνωμοσύνης. Μόνο όταν βρέθηκα έξω μπόρεσα να συνέλθω από το σάστισμα και του είπα:

— Ξέρετε καλά, ότι το φταίξιμο ήταν δικό μου. Είστε πολύ ευγενικός. Ευχαριστώ πολύ.

Είναι αναγκαίο να τονίσω εδώ κάτι πολύ περίεργο, που αισθάνθηκα εκείνη τη στιγμή. Ο σεβασμός που είχε δείξει εκείνος, μου προκάλεσε ένα περίεργο ερέθισμα. Περίμενα, ότι θα απαντούσε με το γνωστό «σε καμμία περίπτωση». Περίμενα με πραγματική επιθυμία να το πει δεδομένου του ότι θα με είχε απογοητεύσει. Τι λόγο είχα να αισθάνομαι αυτή την παράξενη επιθυμία; Ακόμα δεν μπορώ να το εξηγήσω.

Αλλά αυτός δεν το είπε και τότε συνέβη άλλο πρωτοφανές γεγονός. Αισθάνθηκα μια ζωηρή χαρά, βλέποντας μια ελαφριά και σιωπηλή κίνηση του κεφαλιού του. Και μέσα μου είπα:

— Τουλάχιστον αυτός δεν είναι γλοιώδης.

Απομακρύνθηκε από κοντά μου. Άρχισα να κατεβαίνω τις σκάλες του ναού με τη συνηθισμένη αδεξιότητα των κουτσών, που κατεβαίνουν ένα σκαλοπάτι κάθε φορά. Και την μέρα αυτή το κατέβασμα ήταν τρομερά αργό για μένα. Είχα στην πλάτη μου την αίσθηση, ότι εκείνος με παρατηρούσε και με συμπονούσε. Γενικά, η συμπόνια που έδειχναν μερικοί στη χωλότητά μου, είχε μια γεύση υποκρισίας πράγμα που με εξόργιζε πολύ. Τη χαρακτήριζα σαν ψεύτικο οίκτο, σαν μια συμβατικότητα όπως όλες οι άλλες.

Ακόμα μια φορά χρειάστηκε να αλλάξω γνώμη γι’ αυτόν τον άνθρωπο. Η κρίση μου ήταν πολύ παρορμητική. Όταν έφτασα στο δρόμο κοίταξα πίσω μου και τον είδα να απομακρύνεται προς την αντίθετη κατεύθυνση από μένα σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

Δεν ξαναθυμήθηκα αυτό το περιστατικό μέχρι την επόμενη μέρα που έφτασα στο ναό. Τακτοποιούσαν το εσωτερικό του ναού και γι’ αυτό τα στασίδια, που συνήθως χρησιμοποιούσαμε εκείνος και εγώ δεν βρισκόντουσαν στην συνηθισμένη θέση. Ο άνθρωπος αυτός είχε πιάσει το άκρο του μοναδικού πάγκου, από τον οποίο μπορούσες να βλέπεις κατευθείαν το βωμό. Και η άκρη αυτή βρισκόταν κολλητά με μια κολώνα. Βολεύτηκα στον ίδιο πάγκο, όμως λίγο πιο μακριά απ’ αυτόν και είχα την πρόνοια να βάλω το μπαστούνι μου πίσω μου στο κάθισμα. Όταν αυτός τελείωσε τις προσευχές του, κάθισε’ εγώ δεν κατάλαβα την κίνησή του παρά μόνον όταν με τη σειρά μου τελείωσα και ετοιμαζόμουν να φύγω. Ο άνθρωπος περίμενε υπομονετικά, γιατί για να βγει θα έπρεπε να με διακόψει. Τέτοια λεπτότητα με συγκίνησε και περισσότερο γιατί είχα γίνει αιτία να μην φύγει μόλις τελείωσε την προσευχή του, όπως συνήθιζε. Τον κοίταξα, του χαμογέλασα και του είπα:

— Ευχαριστώ πολύ, κύριε.

Έκανε ένα νεύμα με το κεφάλι του, σηκώθηκε όρθιος και περίμενε να τακτοποιήσω το πόδι μου και να πάρω το μπαστούνι μου. Προσπάθησα να κάνω όσο πιο γρήγορα μπορούσα, για να ανταποκριθώ στη λεπτότητά του, αλλά κάνοντας μια απότομη κίνηση αισθάνθηκα έναν τόσο δυνατό πόνο, που χωρίς να καταλαβαίνω τι κάνω, αναφώνησα:

— Σκατά!

Είχα ήδη το μπαστούνι στο δεξί μου χέρι. Το άφησα να πέσει, για να κρατηθώ από την πλάτη του πάγκου και με το αριστερό χέρι έπιασα το πονεμένο μου πόδι. Σκυμμένος κατάλαβα τι είχα πει και σήκωσα το κεφάλι για να κοιτάξω τον άνθρωπο εκείνο ενώ αισθανόμουν το πρόσωπό μου φλογισμένο από ντροπή. Όμως εκείνος χαμογελούσε ατάραχος και με την ίδια γλυκιά έκφραση είπε σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου.

— Αμήν.

Ήταν τόσο απότομο το σοκ που μου προκάλεσε, που δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τα γέλια και αναγκάστηκα να κλείσω το στόμα μου με το χέρι, για να μη δημιουργήσω κανένα σκάνδαλο. Μόλις είχα ξεστομίσει μια χοντράδα μπροστά στον άνθρωπο αυτόν, που φανερά έπαιρνε πολύ στα σοβαρά αυτήν την θρησκευτική εκδήλωση. Παρ’ όλα αυτά όχι μόνο δεν έδειξε θυμωμένος ή ενοχλημένος, αλλά είχε σκορπίσει την ντροπή και την ενοχή μου με τέτοιο τρόπο, που βρέθηκα στην πιο αυθόρμητη ιλαρότητα. Γιατί έτσι όπως είμαι βίαιος έχω εύκολο το γέλιο. Το ένα πάει μαζί με το άλλο.

Έκανα μια προσπάθεια και συνήλθα όσο μπορούσα. Πήρα το μπαστούνι μου και άρχισα να βγαίνω με τη συνηθισμένη δυσκολία μου. Ο άνθρωπος εκείνος δεν έκανε την παραμικρή κίνηση, για να με βοηθήσει και για το λόγο αυτό αισθάνθηκα ευχαριστημένος. Το «αμήν» του ήταν μια σημαντική παραχώρηση προς την αδυναμία μου.

Όταν βρεθήκαμε έξω όμως, αισθάνθηκα υποχρεωμένος να του δώσω μια εξήγηση, έτσι τον σταμάτησα και του είπα:

— Κύριε, σας παρακαλώ να με συγχωρήσετε. Πιστέψτε με, ήταν μια αθέλητη αναφώνηση. Ο πόνος ήταν τόσο διαπεραστικός...

— Καταλαβαίνω -μου είπε εκείνος-. Αυτοί οι πόνοι είναι πράγματι δυνατοί. Κάτω από αυτές τις συνθήκες το ξεφωνητό σας ήταν φυσικό. Δεν έχετε κανένα λόγο να μου ζητάτε, να σας συγχωρήσω.

Ομολογώ, ότι πέρασε πολύς καιρός πριν καταλάβω τη φράση του. Ακόμα και τώρα μου φαίνεται ανεξήγητη. Αλλά τη στιγμή εκείνη ούτε που το σκέφτηκα μια που ήμουν απασχολημένος στο να εκφράσω τη συγνώμη μου και να ανταποκριθώ με το παραπάνω στην ευγενική του συμπεριφορά απέναντί μου και έτσι του είπα:

— Καταλαβαίνω, ότι η λέξη που είπα πρέπει να προσέβαλε την ευλάβειά σας. Υπήρξατε υπερβολικά ευγενικός μαζί μου και δεν θα ήθελα να σας δυσαρεστήσω. Στο τέλος η ευλάβεια μου δεν συγκρίνεται με τη δική σας’ εγώ δεν έρχομαι στο ναό, για να λατρέψω ούτε για να ζητήσω συγχώρεση για τις αμαρτίες μου, γιατί ξέρω, ότι είναι ασυγχώρητες και επιπλέον δεν την αξίζω. Έρχομαι να ζητήσω βοήθεια για πράγματα πολύ λίγο πνευματικά. Όπως μπορείτε να δείτε μαζεύω την μια αμαρτία πίσω από την άλλη και όλα αυτά λόγω ενός πόνου στο πόδι.

Εκείνη τη στιγμή μου είπε την πρώτη του παραδοξολογία. Μιλώντας πολύ εξεζητημένα και με παύσεις είπε:

— Το καλό και η αρετή, το αμάρτημα και το κακό, το ίδιο, μπορούν να υπάρχουν μόνο στην αγρύπνια. Αυτός που κοιμάται, κοιμάται’ για τον κοιμισμένο δεν υπάρχει αμάρτημα, όπως δεν υπάρχει καλό ούτε υπάρχει αρετή. Υπάρχει μόνο ύπνος.

Τον κοίταξα με έκφραση κάποιας υποψίας, ότι έχω να κάνω με τρελλό αλλά το βλέμμα του, ήταν τόσο καθάριο, ήταν τόσο σταθερό στα μάτια μου, χωρίς γι’ αυτό να είναι αναιδές, που δίστασα πριν ολοκληρώσω την κρίση μου. Δεν είπα τίποτα. Αυτός συνέχισε:

— Στην πραγματικότητα κανείς δεν αμαρτάνει προμελετημένα, κανείς δεν μπορεί να κάνει κακό προμελετημένα. Στον ύπνο τα πράγματα είναι όπως είναι και μόνο έτσι μπορούν να είναι. Όταν κοιμάσαι δεν μπορείς, να ελέγχεις και να εξουσιάζεις ότι συμβαίνει στον ύπνο σου.

— Ομολογώ, ότι δεν μπορώ να σας καταλάβω, του είπα.

— Είναι απόλυτα φυσικό να είναι έτσι. Ξεχάστε αυτό το περιστατικό, που δεν έχει σημασία.

— Φοβάμαι όμως ότι σας πλήγωσα με αυτή την αθέλητη έκφρασή μου.

— Όχι, όχι δεν με πληγώσατε κατά κανένα τρόπο. Πληγωθήκατε εσείς ο ίδιος. Το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων πληγώνονται μόνοι τους μ’ αυτό τον τρόπο, ακριβώς γιατί σχεδόν όλα όσα σκέφτονται, αισθάνονται και κάνουν είναι αθέλητα.

— Θα χαιρόμουν αν μπορούσα να σας καταλάβω. Αυτά που μου λέτε είναι πολύ συγκεχυμένα και λυπάμαι, που οι έγνοιες μου δεν με αφήνουν να στοχαστώ το νόημα των λόγων σας.

— Ακόμα και στον ύπνο του ο άνθρωπος έχει ορισμένη ικανότητα επιλογής πολύ περιορισμένη βέβαια’ αλλά την έχει. Οπωσδήποτε όμως, όταν την εφαρμόζει αυτή η ικανότητα αυξάνει. Αν το ενδιαφέρον σας να καταλάβετε είναι ειλικρινές και βαθύ δεν θα σας είναι δύσκολο να καταλάβετε, ότι ο κοιμισμένος άνθρωπος μπορεί να διαλέξει το ξύπνημα απ’ το να συνεχίσει να κοιμάται.

Δεν ενδιαφερόμουνα για αινίγματα τέτοιου είδους. Ωστόσο με συνέπαιρνε ο τρόπος, που μιλούσε αυτός ο άνθρωπος. Βιαζόμουν όμως να πάω στο γραφείο μου, για να δω αν είχε επαληθευτεί ή όχι το τελευταίο μου προγνωστικό. Εξ’ άλλου η γενική κρίση στην Ευρώπη μας κρατούσε όλους απασχολημένους έτσι που η ψυχική μου κατάσταση δεν ήταν προδιατεθειμένη να εμβαθύνει στα λόγια, που μόλις είχα ακούσει. Για να μην φανώ αγενής, του είπα:

— Σίγουρα αυτά που λέτε είναι σωστά. Τουλάχιστον για την περίπτωσή μου. Αισθάνομαι ανακούφιση, που δεν πρόσβαλα το θρησκευτικό σας αίσθημα. Θα προσπαθήσω να είμαι πιο προσεκτικός άλλη φορά. Τώρα σας ικετεύω να με συγχωρήσετε, γιατί πρέπει να πάω στη δουλεία μου.

Ήμουνα έτοιμος να του πω το συνηθισμένο «εις το επανειδείν», όταν εκείνος με διέκοψε:

— Δεν έχω συγκεκριμένη κατεύθυνση, έτσι αν μου το επιτρέπετε θα σας συνοδεύσω.

Εγώ πάντα απέφευγα την συντροφιά φίλων και γνωστών ξέροντας ότι η χωλότητά μου τους προκαλούσε ανυπομονησία δεδομένου, ότι εγώ θα έπρεπε σχεδόν να σέρνω το πληγωμένο μου πόδι. Και ήμουν έτοιμος να του πω όχι, ότι βιαζόμουν, όταν κατάλαβα, ότι η δικαιολογία μου ήταν αφελής. Δεν μπορούσα με κανένα τρόπο, να μιλάω για βιασύνη. Μη ξέροντας τι να πω, κατάφερα μόνο να του πω:

— Πολύ ευχαρίστως.

Αλλά από μέσα μου έβραζα από λύσσα. Αυτός ο άνθρωπος επιβαλλόταν στη θέλησή μου με έναν τρόπο τόσο απαλό και συνάμα τόσο αποφασιστικό, που δεν μπόρεσα να κρύψω τον εκνευρισμό μου και άρχισα να κινούμαι σιωπηλά. Κάθε του κίνηση ήταν εξ’ άλλου, μελετημένη. Ενώ εγώ κατέβαινα με δυσκολία τις σκάλες του ναού προς τον δρόμο εκείνος μου είπε, ότι θα προχωρούσε για να αγοράσει τσιγάρα. Όταν ξαναβρεθήκαμε μαζί, έπαιξε με το πακέτο και φτάνοντας στη γωνία δεν έκανε εκείνη την κίνηση οίκτου, που τόσο με εκνευρίζει με τους άλλους, να με βοηθήσει να περάσω στον απέναντι δρόμο. Περπάτησε πλάι μου με φυσικότητα σαν το βάδισμά μου να ήταν φυσιολογικού ανθρώπου. Παρ’ όλα αυτά μου φάνηκε, ότι κατάλαβε τον εσωτερικό μου εκνευρισμό, γιατί μου είπε:

— Οι πόνοι σαν αυτούς από τους οποίους υποφέρετε είναι αυτό που εκφράσατε στην εκκλησία. Και θα μου άρεσε να τους διώξετε από πάνω σας.

Αυτό αύξησε τον εκνευρισμό μου. Ήμουνα έτοιμος να του πω, ότι ο οίκτος με αρρώσταινε και οπωσδήποτε αυτόν δεν μπορούσε αληθινά να τον ενδιαφέρει αν εγώ υπέφερα ή όχι από πόνους. Αλλά κάτι με συγκράτησε και έμεινα σιωπηλός. Περπατούσαμε με το βήμα μου, πολύ αργά. Για ένα διάστημα και οι δύο μείναμε σιωπηλοί. Άρχισα να θυμάμαι, ότι και από την πλευρά μου περισσότερες από μια φορά είχα επιθυμήσει ζωηρά την εξαφάνιση των πόνων, που υπέφεραν άλλοι πιο βαριά από μένα τραυματισμένοι ειδικά στα νοσοκομεία του αίματος. Έτσι σκέφτηκα, ότι ίσως αυτός ο άνθρωπος να μην ήταν υποκριτής λέγοντάς μου αυτό που αισθανόταν για την περίπτωσή μου. Άρχισα να αισθάνομαι πιο ήσυχος και επιπλέον αισθάνθηκα μεγαλύτερη εμπιστοσύνη προς αυτόν. Μου πρόσφερε ένα τσιγάρο και παρατηρώντας την κίνησή μου να βρω σπίρτα στην τσέπη μου με το μπαστούνι κρεμασμένο στο μπράτσο, με άφησε ν’ ανάψω. Αισθάνθηκα συμπάθεια γι’ αυτόν και αποφάσισα να του εξομολογηθώ το απογοητευτικό μου μυστικό.

— Ελπίζω, ότι δεν σας προσβάλλω με αυτό που θα σας πω, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι πηγαίνω στην εκκλησία να δω αν με βοηθούν οι προσευχές να αποκτήσω κάπως μεγαλύτερη ικανότητα στο να ανταπεξέρχομαι στην δουλειά μου. Ελπίζω έτσι να κερδίσω μια αύξηση του μισθού μου. Το χρειάζομαι και δουλεύω έξτρα ώρες για να μπορέσω, να πληρώσω την εγχείρηση του ποδιού μου και να γιατρευτώ. Αλλά μη σκεφτείτε, ότι περιμένω κάποιο θαύμα’ ζητάω ακόμα, άλλα πράγματα που ίσως να είναι υπερβολικά μίζερα.

— Καταλαβαίνω, μου είπε.

— Ελπίζω να μπορέσω, να συγκεντρώσω το ποσόν που χρειάζεται σε λίγο καιρό. Όταν θα μπορέσω να περπατήσω καλά, θα μπορώ να εργάζομαι καλύτερα και να κάνω μια καριέρα και να αποκτήσω ένα όνομα.

— Κατά τα φαινόμενα έχετε ένα αρκετά συγκεκριμένο στόχο.

— Καλά, χωρίς ένα συγκεκριμένο στόχο είναι πολύ λίγα αυτά, που μπορεί να κάνει κανείς, του είπα.

— Είναι μεγάλο πράγμα να έχεις ένα συγκεκριμένο σκοπό, να ξέρεις τι θέλεις. Είναι πολύ πιο σημαντικό απ’ όσο πολλοί φαντάζονται. Αλλά είναι πολύ λίγοι οι άνθρωποι, που πραγματικά ξέρουν τι θέλουν στη ζωή’ μερικοί πιστεύουν, ότι ξέρουν, αλλά κάνουν λάθος. Μπερδεύουν τους σκοπούς με τα μέσα που χρησιμοποιούν και πολλές φορές συμβαίνει τα μέσα να είναι το αληθινό τέλος τους. Αλλά επειδή τα βλέπουν σαν μέσα, γιατί δεν μπορούν να δουν περισσότερο, ούτε καλύτερα, χρησιμοποιούν μεγάλα και ύψιστα μέσα για σκοπούς αρκετά μίζερους. Έτσι εκπορνεύεται η γνώση.

Αυτό το σχόλιο μου προκάλεσε μια εσωτερική δυσαρέσκεια και απάντησα:

— Αναφέρεστε στην περίπτωσή μου, για το γεγονός, ότι δεν πηγαίνω στην εκκλησία με σκοπούς πνευματικούς;

— Όχι -μου απάντησε εκείνος- μιλάω γενικά. Δεν πιστεύω, ότι με έχετε εξουσιοδοτήσει να χειρίζομαι άμεσα τις προσωπικές σας υποθέσεις. Κατά τα άλλα όταν θέλω να πω κάτι το λέω κατευθείαν και χωρίς περιστροφές.

— Ίσως να σας έκανε εντύπωση η συμπεριφορά μου στην εκκλησία. Αλλά είναι γιατί δεν ξέρω να προσευχηθώ, ούτε ξέρω να λατρέψω. Ξέρω μόνο να ζητώ και ζητώ με τον τρόπο μου. Η θρησκεία έπαψε να με ενδιαφέρει για πολλούς λόγους.

— Αλλά όπως φαίνεται, δεν χάσατε την πίστη σας και είναι το μόνο που έχει σημασία στην πραγματικότητα. Και ιδιαίτερα στην περίπτωσή σας. Υπάρχουν πολλά να ειπωθούν σχετικά με την πίστη. Είναι κάτι που πρέπει να αναπτυχθεί στον άνθρωπο. Και σχετικά με το να ξέρει να προσεύχεται κανείς είναι απλούστερο απ’ όσο νομίζετε. Στους καιρούς μας έχει γίνει πολύ περίπλοκο το συναίσθημα της προσευχής. Έχω την γνώμη, ότι όταν ξέρεις τι θέλεις και παλεύεις για να το επιτύχεις, ακόμα και όταν δεν το διατυπώνεις με λόγια, βρίσκεσαι σε διαρκή προσευχή. Κάποτε διάβασα κάπου, ότι κάθε βαθιά επιθυμία είναι μια προσευχή και ποτέ δεν μένει χωρίς ανταπόκριση’ ο άνθρωπος πάντα παίρνει, ότι ζητά. Αλλά επειδή ο άνθρωπος γενικά δεν ξέρει τι πράγματι θέλει η καρδιά του, δεν ξέρει ούτε να ζητήσει αυτό που τον συμφέρει περισσότερο. Έτσι υπολογίζω ότι ο Κύριος Ημών για παράδειγμα, είναι μια προσευχή προσιτή μόνο από μια καρδιά διψασμένη για αλήθεια και πεινασμένη για το καλό. Κάθε αληθινό θαύμα στηρίζεται σ’ αυτό, αλλά ο μοντέρνος άνθρωπος δεν το βλέπει πια με αυτόν τον τρόπο και επίσης έχει χάσει το πραγματικό συναίσθημα του θαυμαστού. Το αναζητά έξω από τον εαυτό του, στο φαινομενικό. Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει ξεχάσει πολλά απλά πράγματα και αυτό το ξέχασμα είναι η αλήθεια, που υπόκειται στο νόημα του προπατορικού αμαρτήματος.

— Εγώ δεν πιστεύω στα θαύματα, απάντησα.

— Πιθανά να είναι αυτή η διατύπωσή σας. Αλλά να μου επιτρέψετε να αμφιβάλλω για τα λόγια σας.

— Δεν ξέρω τι πιστεύω εγώ;

— Τα γεγονότα το φανερώνουν. Είναι πολύ απλό, αν τα παρατηρήσετε καλά. Αν δεν πιστεύατε στα θαύματα, δεν θα καταφεύγατε στην εκκλησία.

Και χωρίς να μου δώσει ευκαιρία να απαντήσω, με αποχαιρέτησε λέγοντας:

— Απόλαυσα πολύ την συντροφιά σας. Σας είμαι υπόχρεος. Ίσως να επανέλθουμε σ’ αυτά τα θέματα αν σας ενδιαφέρουν. Θα πάτε αύριο στην εκκλησία;

— Σίγουρα, του είπα. Αν είμαι ζωντανός.

— Και αν ο Θεός το επιτρέπει, πρόσθεσε εκείνος πολύ σοβαρά.

Έμεινα μπερδεμένος. Αυτή η τελευταία φράση με είχε ενοχλήσει. Ορισμένες φορές ο άνθρωπος αυτός έμοιαζε το πρότυπο της σύνεσης, αλλά να που οι παραδοξότητες και οι αντιφάσεις του με βασάνιζαν. Τέλος πάντων, είπα στον εαυτό μου, τουλάχιστον είναι τίμιος και δεν φαίνεται γλοιώδης.

Κεφάλαιο 4

Ξαναπερπατήσαμε μαζί την επόμενη. Και την άλλη επίσης. Και έτσι δημιουργήθηκε μεταξύ μας μια όμορφη και ειλικρινής φιλία. Οι παραδοξολογίες του ακούγονταν μόνο από απόγευμα σε απόγευμα. Ενδιαφερόταν για το αν τρώω καλά και αν ξεκουραζόμουν αρκετά. Με παρότρυνε μέχρι να αφήσω την υπερωριακή μου δουλειά, που μου στερούσε ύπνο και ανάπαυση. Με βοηθούσε να κάνω τα προγνωστικά μου και γρήγορα γέμισα διάφορα σημειωματάρια με σημειώσεις. Αλλά αυτό που φαινόταν να τον απασχολεί περισσότερο, ήταν το πόδι μου. Και μια μέρα δειλά-δειλά τόλμησε να μου πει:

— Συζήτησα την περίπτωσή σας μ’ ένα χειρούργο. Αν μπορείτε να πληρώσετε τις ακτινογραφίες, εκείνος θα σας χειρουργήσει δωρεάν. Τα έξοδα του νοσοκομείου, της αναισθησίας, του θαλάμου κ.λ.π. μπορείτε να τα πληρώσετε με δόσεις. Σας ενδιαφέρει;

— Φυσικά! Φώναξα γεμάτος χαρά.

Εκείνο τον καιρό είχαμε αποκτήσει λίγο περισσότερη οικειότητα και γνωριζόμασταν καλύτερα. Με γοήτευε ο ειλικρινής και ανοιχτός τρόπος, που έκανε τα πράγματα’ ειδικότερα ο τρόπος που εκτόξευε την γνώμη του χωρίς να σκοτίζεται για την δική μου. Αλλά το θρησκευτικό θέμα το είχε κάνει πέρα, πράγμα που δεν σταμάτησε να μου προκαλεί έκπληξη.

Πήρα την απαραίτητη άδεια από τους προϊσταμένους μου, για να απουσιάσω από το γραφείο και ακόμα μου έδωσαν μια προκαταβολή από μελλοντικούς μισθούς μου, για να συμπληρώσω το ποσόν που έλειπε. Εκείνο το σημαντικό απόγευμα ο φίλος μου με περίμενε στην πόρτα της εκκλησίας.

— Αργήσαμε -μου είπε . Πάμε με ταξί.

Στην διαδρομή δεν ανταλλάξαμε ούτε λέξη, εκτός:

— Είναι κρίμα, που αυτό το απόγευμα δεν μπόρεσα να προσευχηθώ. Θα μου άρεσε να ευχαριστήσω για όλα αυτά.

— Ησύχασε από αυτήν την άποψη, μου απάντησε εκείνος. Έχουν δοθεί, έχουν ληφθεί και είστε ήσυχος με Εκείνον.

Δεν βρήκα καιρό, ούτε για να εκπλαγώ, γιατί εκείνη την στιγμή φθάσαμε στην κλινική και εκείνος βγήκε για να πληρώσει το ταξί.

Εκείνες οι πέντε βδομάδες πέρασαν τόσο γρήγορα, που σχεδόν δεν μπορώ να θυμηθώ τις λεπτομέρειες. Εκείνος με επισκεπτόταν καθημερινά’ ανέλαβε ορισμένες προσωπικές υποθέσεις μου, που εγώ δεν μπορούσα να φροντίσω και όταν ο γιατρός μου επέτρεψε να σηκωθώ και έκανα δοκιμή να περπατήσω, περίμενε απομακρυσμένος.

Οι πρώτες μου μέρες χωρίς μπαστούνι στην κλινική ακόμα ήταν αρκετά δυσάρεστες. Είχα αποκτήσει την συνήθεια να κουτσαίνω και νοσταλγούσα το μπαστούνι. Ο φίλος μου, μου είπε:

— Κάθε συνήθεια είναι επίκτητη και μπορεί κανείς να την αλλάξει. Κάνε αυτή την δοκιμή.

Και βάζοντάς μου στο χέρι ένα κουτί σπίρτα μου υπέδειξε:

— Πίεσέ το στο χέρι σου, σαν να ήταν η λαβή του μπαστουνιού σου.

Μετά από ορισμένες δοκιμές άρχισα να διαπιστώνω, ότι κάνοντας το με αυτόν τον τρόπο αισθανόμουν πιο σίγουρος και περπατούσα καλύτερα. Πέρασε ο καιρός και μου έδωσαν το εξιτήριο. Την ημέρα εκείνη ο φίλος μου ήρθε και φύγαμε από την κλινική μαζί. Όταν ευχαρίστησα τον χειρούργο επειδή δεν μου πήρε χρήματα για την εγχείρηση, πρόσεξα ότι ταράχτηκε. Πολύ καιρό μετά έμαθα, ότι αυτή του η ταραχή οφειλόταν στο ότι ο φίλος μου είχε πληρώσει όλα τα έξοδα. Ποτέ δεν μου έδωσε την ευκαιρία να τον ευχαριστήσω για την χειρονομία του αυτή.

Όταν φεύγαμε από την κλινική και εγώ περπατούσα πλάι του χαρούμενος, έκανε ένα από τα παραδοξολογικά του σχόλια:

— Ο κόσμος νομίζει, ότι οι συνήθειες αφήνονται, όταν στην πραγματικότητα αυτό που κάνουμε είναι να τις αλλάζουμε. Η σοφία του ανθρώπου αποδεικνύεται ακριβώς με το ποιες συνήθειες αλλάζει και ποιες υιοθετεί στην θέση αυτών, που πιστεύει ότι άφησε. Σας το λέω με διπλό σκοπό: Ο πρώτος είναι, να μάθετε να γνωρίζετε τον εαυτό σας’ ο άλλος είναι, να σας υποδείξω μια λεπτομέρεια από την οποία μπορείτε να πιάσετε την άκρη της κλωστής αυτής της γνώσης, που μερικοί πολύ σοφοί άνθρωποι θεωρούν απαραίτητη για την ανθρώπινη ευτυχία. Για παράδειγμα εσείς τώρα σφίγγετε το κουτί από τα σπίρτα και κρύβετε αυτή τη συνήθεια έχοντας το χέρι στην τσέπη. Αυτό δεν είναι ιδιαίτερα βλαβερό. Σας το λέω μόνο και μόνο για να μάθετε να παρατηρείτε τον εαυτό σας. Για την ώρα αρκεί που το ξέρετε. Μπορεί να εξακολουθούσατε να πιστεύετε, ότι αφήσατε τη συνήθεια του μπαστουνιού, αλλά αυτό που αφήσατε είναι μόνο το μπαστούνι και όχι την συνήθεια να ακουμπάτε σε κάτι για να περπατάτε. Τώρα ακουμπάτε σε ένα κουτί από σπίρτα. Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνετε, τι θέλω να πω.

Έβγαλα το χέρι από την τσέπη αμέσως κάπως ντροπιασμένος, αλλά εκείνος είπε:

— Όχι δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου. Δεν με καταλάβατε. Βλέπετε, μπορούσατε να αλλάξετε τη συνήθεια να περπατάτε ακουμπισμένος σε κάτι, με τη συνήθεια να αντιδράτε με έναν υπέρμετρο εγωισμό και αυτό θα ήταν πραγματικά βλαβερό. Το φρόνιμο είναι, να μπορείς να ξεχωρίζεις αυτά τα πράγματα, αυτές τις ασημαντότητες, γιατί από ασημαντότητες είναι φτιαγμένο κάθε τι μεγάλο. Όταν θέλουμε να γίνουμε καλύτεροι και δεν ξέρουμε ακριβώς και για μας τους ίδιους τι είναι καλύτερο ή τι είναι χειρότερο, εύκολα πέφτουμε σε άτοπα και υποδουλωνόμαστε σε κάτι, που άλλοι ορίζουν, ότι είναι καλύτερο ή χειρότερο. Σε κάθε ανθρώπινο πλάσμα υπάρχει ένας Δικαστής διατεθειμένος πάντα να μας προσανατολίσει’ αλλά χάρις στην κάκιστη παιδεία μας και στις συνέπειές της όπως και σε άλλα πράγματα ή αγνοούμε αυτόν τον Εσωτερικό Δικαστή ή ακόμα όταν μας μιλάει δεν του δίνουμε την απαιτούμενη προσοχή. Αυτός ο Δικαστής είμαστε εμείς οι ίδιοι με διαφορετική μορφή, ας πούμε αόρατη. Θα τολμούσα να σας πω, ότι στην περίπτωση τη δική σας ο Δικαστής αυτός είναι που σας έκανε να πάτε στην εκκλησία και αυτός σας καθοδήγησε σε πολλές από τις δυστυχίες σας. Να θυμάστε αυτόν το Δικαστή και να διαπιστώνετε την παρουσία του μέσα σας, είναι πράγμα πολύ σημαντικό. Και εφόσον πρόκειται για μια παρουσία, ας πούμε ανώτερη από εμάς τους ίδιους, αυτόν το Δικαστή μπορούμε να τον ονομάσουμε ΕΓΩ. Αλλά όχι αυτό το κοινό «εγώ» που ξέρουμε. Προσπαθώντας να το νοιώσουμε σε κάθε μας πράξη, στα συναισθήματά μας, στις σκέψεις μας το τροφοδοτούμε. Πιθανώς μπορούμε να κατορθώσουμε να το συλλάβουμε σαν κάτι εξαιρετικό, πολύ έξυπνο και με κατανόηση. Είναι μια αίσθηση και ένα συναίσθημα πολύ διαφορετικά από αυτά, που έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε σαν ΕΓΩ. Δεν εμφανίζεται από το βράδυ ως το πρωί αλλά θα πρέπει να το κατεργαστούμε υπομονετικά. Φτάνει όμως για τώρα. Σκεφτείτε το, σας παρακαλώ. Σας αρέσει να πηγαίνετε με ποδήλατο;

Απάντησα ότι ναι.

— Θαυμάσια, είπε εκείνος. Αν θέλετε, όταν επιστρέψω από ένα ταξίδι, που πρέπει να κάνω τώρα, μπορούμε να αρχίσουμε να κάνουμε περιπάτους μαζί. Ευτυχώς διαθέτω δύο. Το ένα είναι ενός αδελφού που πέθανε. Θα σας άρεσαν αυτοί οι περίπατοι;

— Έτσι πιστεύω, του είπα.

Και πραγματικά ελευθερωμένος από την χωλότητά μου αισθανόμουν, ότι ο κόσμος ήταν ένα θαυμάσιο πράγμα. Αποχαιρέτησα τον φίλο μου. Την επόμενη μέρα πήγα στην εκκλησία πολύ νωρίτερα από το συνηθισμένο. Εξέφρασα την ευγνωμοσύνη μου στο Χριστό και την ώρα που μουρμούριζα τον πρόχειρο λόγο μου, θυμήθηκα τα λόγια του φίλου μου στην πρώτη μας συζήτηση.

— Αν δεν πιστεύατε στα θαύματα δεν θα ερχόσαστε στην εκκλησία.

Συνειδητοποίησα, ότι σε όσα είχα ζήσει μόλις τώρα είχε συμβεί ένα θαύμα, αλλά δεν είχα πεισθεί εντελώς. Όλα είχαν συμβεί υπερβολικά συμπτωματικά και ακόμα ήμουν συνηθισμένος να σκέπτομαι, ότι τα θαύματα, για να είναι πραγματικά, έπρεπε να γίνονται μέσα σε δευτερόλεπτα. Το δικό μου είχε καθυστερήσει περίπου ένα χρόνο και αυτό δεν ήταν κατ’ εμένα ένα θαύμα. Πιθανόν αυτός που το διαβάζει αυτό μπορεί να εξηγήσει την αιτία, γιατί μέσα μου υπήρχε μια φωνή, μια ιδέα κάτι τι, που επέμενε ότι είχε συμβεί το θαύμα, αλλά εγώ δεν μπορώ να δώσω μια εξήγηση, που να με ικανοποιεί απόλυτα παρ’ όλο που ο φίλος μου μου μιλούσε συχνά για την «φαντασία του χρόνου». Σ’ αυτό που μου ζήτησε να δημοσιεύσω υπάρχει μια αναφορά στον χρόνο και στην αγάπη, που εγώ ειλικρινά δεν καταλαβαίνω. Περιορίστηκα να αντιγράψω στην γραφομηχανή τις σημειώσεις, που μου παρέδωσε.

Αλλά ας γυρίσουμε σ’ εκείνον.

Κεφάλαιο 5

Όπως ήδη το έχω αναφέρει, ποτέ δεν έμαθα το όνομά του, το αληθινό του όνομα. Καμμιά φορά έλεγε, ότι τα ονόματα δεν έχουν σημασία, ότι το αληθινά σημαντικό βρίσκεται πιο κοντά μας από το ίδιο μας το όνομα και ότι είναι πιο αληθινό από το όνομά μας. Έλεγε, ότι τα ονόματα είναι μια κοινωνική συμβατικότητα, ένα μέσον αναγνώρισης. Άλλοτε έλεγε, ότι αισθάνεται ταυτισμένος με κάποιες συγκεκριμένες και παράξενες μέλισσες του Yucatán, άλλοτε με έναν Πρίγκιπα Canek, που αγαπήθηκε από κάποια Πριγκίπισσα Sac-Nicté, άλλες φορές συνήθιζε να λέει, ότι η αγάπη του για τον Ήλιο τον ωθούσε να εξισώνεται πνευματικά με κάποιον Ίνκα ονομαζόμενο Yahuar Huakak, του οποίου τις ανησυχίες είχε μοιραστεί κάποτε παρ’ όλο που μεταξύ τους μεσολαβούσε το κρύο μερικών αιώνων. Άλλες φορές μου εξομολογούνταν, ότι ήταν ερωτευμένος με τη σοφία του Ιωάννη και με μερικά πράγματα του Melchisedec.

Πολύ συχνά τον άκουγα να σχολιάζει.

— Το μόνο που αληθινά έχει σημασία, είναι να Είσαι. Όταν ο άνθρωπος ΕΙΝΑΙ, τα υπόλοιπα έρχονται σαν συμπλήρωμα.

Στις σημειώσεις μου εκείνης της εποχής συναντώ γραμμένα μερικά από τα λόγια του: « Ο χρόνος, το κύλισμα της ζωής και των γεγονότων του ανθρώπου είναι πράγματα, που πολύ λίγοι λογαριάζουν και ακόμα λιγότεροι είναι ικανοί να καταλάβουν. Η ζωή η ίδια είναι ένα θαύμα, αλλά εμείς την προσπερνάμε. Έχουμε σαν δεδομένα πολλά πράγματα, που δεν είναι αληθινά, που θα έπαυαν να είναι δεδομένα αν τα υποβάλλαμε σε μια ερώτηση, σε ένα «γιατί». Δεν γνωρίζουμε ποιοι είμαστε πραγματικά, ούτε τι είναι αυτό που πραγματικά είμαστε, ποιες είναι οι πραγματικές ροπές, που μας ζωντανεύουν. Λίγοι πείθονται γι’ αυτό. Οι περισσότεροι πιστεύουν, ότι με το όνομα, το επάγγελμα και μερικά άλλα περιστασιακά πράγματα, τα ξέρουν όλα. Ο τρόπος που σκεφτόμαστε είναι ακόμα πολύ αφελής. Πολλά πράγματα που ο άνθρωπος αποδίδει στην σύγχρονη μόρφωση, πρέπει να τα ψάξουμε στα βάθη της πιο αγνής ψυχολογίας, που είναι κάτι που έχει χαθεί. Αλλά συμβαίνει να υπάρχουν πολλοί ψυχολόγοι που δεν καταλαβαίνουν ούτε καν αυτά, τα οποία λένε οι ίδιοι. Διαφορετικά θα είχε πάψει να υπάρχει η ψυχανάλυση από καιρό. Η κοινή επιστήμη δεν πιστεύει, ούτε αποδέχεται τα θαύματα γιατί δεν είναι πραγματική επιστήμη. Υπάρχουν άνθρωποι της επιστήμης, που περιστασιακά και για ηθικούς λόγους, συνηθίζουν να μιλάνε για το πνευματικό αλλά ούτε καν σταματούν, για να μελετήσουν το τι είναι η ύλη αυτή καθ’ εαυτή. Υπάρχουν άνθρωποι υποθετικά πνευματικοί, που δεν αντιλαμβάνονται τη σπουδαιότητα αυτού που είπε ο Ιησούς στον Νικόδημο και που το Ευαγγέλιο καταγράφει με τα παρακάτω λόγια: «Εάν σας είπα λόγους γήινους και δεν πιστέψατε, πώς θα πιστέψετε εάν σας έλεγα ουράνιους λόγους;» Είναι ότι η επιστήμη δεν θέλει να αντιληφθεί, ότι στους λόγους, στις παραβολές, στα θαύματα και σε όλα τα γνωστά έργα του Ιησού υπάρχει πολύ περισσότερη επιστήμη, απ’ ότι κανονικά μπορούμε να φανταστούμε. Εξ’ αιτίας αυτού, η φιλοσοφία που γνωρίζουμε βασίζεται στις αντιεπιστημονικές αφέλειες, έτσι όπως και η χριστιανική θρησκεία, που εμείς γνωρίζουμε αντιμάχεται τις θεμελιώδεις αλήθειες, που δίδαξε ο Ιησούς. Αλλά δεν πρέπει να απελπιζόμαστε. Υπάρχουν αυτοί, που κρατούν τα κλειδιά της αληθινής επιστήμης και οι γνώσεις τους είναι ακριβείς και συγκεκριμένες και δεν μπορεί κανείς να λαθέψει αναφορικά με αυτούς. Η μόνη δυσκολία που υπάρχει είναι, ότι σ’ αυτήν την επιστήμη και σ’ αυτές τις γνώσεις κανείς δεν φθάνει συμπτωματικά. Πρέπει να τα ψάξει με πάθος και να προετοιμαστεί ο ίδιος για πολύ καιρό. Αλλά όλοι μπορούμε να έρθουμε σε επαφή με αυτούς τους ανθρώπους, μπορούμε να έχουμε επαφή δια μέσου των ιδεών τους και πάνω απ’ όλα διαμέσου των προσπαθειών, που κάνουμε για να τις κατανοήσουμε. Είναι η ειλικρινής προσπάθεια που μετρά. Υπάρχει πολύ υλικό και ειδικότερα σε βιβλιογραφία. Λίγοι υποπτεύονται, ότι ένα βιβλιαράκι, που κοστίζει ελάχιστα περιέχει τις πιο θαυμαστές διδαχές, που μπορεί κάποιος να επιθυμήσει. Όπως λέω, σκεπτόμαστε πολύ απλοϊκά ή καλύτερα δεν ξέρουμε, πως να σκεφτούμε. Η επιστήμη και η φιλοσοφία για παράδειγμα, χρησιμοποιούν μέσα, που αν εμβάθυναν σ’ αυτά θα κατέληγαν σε ολοκληρώματα. Ένα από αυτά τα μέσα είναι γνωστό με το όνομα «διαίσθηση». Η επιστήμη αγνοεί το πόσα οφείλει στην διαίσθηση’ το ίδιο συμβαίνει και με τη φιλοσοφία. Πρόκειται για μια διαβάθμιση ή ταχύτητα διαφορετική από τη λειτουργία της ανθρώπινης νοημοσύνης. Το ίδιο μπορούμε να πούμε για την τέχνη και τη θρησκεία. Οι αποκαλύψεις στις οποίες βασίζεται το θρησκευτικό δόγμα, είναι κάτι το οποίο όλοι οι θεολόγοι θέλουν να επεξεργαστούν χωρίς να αντιλαμβάνονται, ότι με την ταχύτητα, που εργάζεται η κοινή λογική είναι υλικό το οποίο είναι αδύνατον να επεξεργαστεί».

— Τι βιβλιαράκι είναι αυτό, που κοστίζει ελάχιστα; Ρώτησα.

— Είναι η επί του όρους ομιλία. Είναι το σύνολο των κεφαλαίων πέντε, έξι και επτά του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου.

— Η θρησκεία γιατί δεν αναφέρει τίποτα σχετικά με αυτό;

Ο φίλος μου με κοίταξε και χαμογέλασε.

— Η θρησκεία δεν αντιλαμβάνεται, ότι το λάθος της στηρίζεται ακριβώς στην αντίληψη, που έχει για την «θρησκεία». Εξάλλου για να μπορέσεις να κατανοήσεις την αλήθεια αυτής της αντίληψης είναι απαραίτητο να απορρίψεις την κοινή αντίληψη.

Έμεινα άφωνος με αυτά τα ακαταλαβίστικα.

— Όμως εσείς είστε ένας άνθρωπος θρησκευόμενος. Πώς μπορείτε να τα λέτε αυτά;

— Βλέπετε, μου απάντησε. Εσείς δεν μπορείτε να βγείτε από το φέρετρο, που σας έβαλε η παιδεία σας, η αντίληψη που έχετε για την θρησκευτική ηθική κ.λ.π. Πολλοί άνθρωποι διαβλέπουν την δυνατότητα να βγουν από το φέρετρο και εσείς καταλαβαίνετε την αλληγορική σημασία της λέξης φέρετρο’ ανασηκώνουν το κεφάλι μέχρι την άκρη, αλλά η ιδέα της ελευθερίας που βλέπουν τους τρομοκρατεί και αμέσως ξαναμπαίνουν στο φέρετρο και μέχρι που κλείνουν το καπάκι με καρφιά, για να μην ενοχλήσει τον ύπνο τους τίποτα.

— Όμως γιατί μου λέτε, ότι η θρησκεία είναι μια λαθεμένη αντίληψη;

— Θρησκεία σημαίνει επανασύνδεση και δεν υπάρχει τίποτα για να επανασυνδεθεί γιατί στο Σύμπαν δεν υπάρχει τίποτα αποσυνδεδεμένο από κάτι. Εντούτοις πρέπει να παριστάνουμε τα πράγματα σαν να ήταν αποσυνδεδεμένα και αυτό οφείλεται στους περιορισμούς των αισθήσεών μας και στην κατανόηση που απορρέει από αυτόν τον περιορισμό. Πώς θα μπορούσε να συμβιβαστεί η αντίληψη της επανασύνδεσης με αυτό, που επιβεβαιώνει η πιο στοιχειώδης κατήχηση, για παράδειγμα, ότι ο Θεός βρίσκεται στον ουρανό, στη γη και πανταχού; Ή εκείνη η άλλη επιβεβαίωση ενός από τους πατέρες της εκκλησίας, του Αποστόλου Παύλου, ο οποίος είπε: « Στο Θεό ζούμε, κινιόμαστε και έχουμε το Είναι μας».

— Τότε τι πρέπει να κάνουμε;

— Να καταλάβουμε τι σημαίνει η λέξη «Σύμπαν»’ να προσπαθήσουμε για την εξύψωση της ευφυίας σε τέτοια επίπεδα οξύτητας, στα οποία αυτές οι ιδέες είναι πράγματα ζωντανά. Μπορούμε να ανατρέξουμε πάλι στη συνάντηση του Νικόδημου με το Χριστό, γιατί στο ίδιο θέμα ο Ιησούς έδωσε τα κλειδιά της κατανόησης αυτών των πραγμάτων, λέγοντας: «Και κανείς δεν ανέβηκε στους Ουρανούς, παρά μόνο αυτός που κατέβηκε από τους ουρανούς, ο Υιός τους ανθρώπου, που βρίσκεται στους Ουρανούς. Και όπως ο Μωυσής ύψωσε το φίδι στην έρημο, έτσι είναι αναγκαίο ο γιος του ανθρώπου να υψωθεί · έτσι ώστε όποιος σ’ αυτόν πιστέψει να μην χαθεί, αλλά να έχει αιώνια ζωή»

— Αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο, να γίνει κατανοητό.

— Όλα εξαρτώνται από την προσπάθεια, που κάνεις για να το κατανοήσεις. Η προσπάθεια κατανόησης αυτών των εννοιών, που φαίνονται τόσο σκοτεινές είναι ακριβώς το κλειδί, που μπορεί να μας ανοίξει τις πόρτες του ουρανού· αλλά αυτό που συμβαίνει είναι, ότι οι περισσότεροι αρκούνται στην πρώτη ερμηνεία που θα συναντήσουν, ξεχνούν την προσπάθεια και έτσι αρχίζουν να πέφτουν, αρχίζει το προπατορικό αμάρτημα. Γιατί αυτό σημαίνει σταμάτημα της ανάπτυξης της ευφυίας. Όταν σταματά αυτή η ανάπτυξη, όταν ο άνθρωπος μένει ικανοποιημένος με την κατανόηση του σήμερα και δεν προσπαθεί να την μεγενθύνει στο ανώτατο σημείο της έντασης, που είναι ικανός, χάνει την ικανότητά του, χάνει την κατανόησή του και πιθανώς χάνει την ψυχή του· ή καλύτερα ακρωτηριάζει, παρεμποδίζει την ανάπτυξή του σε τέτοια μορφή, που η ψυχή αρρωσταίνει και μέχρι που μπορεί να πεθάνει εντελώς. Αυτό είναι κάτι που ο Ιησούς προσπάθησε να εξηγήσει στην παραβολή του για τα τάλαντα, σ’ αυτή για την νυφική φορεσιά και πάνω απ’ όλα στις δύο λέξεις, που συναντάμε κάθε στιγμή στα Ευαγγέλια: «Αγρυπνάτε και προσεύχεστε».

Με τον καιρό μέχρι που έφτασα να συνηθίσω σ’ αυτήν τη γλώσσα την τόσο εξειδικευμένη του φίλου μου. Τον παρουσίασα σε μερικούς φίλους και όταν αυτοί με ρώτησαν ποιος ήταν, δεν ήξερα τι να απαντήσω, έτσι λοιπόν αποφάσισα να τον παρουσιάσω σαν έναν συγγενή μου, κάπως εκκεντρικό, αλλά κατά βάθος καλό άνθρωπο.

Όταν του είπα σχετικά με αυτό με την κρυφή ελπίδα, ότι θα μου έλεγε την αλήθεια σχετικά με τον ίδιο, απάντησε:

— Η αληθινή μας συγγένεια είναι πολύ πιο πραγματική από όσο εσείς ο ίδιος φαντάζεστε. Θα μάθετε σχετικά κάποια μέρα.

— Δεν νομίζετε ότι υπερβάλλετε λίγο αυτό το μυστήριο; του είπα.

— Η αλήθεια πάντα μοιάζει με υπερβολή σ’ εκείνους, που δεν την παρατηρούν.

— Είναι λίγο δύσκολο να το καταλάβει κανείς.

— Δεν αμφιβάλλω. Αλλά εσείς ακόμα δεν έχετε καταλάβει, ότι μιλάμε διαφορετικές γλώσσες, γιατί έχουμε μια διαφορετική κατανόηση.

— Τότε γιατί δεν μιλάμε την δική μου γλώσσα;

— Γιατί ακόμα και αν δεν το ξέρετε καλά, εσείς θέλετε να μάθετε την δική μου. Αν οδηγιόμουνα από τα λόγια σας, πάει καιρός που θα είχαμε πάψει να βλεπόμαστε και να κουβεντιάζουμε. Δεν μιλάω γι’ αυτό, που δείχνετε με τα λόγια σας, αλλά γι’ αυτό, που μπορείτε να γίνετε.

— Αυτά κι αν είναι ακαταλαβίστικα. Αυτά είναι όλα όσα έχετε να μου πείτε;

— Αυτό που σας λέω, θα εξαρτάται πάντα από αυτό, που θέλετε να με ρωτήσετε.

Παρ’ όλο που αυτές οι συναντήσεις πάντα με άφηναν ενοχλημένο, αφού παρατηρούσα πως αυτός πάντα καθοδηγούσε τη σκέψη μου και παρέκαμπτε τις προθέσεις μου, δεν μπόρεσα να αποφύγω την αύξηση της αγάπης μου προς αυτόν. Ήταν κάτι πολύ αντιφατικό αυτό που συνέβαινε σε μένα τον ίδιο.

Έτσι πέρασε ο καιρός. Εγώ συνέχισα να στηρίζομαι σε κουτιά σπίρτων που είχα πάντα στην τσέπη μου και δεν μπορούσα να ξεχάσω τον πόλεμο. Πάνω απ’ όλα δεν μπορούσα να ξεχάσω το συναίσθημα της απέχθειας που αισθανόμουν για τον εαυτό μου κάθε φορά, που επέστρεφε στη μνήμη μου η ανάμνηση κάποιου ανθρώπου, τον οποίο είχα θανατώσει καρφώνοντάς του μια ξιφολόγχη στην κοιλιά. Ήταν τόσο τρομερή η αγωνία που είχα δει να περνά, που καμμιά φορά επιθυμούσα να ήμουν εγώ ο νεκρός. Αυτή η σκέψη γύριζε συχνά τώρα, που οι ανταποκρίσεις από τον πόλεμο έδιναν τους αριθμούς των απωλειών στα διάφορα μέτωπα. Δεν μπορούσα να παίρνω αυτά τα νούμερα σαν να ήταν απλοί αριθμοί · για μένα αντιπροσώπευαν ανθρώπινες δυστυχίες, που δεν επηρέαζαν μόνο τα στρατεύματα αλλά και κάθε στρατιώτης και κάθε άνθρωπος μετατρεπόταν σε κέντρο μιας τραγωδίας για μια ολόκληρη οικογένεια, για ένα ολόκληρο κύκλο φίλων και ίσως και για την ίδια την γη. Δεν μπορούσα να εξηγήσω από πού και πώς μου έρχονταν αυτές οι σκέψεις, αλλά αισθανόμουν μια μεγάλη εσωτερική αδιαθεσία, που καμμιά φορά μετατρεπόταν σε πόνο. Έτσι έκανα κάθε τι δυνατό, για να ξεφύγω από αυτά, αυτές τις στιγμές, και μέχρι που έφτασα να αισθάνομαι φθόνο για την ψυχρότητα, με την οποία οι συνάδελφοί μου έπαιζαν με αυτά τα νούμερα. Επίσης μου προκαλούσε κατάπληξη κάθε φορά που έβλεπα στους τίτλους των εφημερίδων, ότι τα κατέγραφαν σαν πρωτοφανή γεγονότα στην ιστορία του κόσμου, και σαν γεγονότα πραγματικά ένδοξα. Οι εφημερίδες πλήρωναν υπέρογκα ποσά, για να έχουν αυτές τις ειδήσεις’ με τη σειρά του ο κόσμος πλήρωνε για να έχει την ευχαρίστηση να τις διαβάζει.

Ο πόλεμος είχε μεταβληθεί σε ένα φάντασμα, που κυνηγούσε τη συνείδησή μου. Σε κάθε δέκα ανταποκρίσεις που έφταναν στα χέρια μου, για να συνταχθούν, οι εννέα αφορούσαν άμεσα τον πόλεμο και η δέκατη έμμεσα. Έτσι πέρασε ο καιρός της Αιθιοπίας, ο καιρός της Ισπανίας και μια ωραία ημέρα έφτασε ο καιρός της Πολωνίας και τελικά ο πόλεμος απλώθηκε σ’ όλο τον κόσμο. Ήταν τόσο σαρωτικό το γεγονός αυτό, που με τη δύναμη του αριθμού τους οι ανταποκρίσεις άρχισαν να με τυφλώνουν. Σιγά-σιγά άρχισα να σωπαίνω με τόση επανάληψη από αριθμούς νεκρών, τραυματιών και αγνοουμένων. Κάποια μέρα διαπίστωσα, ότι ενδιαφερόμουν και ότι διασκέδαζα με την περιγραφή του βομβαρδισμού μιας πόλης, κατά τον οποίο σκοτώθηκαν χιλιάδες και χιλιάδες γυναίκες, παιδιά και γέροι, όλοι αυτοί εντελώς ανυπεράσπιστοι μπροστά στη βροχή από φωτιά, που έπεφτε από ψηλά. Και κατά σύμπτωση εκείνη την ίδια μέρα είχα μεταφράσει ένα τηλεγράφημα που περιείχε ορισμένες δηλώσεις ενός μεγάλου προϊσταμένου του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού. Επρόκειτο για πέντε σημεία σχετικά με τη βοήθεια και προστασία των παιδιών και αποφάσισα να κρατήσω ένα αντίγραφο για μένα. Το είχα αφήσει επάνω στο γραφείο μου και όταν θέλησα να το βρω, για να το πάρω, οι υπόλοιπες ανταποκρίσεις σχετικά με νεκρούς, τραυματίες, βομβαρδισμούς και ναυμαχίες το είχαν εντελώς σκεπάσει. Σκέφτηκα για μια στιγμή το γεγονός αυτό, που ήταν προφανώς συμπτωματικό και συνειδητοποίησα, ότι όπως συνέβη με το τηλεγράφημα του Ερυθρού Σταυρού, το ίδιο συνέβαινε και με τα ίδια μου τα συναισθήματα και εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα τα ικετευτικά μάτια εκείνου του παιδιού, που είχα πληγώσει με την ξιφολόγχη μου και νόμισα ότι είδα σ’ αυτά μια περιφρόνηση σαν να μου έλεγαν: «Τόσο γρήγορα ξέχασες;»

Κάθε πολεμική ανταπόκριση επαναλάμβανε αυτή τη σκηνή στη μνήμη μου και μαζί μ’ αυτή μου έρχονταν σκέψεις ελπίδας’ ήθελα να πιστέψω ότι η ψυχή εκείνου του παιδιού θα εύρισκε κάποια ανταμοιβή στην άλλη ζωή.

Ένας φόβος πολύ πυκνός και ισχυρός άρχισε να με κυριεύει, όταν κατάλαβα, ότι σώπαινα κιόλας. Οι σύντροφοί μου αστειεύονταν γι’ αυτές μου τις τύψεις και ορισμένοι μέχρι που ισχυρίζονταν, ότι οι πόλεμοι, ειδικά αυτός ο μεγάλος πόλεμος, θα έφερνε μια μεγάλη επιστημονική πρόοδο και θα μπορούσαμε να έχουμε την ελπίδα για ένα κόσμο και μια ζωή καλύτερη. Η ασυναρτησία αυτού του επιχειρήματος με αηδίασε. Η ιστορία ήταν ο καλύτερος μάρτυρας του ότι οι πόλεμοι, το μόνο που αποφέρουν είναι καινούριους και πιο αιματηρούς πολέμους. Εκεί βρίσκονταν όλες οι ανταποκρίσεις δείχνοντάς μου, πώς θα γραφόταν η ιστορία αυτής της εποχής. Συγκρίνοντάς τη με αυτή του περασμένου πολέμου η ανθρώπινη σκληρότητα είχε αυξηθεί, τα μίση είχαν ενταθεί. Και μπορείς να περιμένεις ένα κόσμο καλύτερο με βάση αυξημένη σκληρότητα; Ή μια καλύτερη ζωή με βάση ένα μίσος πιο έντονο που θα κατάστρεφε τα πάντα κάτω από το μύθο του ολοκληρωτικού πολέμου; Αυτές τις μέρες θυμήθηκα μια φράση του Λίνκολν: «Η ανθρώπινη πρόοδος βρίσκεται στην καρδιά του ανθρώπου». Και άραγε εγώ ο ίδιος δεν ήμουν μάρτυρας του ότι η ίδια μου η καρδιά ήταν ερωτευμένη με αυτή τη σκληρότητα και αυτά τα μίση;

Αυτός ο παράξενος τρόμος, ένας τρόμος κρύος σαν τον θάνατο να με παραμονεύει σε κάθε μου σκέψη, θέριεψε γρήγορα. Όταν ξανασυναντήθηκα με τον φίλο μου, του το είπα μαζί με άλλες σκέψεις που είχα κάνει.

— Ναι, μου είπε. Είναι φυσικό. Η ψυχή πάντα ξέρει αυτό που θέλει, και όταν αρχίζει το ξύπνημα, αρχίζει να ζητά το δικό της. Υπάρχει κάτι σε όλους τους ανθρώπους, που αρνούνται να απατηθούν με την πρώτη εξήγηση, που φτάνει στις αισθήσεις. Μερικοί ακούνε αυτή τη σιωπηλή φωνή, άλλοι όχι. Είναι πολύ οδυνηρό και δυσάρεστο το ξεκίνημα. Είναι το πρώτο κατώφλι. Όταν στον άνθρωπο υπάρχει ένα ξεκίνημα μιας ζωής αγνής ισχυροποιείται και η δύναμη όλων όσων τον οδηγούν στον ύπνο. Αυτή είναι μια επικίνδυνη περίοδος γιατί κάθε ξύπνημα φέρνει καινούριες δυνάμεις. Και ότι πλαστό υπάρχει στην προσωπικότητά μας επωφελείται από αυτές τις δυνάμεις και επαυξάνει τη σκλαβιά μας. Μπορούμε να πούμε χωρίς να πέσουμε και πολύ έξω, ότι έτσι σκοτώνεται η ψυχή. Έτσι στον κόσμο υπάρχουν πολλές ψυχές, που η ζωή τους σταμάτησε και σιγά-σιγά χάνουν τις πιθανότητες ανάπτυξης και τελειοποίησης, που είναι ένα δικαίωμα το οποίο ο άνθρωπος δεν χρησιμοποιεί. Υπάρχουν ψυχές, που είναι τελειωτικά νεκρές. Το ανθρώπινο ον είναι κάτι παραπάνω από το σώμα και τις αισθήσεις, αλλά δεν το ξέρει, δεν το καταλαβαίνει.

— Θέλεις να μου πεις, ότι η ψυχή δεν είναι αθάνατη; ρώτησα.

— Αυτό εξαρτάται από το πρόσωπο, μου απάντησε.

— Όμως εδώ έχουμε τις θρησκευτικές αρχές, τα χειρόγραφα του Πλάτωνα και τις διαβεβαιώσεις πολλών ανθρώπων με αναγνωρισμένη ευφυία, που μας βεβαιώνουν ότι έχουμε μια ψυχή αθάνατη.

— Ακόμα κοιμάσαι.

— Θα αντιταχθείς στον Πλάτωνα;

— Θα μπορούσα να σου ξεκαθαρίσω πολλά σημεία, για να μπορέσεις να καταλάβεις τον Πλάτωνα, αλλά δεν είσαι έτοιμος ακόμα.

— Δεν σε καταλαβαίνω.

— Είσαι τυφλωμένος από τις ίδιες σου τις ιδέες και ενόσω βρίσκεσαι σ’ αυτή την κατάσταση, δεν θα μπορέσεις να καταλάβεις τίποτε. Παρατήρησε ένα γεγονός: Αν η ψυχή ήταν κάτι που το είχαμε σίγουρο, τα θρησκευτικά γραπτά δεν θα επέμεναν στο ότι πρέπει να προσπαθήσουμε για να τη σώσουμε. Ούτε θα υπήρχε ανάγκη για φιλοσοφίες και θρησκείες. Θα το ξέραμε και κανείς δεν θα φοβόταν το θάνατο, όπως τον φοβάται. Άκουσέ με: Την ψυχή τη διαμορφώνουμε σε αυτή τη ζωή με βάση αυτό, που μας εμψυχώνει. Αν τα κίνητρα, τα ιδανικά, οι φιλοδοξίες της ζωής μας είναι περαστικά, είναι πράγματα της παρούσας στιγμής και η ψυχή μας θα είναι επίσης περαστική, εφήμερη, υποταγμένη σ’ αυτό, που θέλουμε. Κάποια μέρα θα μπορέσεις να σκεφτείς ήρεμα πάνω σ’ αυτά τα πράγματα και θα καταλάβεις αυτό το παιδί, του οποίου ο θάνατος σε βασανίζει. Παρατήρησε καλά: Εσύ δεν τον σκότωσες για λογαριασμό σου, γιατί για λογαριασμό σου τίποτα δεν μπορείς να κάνεις. Δηλαδή κάτι που δεν είσαι εσύ ο ίδιος, μια κοινωνία, σε γύμνασε, σου έδειξε να σκοτώνεις. Θυμάσαι την ημέρα, που βλαστήμησες στην εκκλησία; Είναι λοιπόν το ίδιο. Η αναφώνηση και η ξιφολόγχη ήταν άθελα. Αν πριν την αναφώνηση μπορούσες να συνειδητοποιήσεις το γεγονός, δεν θα την είχες εκτοξεύσει’ το ίδιο και με την ξιφολόγχη. Με λίγη σκέψη δεν θα το είχες κάνει. Αλλά τις στιγμές αυτές δεν υπάρχει χρόνος για σκέψη. Πρόσεξε καλά τι σου λέω: Δεν υπάρχει χρόνος. Έτσι για να μπορείς να ενεργείς με την καρδιά, είναι αναγκαίο να επιβάλλεσαι στον χρόνο και αυτό απαιτεί μια μορφή θέλησης που εσύ ακόμα αγνοείς. Το να φτάσεις αυτή τη θέληση χρειάζεται πολλή δουλειά, μεγάλη υπακοή σε κάτι ανώτερο. Έχεις παρατηρήσει και εντρυφήσει στην φιλανθρωπία, στην ελεημοσύνη; Ένας άνθρωπος που για χρόνια έχει υποβληθεί σ’ αυτή την εκπαίδευση για την οποία σου μίλησα δεν μπορεί να αποφύγει να κάνει το καλό’ το να το κάνει θα είναι μια λειτουργία περίπου ενστικτώδης γι’ αυτόν. Θα το κάνει φυσικά. Αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι σκέφτονται, ότι κάνοντας το καλό πέτυχαν αυτό που μόνο δουλεύοντας εντατικά μπορούν να πετύχουν πηγαίνοντας ενάντια στο ρεύμα με τον εαυτό τους. Όσο για την αθανασία της ψυχής, δεν χωρά αμφιβολία ότι υπάρχει’ όμως το ότι είναι αθάνατη, αυτό είναι άλλη ιστορία. Προσπάθησε να καταλάβεις, ότι μιλάω για τον ατομικό άνθρωπο.

— Θεέ και Κύριε! Τώρα πιστεύω ότι είσαι τρελλός! , αναφώνησα.

— Όπως προτιμάς, μου είπε χαμογελώντας.

— Θέλεις να μου πεις, ότι κάνουμε όλοι λάθος;

— Γιατί όχι;

— Δεν είναι δυνατόν.

— Είσαι πολύ αφελής. Έχεις το παράδειγμα ζωντανό στον εαυτό σου και παρ’ όλα αυτά είσαι προπέτης στη συζήτηση. Όμως δεν πειράζει. Βλέπεις πόσο λάθος θα ήταν αν οδηγόμουν μόνο από τα λόγια σου; Εσύ ξέρεις και αισθάνεσαι, ότι ο πόλεμος είναι τρομερός, είναι ένα πράγμα βάρβαρο, το αποκορύφωμα της αγριότητας στον άνθρωπο. Ξέρεις ότι οι συνάδελφοί σου κάνουν λάθος αναφορικά με αυτά τα νούμερα των απωλειών. Για σένα αντίθετα κάθε αριθμός αντιπροσωπεύει μια ανθρώπινη ύπαρξη και αυτό σε κάνει να υποφέρεις. Αυτοί που δεν αισθάνονται αυτό που σκέπτονται, θα είναι πάντα σε λάθος. Και πρόσεξε, ότι όλη αυτή η φρίκη δημιουργείται σ’ αυτό που αποκαλούμε Χριστιανικό κόσμο και μια από τις θεμελιώδεις εντολές της Χριστιανικής κουλτούρας λέει: «Ου φονεύσεις»! Όμως ο άνθρωπος αρχίζει να σκοτώνει στην καρδιά πριν αρχίσει να σκοτώνει στην πράξη’ ο θάνατος που βλέπεις ολόγυρα σου ξεκίνησε με το μίσος. Και η κοινωνία το δικαιώνει με πολλούς τρόπους για να σωπάσει την φωνή της συνείδησης αν κάποτε της δώσει σημασία. Ποια από τις πολλές χριστιανικές εκκλησίες έχει εφαρμόσει μια αυστηρή στάση, αλάνθαστη απέναντι σ’ αυτόν τον πόλεμο; Μόνο μερικοί άνθρωποι μεμονωμένοι έχουν εναντιωθεί σ’ αυτόν και έχουν προτιμήσει να θυσιάσουν τις ζωές τους σε εργαστηριακά πειράματα. Ας γυρίσουμε στη συνάντηση του γέρου Νικόδημου με τον Ιησού. Αυτή η συνάντηση έγινε σε καιρούς τόσο ταραγμένους όσο οι τωρινοί, όταν γκρεμιζόταν μια μορφή κουλτούρας ενώ επωαζόταν μια άλλη. Και ο Ιησούς είπε στον Νικόδημο, ότι ήταν αναγκαίο να ξαναγεννηθεί, να γεννηθεί από νερό και πνεύμα, για να μπορέσει να απολαύσει τις παροχές, που αντιστοιχούν σε μια αληθινή ψυχή.

— Αλλά πολλοί από αυτούς που πεθαίνουν, πεθαίνουν με την πίστη, ότι η ψυχή τους θα επιζήσει.

— Δεν το αμφισβητώ . Το ανθρώπινο ον είναι πεπεισμένο για πολλά πράγματα. Υπήρξε κάποιος καιρός, που είχε πεισθεί ότι η γη ήταν επίπεδη. Αν ανατρέξεις στα Ευαγγέλια, θα δεις ότι λέγεται σ’ αυτά πολύ ξεκάθαρα: «Ποιο το όφελος να κερδίσεις τον κόσμο αν χάσεις την ψυχή σου;»

Μου ήταν αδύνατο να συζητήσω μαζί του. Το ενδιαφέρον μου για τις άγιες γραφές ήταν ελάχιστο. Δεν τις είχα διαβάσει, ούτε μελετήσει. Ωστόσο κάτι μου έλεγε μέσα μου, ότι ο φίλος μου είχε δίκιο ακόμα και όταν εγώ δεν καταλάβαινα τίποτα. Μετά από μια σύντομη σιωπή, του είπα:

— Δεν αρκεί λοιπόν να υπακούς σ’ αυτό που διατάζει η θρησκεία;

— Το να υπακούς πιστά και με την καρδιά τις συνηθισμένες εντολές της θρησκείας, είναι το πρώτο βήμα, ένα βήμα απαραίτητο. Όλα είναι συσχετισμένα, όλα είναι ενωμένα. Οι θρησκευτικές μορφές είναι η εξωτερική εμφάνιση αυτού που μπορείς να ονομάσεις εσωτερική εκκλησία. Και αυτή είναι στ’ αλήθεια αθάνατη. Σ’ αυτό που αναφέρεται το «Πιστεύω» όταν μιλά για την «Κοινωνία των Αγίων».

Τότε βρήκα την ευκαιρία να του ζητήσω να μου εξηγήσει τον αληθινό τρόπο του να προσεύχεσαι.

— Έχεις προσευχηθεί πολύ εντατικά, αλλά χωρίς να το καταλάβεις.

Απάντησα αφηγούμενος τις εμπειρίες μου σαν σπουδαστής.

— Βλέπεις, μου είπε. Η άγνοια παρά λίγο να σε τυφλώσει εντελώς. Και τώρα είσαι εσύ που αρνείσαι την τροφή, που τρέφει την ψυχή σου. Μην πιστεύεις πως μπορείς να ρίξεις το φταίξιμο στους καθηγητές σου, στους εξομολογητές σου ή στους γονείς σου. Μπορούσες να το κάνεις μέχρι πριν λίγο’ τώρα αυτό σου είναι απαγορευμένο. Αν ενδιαφέρεσαι να μάθεις κάτι παραπάνω σχετικά με το «Πάτερ ημών» για παράδειγμα, άρχισε να ερευνάς αυτό που πραγματικά σημαίνει το να συγχωρείς τους οφειλέτες μας. Σου λέω αυτά τα πράγματα γιατί η ειλικρινής άγνοια συγχωρείται αλλά όχι η υποκρισία, ούτε το ψέμα, ούτε η τεμπελιά.

— Και πώς θα το κάνω αυτό;

— Με τον ίδιο τρόπο, που έκανες τα υπόλοιπα. Για παράδειγμα, εκείνο το στίχο που λέει: «αλλά ρήσαι ημάς από του πονηρού», τον έζησες με τον τρόπο σου. Και το να ζήσεις μια παράκληση είναι πιο σημαντικό από το να τη διατυπώνεις. Πήγες στην εκκλησία, για να ζητήσεις περισσότερη ευφυία όπως μου έχεις πει. Η ευφυία είναι ακριβώς μια παροχή του βασιλείου των ουρανών. Σου δόθηκε κάποια κατανόηση. Τον άλλο στίχο: «και μη εισενέγκεις ημάς εις πειρασμόν», τον έχεις πειραματιστεί στο τρομερό βίωμά σου μπροστά στο γεγονός του ότι παρέμεινες αδιάφορος.

— Αυτός όμως ο τρόπος προσευχής είναι πολύ παράδοξος, του είπα έκπληκτος.

— Είναι ο μόνος τρόπος της καρδιάς. Για να κατανοήσεις τις προσευχές είναι απαραίτητο να έχεις μια ιδέα έστω και κατά προσέγγιση της Κοινωνίας των Αγίων. Κάθε μια από τις προσευχές, που γνωρίζουμε είναι ένα σύνθετο έργο γνώσεων μεγάλης εμβέλειας. Είναι ψυχολογία, που οι κοινοί ψυχολόγοι αγνοούν. Το Πάτερ Ημών για παράδειγμα, μπορεί να είναι για το άτομο μια σκάλα του Ιακώβ, με την οποία να φθάσει στον ουρανό, αν το ζει. Για ένα φυσικό μπορεί να είναι το μέσον, που θα εξηγήσει την φύση του σύμπαντος. Και γνωρίζω έναν άνθρωπο αφοσιωμένο στην αστρονομία, που το κατάλαβε για χάρη της μελέτης του. Αυτές οι προσευχές είναι το έργο της Κοινωνίας των Αγίων. Τώρα η Κοινωνία των Αγίων έχει πολλά ονόματα ανάλογα με το ποιο είναι το Πιστεύω, που εφαρμόζει κάθε Φυλή. Δεν είναι μια εγκατεστημένη οργάνωση αλλά ένας παγκόσμιος παλμός ζωής. Είναι οι θεματοφύλακες της μόρφωσης και του πολιτισμού, οι βοηθοί του Θεού.

— Συχνά μου μιλάς για την τροφή της ψυχής. Σε τι αναφέρεσαι;

— Σε μια τροφή τόσο πραγματική σαν αυτήν που χρειάζεται το ανθρώπινο σώμα. Αυτό απορρέει από τα λόγια του Ιησού: «Ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με άρτο αλλά και με το Λόγο του Θεού». Η φυσική τροφή περιέχει ενέργεια, που τρέφει την ψυχή. Είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη. Και σαν ανάπτυξη εννοώ την εσωτερική ανάπτυξη. Όταν ο άνθρωπος τρώει, πίνει και αναπνέει με τον σταθερό σκοπό να θρέψει την ψυχή του, απορροφά από τις τροφές, τον αέρα και τα ποτά ορισμένες ουσίες, ιδιαίτερα θρεπτικές. Αλλά υπάρχει μια τροφή ανώτερη από αυτήν και είναι αυτή, που μας εντυπωσιάζει εσωτερικά. Όλοι ξέρουμε, ότι οι στενοχώριες δυσκολεύουν την πέψη και η στενοχώρια είναι μια εντύπωση. Οι ηπατικές διαταραχές δημιουργούν ένα χαρακτήρα άγριο. Έτσι τρεφόμενοι σωστά με εντυπώσεις, είτε εσωτερικές είτε εξωτερικές, μπορούμε να τραφούμε καλύτερα ή χειρότερα. Αυτό όμως απαιτεί μελέτες και προσπάθειες. Για παράδειγμα, υπάρχουν αυτοί που προσεύχονται πριν το φαί επικαλούμενοι την ευλογία του Ύψιστου αλλά κατά την διάρκεια του φαγητού φλυαρούν, συζητάνε ή έχουν καυγάδες. Κατά τη διάρκεια της πέψης υπάρχουν άλλοι, που εκτοξεύουν ακόμα και βλαστήμιες. Δηλαδή δεν έχουν ένα συνεχή σκοπό στις προθέσεις τους . Μέσω της συνέχειας σκοπών διαμορφώνεται στον άνθρωπο ένα νέο όργανο. Αλλά είναι αναγκαίο αυτό το όργανο να υπάρχει δυναμικά και να είναι ικανό να αναπτυχθεί.

— Τι όργανο είναι αυτό;

— Τώρα δεν θα το καταλάβαινες, γιατί είσαι πεπεισμένος, ότι ήδη το έχεις. Όλος ο κόσμος είναι πεπεισμένος γι’ αυτό, όπως είναι πεπεισμένος για την συνέχεια των σκοπών του. Θα σου πω μονάχα, ότι σχηματίζεται κατά ένα τρόπο και όχι κατά δύο: Υποφέροντας θεληματικά και προσπαθώντας να ακολουθήσεις τη φωνή της συνείδησης.

— Όμως όλος ο κόσμος υποφέρει.

— Όχι. Οι δυστυχίες τους έρχονται, όπως τους έρχονται οι απολαύσεις. Το να υποφέρεις θεληματικά προϋποθέτει ανάλογο βαθμό θέλησης. Προσωπικής θέλησης. Όλοι ξέρουμε, ότι το μίσος είναι κακό και ότι η αγάπη είναι καλή. Ξέρουμε, ότι πρέπει να αγαπάμε τους εχθρούς μας. Ξέρουμε αυτά τα πράγματα από μνήμης, αλλά δεν μπορούμε να τα εφαρμόσουμε γιατί απλώς δεν έχουμε το βαθμό θέλησης που είναι αρκετός για να τα εφαρμόσουμε, έτσι που η κοινωνία στην οποία ζούμε, υποχωρεί στον όρο που ονομάζουμε ανθρώπινη αδυναμία και ξεχνά την αρχή. Για να μπορείς να υποφέρεις θεληματικά είναι αναγκαίο να έχεις τη δύναμη να ξεπερνάς τον ατυχηματικό πόνο. Και αυτό δεν σημαίνει να αποφεύγεις τις απολαύσεις, γιατί όποιος υποφέρει ατυχηματικά επίσης απολαμβάνει ατυχηματικά. Είναι απαραίτητο να ξεπερνάς την ατυχηματικότητα. Και αυτό είναι κατορθωτό μόνο με την συνέχεια του σκοπού, με μια ξεκάθαρη κατανόηση πολλών πραγμάτων, τα περισσότερα από τα οποία η σύγχρονη μόρφωση αγνοεί ή περιφρονεί.

Λίγες φορές είχαμε μια συζήτηση τόσο διαρκή. Θα μου άρεσε να την συνεχίσω, αλλά αυτός γρήγορα άλλαξε τη συζήτηση και σχεδιάσαμε νέους περιπάτους με το ποδήλατο.

Κεφάλαιο 6

Πέρασε πολύς καιρός πριν ξαναασχοληθούμε με αυτά τα πράγματα. Στο διάστημα αυτό θέλησα να κατανοήσω τα λόγια του και ξαναδιάβαζα συχνά τις σημειώσεις μου. Δεν κατάλαβα όμως πολλά πράγματα. Τις λίγες φορές που πλησιάσαμε το θέμα, αυτός απόφυγε να εμβαθύνει και, από την πλευρά μου, σταμάτησα να κρατάω σημειώσεις, έτσι που πια μου ήταν αδύνατο να μαζέψω τα σκόρπια λόγια και τις εξηγήσεις που μου έδινε σχετικά με διάφορα σημεία.

Με ενδιέφερε ιδιαίτερα αυτό για την τροφή της ψυχής’ αλλά αυτός επέμενε, ότι ήταν απαραίτητο, πρώτα, να ξυπνήσω.

— Τι θέλεις να μου πεις με αυτό το να ξυπνήσω; τον ρώτησα μια μέρα.

— Ακόμα δεν καταλαβαίνεις;

— Το ξύπνημα ή η ξαγρύπνια για το οποίο μιλάω είναι δύσκολο, αλλά όχι και αδύνατο. Είναι μια συνεχής προσπάθειά να περπατάμε στα τυφλά για πολύ καιρό, μέχρι να καταφέρουμε να κατανοήσουμε τις ψευτιές μας. Αλλά έρχεται η μεγάλη στιγμή γι’ αυτόν που διατηρεί ζωντανή την προσπάθεια. Τότε διαφαίνονται οι άδηλες δυνατότητες στον άνθρωπο. Είναι κάτι που κανείς ξέρει από μόνος του, δεν χρειάζεται να του το πει ή μεταφράσει κανείς. Ανακαλύπτονται στο σώμα διαφόρων ειδών ζωές, διαφορετικά επίπεδα. Τότε αυτός δεν περπατά στα τυφλά. Ξέρει προς τα που πηγαίνει και ξέρει γιατί κάνει, όλα όσα κάνει. Τα Ευαγγέλια μετατρέπονται σε ένα οδηγό πολύτιμο. Βλέπεις πια ότι ούτε εσύ ούτε εγώ μπορούμε να πούμε, ότι είμαστε μαθητές ενός τόσο λαμπρού και ένδοξου Είναι όπως ο Ιησούς Χριστός και πιστεύουμε, ότι είμαστε ξύπνιοι. Στον κήπο της Γεσθημανή οι απόστολοι, οι μαθητές, έμειναν κοιμισμένοι...

Ο φίλος μου είπε αυτά τα τελευταία λόγια με ένα τόσο ευσεβή τόνο, που με εντυπωσίασε’ τα μάτια του άρχισαν να γεμίζουν δάκρυα και αυτός τα άφησε να τρέχουν στα μάγουλά του χωρίς να ντρέπεται γι’ αυτό. Αυτό που επακολούθησε το είπε με φωνή διακοπτόμενη από μια συγκίνηση τόσο δυνατή που, προς στιγμή, με συντάραξε και μένα. Έμεινα σαστισμένος. Αυτός συνέχισε λέγοντας:

— Ένας απόστολος είναι αφ’ εαυτού ένας άντρας ανώτερος και ο Ιησούς υπήρξε μια ευφυία που πολύ λίγες φορές έχει παρουσιαστεί στη γη. Όμως υπάρχουν αρκετοί που πιστεύουν, ότι περιτριγυρίστηκε από ανόητους και ηλίθιους. Οι απόστολοι είχαν μια θέληση, που είχε δοκιμαστεί σε πολλά πράγματα, διαφορετικά δεν θα είχαν μπορέσει να ζήσουν κοντά στον Ιησού. Παρ’ όλα αυτά όλοι τον εγκατέλειψαν τις τελευταίες μέρες. Και αυτή είναι η ιστορία της εσωτερικής ανάπτυξης του ανθρώπου. Ανυψώσεις και πτώσεις.

Μείναμε σιωπηλοί και οι δύο. Εγώ δεν θέλησα να εξακολουθήσω να τον ρωτάω, από φόβο μήπως του προξενήσω νέες αναταραχές. Αυτός κατάλαβε την στάση μου και είπε:

— Μην ερμηνεύεις στραβά αυτό μου το συναίσθημα’ δεν είναι αδυναμία, είναι δύναμη. Είναι το μέσον με το οποίο αποκτάς μια μοναδική κατανόηση.

Μου είχε τραβήξει ισχυρά την προσοχή η αναφορά του στην ευφυία του Ιησού και των μαθητών του. Για κάποιο λόγο σκέφτηκα, ότι ο Ιούδας θα πρέπει να ήταν το ίδιο όπως και οι άλλοι και του το είπα.

— Κατά πρώτο -είπε εκείνος- είναι απαραίτητο να επιμείνω σ’ ένα γεγονός. Για να είσαι μαθητής κάποιας φυσιογνωμίας, όπως ο Ιησούς, είναι αναγκαίο να έχεις δει κάτι, να έχεις καταλάβει κάτι’ είναι αναγκαίο να γνωρίζεις κάτι αληθινά πραγματικό. Τώρα καλά · λέγεται ότι οι μαθητές ήταν ψαράδες. Ο Ιησούς τους λέει, ότι θα τους κάνει «ψαράδες ανθρώπων». Αυτό σημαίνει, ότι οι δώδεκα μαθητές είχαν ήδη κάποια πνευματική προετοιμασία, όταν ήρθαν σε επαφή με Τον Δάσκαλο. Αν δεν είχαν μάθει κάτι αληθινά πραγματικό, δεν θα είχαν μπορέσει να αναγνωρίσουν τον Χριστό στον Ιησού, δεν θα μπορούσαν να είχαν εκτιμήσει δεόντως τη διδασκαλία του. Το να πλησιάσεις τον Χριστό προϋποθέτει ευφυία μιας συγκεκριμένης ανάπτυξης, συγκεκριμένο βαθμό θέλησης και ένα αίσθημα σχετικά βαθύ της αλήθειας. Φυσικά μετά τη σταύρωση άλλαξαν όλα, αλλά αυτό είναι άλλη υπόθεση. Κατά δεύτερο το να υποθέσουμε, ότι ο Ιούδας μπόρεσε να ξεγελάσει τον Ιησού είναι περίπου βλαστήμια. Η σχέση ανάμεσα στο Χριστό και τους μαθητές, είναι μια σχέση, που δεν μπορεί να συλλάβει ο άνθρωπος με όρους μιας συνηθισμένης ζωής βασισμένης στις κατανοήσεις, που εισρέουν από τις αισθήσεις. Είναι αναγκαίο να πας πίσω από τις αισθήσεις. Δηλαδή να διαμορφώσεις μάτια για να βλέπεις και αυτιά για να ακούς’ να βλέπεις και να ακούς σημασίες περισσότερο από γεγονότα απομονωμένα’ σημαίνει να βλέπεις και να ακούς σε ένα επίπεδο σχέσεων. Λέγεται, ότι ο Ιούδας πρόδωσε τον Ιησού, αλλά όταν συλλάβεις τη σημασία των γεγονότων πολύ γρήγορα αντιλαμβάνεσαι, ότι η διαγωγή του Ιούδα δεν υπήρξε έργο της ίδιας του της θέλησης’ βρέθηκε αναγκασμένος να πουλήσει τον Ιησού. Αυτό που σημαίνει το «πούλησε» στην ευαγγελική γλώσσα σχετίζεται με την πνευματική φτώχεια ή πλούτο. Να θυμάσαι μόνο ότι αναφέρεται το ουράνιο βασίλειο σαν κάτι το πολύ πολύτιμο, που ένας καλός έμπορος, όταν το βρει πουλά τα πάντα για να το αγοράσει. Να αναστρέφεις τη διαδικασία για να πλησιάσεις μια κατανόηση. Το μυστήριο του Ιούδα είναι ένα από τα μυστήρια, που μας μπερδεύουν περισσότερο. Ο Ιησούς ήξερε, ότι θα πέθαινε. Και ακόμα γνώριζε τον τρόπο με τον οποίο θα πέθαινε. Ο θάνατος του ήταν ήδη προκαθορισμένος, έτσι που να μην χωρά καμμιά προδοσία, γιατί κάθε προδοσία απαιτεί το στοιχείο μιάς εμπιστοσύνης, που να βασίζεται σε μια άγνοια. Σκέψου το για λίγο. Γιατί ο Ιησούς επιμένει, ότι αυτός διάλεξε τους δώδεκα και ένας από αυτούς ήταν ο διάβολος. Κοιτάζοντας τα γεγονότα αναδρομικά είναι πολύ εύκολο να δικάσεις και να καταδικάσεις τον Ιούδα με βάση αυτό που άλλοι ερμηνεύουν. Αλλά να ξεκαθαρίσεις το μυστήριο από μόνος σου, οδηγούμενος μόνο από την επιθυμία της γνώσης της αλήθειας, είναι πια άλλο πράγμα. Όλοι έχουμε έναν Ιούδα μέσα μας, όπως έχουμε έναν Βαπτιστή, έναν Πέτρο, έναν Ιωάννη και σχεδόν όλα τα πρόσωπα, που υπάρχουν μέσα στα Ευαγγέλια. Αν γίνει κατανοητό, ότι αυτές οι γραφές ασχολούνται πρωταρχικά με την εσωτερική ανάπτυξη του ανθρώπου, αρχίζει να φαίνεται η λεγεώνα των προσώπων μέσα μας καθώς και οι πράξεις και τα γεγονότα, που τα συσχετίζουν.

Άλλο σημείο που με ενδιέφερε ήταν σχετικά με τον έρωτα και τις σεξουαλικές σχέσεις. Όταν πλησίασα το θέμα αυτό μερικές μέρες μετά την προηγούμενη περίπτωση, μου είπε:

— Ο έρωτας είναι το κλειδί των πάντων, γιατί είναι η δύναμη, που συντηρεί και διατηρεί τα πάντα. Η συνταγή: «Αγαπάτε τον Θεό πάνω απ’ όλα και τον πλησίον σας όπως τον εαυτό σας» απαιτεί μια σκέψη πολύ βαθειά. Κανείς δεν μπορεί να αγαπά τον πλησίον του όπως τον εαυτό του, αλλά το να αγαπάς τον εαυτό σου απαιτεί ορισμένης μορφής εντυπώσεις δύσκολο να εξηγήσεις. Αν βλέπουμε και θεωρούμε την αγάπη από την σκοπιά των εντυπώσεων, θα δούμε, ότι όσοι είναι ερωτευμένοι τα βλέπουν όλα ρόδινα. Αυτή είναι μια πολύ ειδική τροφή. Αλλά όταν αγαπάς ξέροντας, όταν αγαπάς συνειδητά με πλήρη γνώση, με πλήρη κατανόηση, οι απολαύσεις ενός ερωτευμένου δεν συγκρίνονται με τις απολαύσεις της αγάπης, που πηγάζει μόνο από το πνεύμα. Το να αγαπάς πολύ τον εαυτό σου είναι το να λαχταράς την εσωτερική ανάπτυξη και αυτό απαιτεί κανονικότητα. Δεν μπορεί να αγαπηθεί όποιος βρίσκεται σε αποχαύνωση ή αίσθηση αποτυχίας. Έτσι το ν’ αγαπάς τον εαυτό σου επιβάλλει απαραίτητα την κανονική ισορροπία όλων των λειτουργιών, συμπεριλαμβανομένης και της σεξουαλικής. Αυτό όμως είναι δύσκολο να κατανοηθεί εκτός αν κατανοηθεί η μοιχεία στην αγάπη. Η μοιχεία στην αγάπη, από τη σκοπιά αυτή, είναι να έχεις μια ερωτική ή σεξουαλική σχέση με κάποιον, που δεν αγαπάς ολοκληρωτικά. Και η αγάπη πρέπει να είναι αμοιβαία. Μόνο η συνειδητή αγάπη μπορεί να παράγει μια αληθινή αγάπη. Υπάρχει μια πολύ μεγάλη διαφορά από το να αγαπάς και το να είσαι ερωτευμένος’ το πρώτο προϋποθέτει αυτογνωσία μέχρι ορισμένου σημείου και κατανόηση ορισμένων νόμων. Το δεύτερο είναι ένα πράγμα προκαθορισμένο από τη ζωή της φύσης για τους σκοπούς της δημιουργίας και τη διατήρηση της ζωής. Για μια συνειδητή εξέλιξη είναι απαραίτητη η ισορροπία, η κανονικότητα. Αυτό το καθορίζει αυτή η ίδια η κατανόηση. Όταν ασχολούνται με αυτό το ζήτημα, τα Ευαγγέλια χρησιμοποιούν την έκφραση «ευνούχος». Αλλά πριν δηλωθεί αυτό, δηλώνεται ότι η εντολή έρχεται από τον εσωτερικό λόγο. Και αυτό είναι η κατανόηση.

Μερικές μέρες αργότερα, ο φίλος μου μου χάρισε ένα γραπτό, ένα ποίημα του οποίου η αντίθεση με την μονοτονία των επεξηγηματικών του λόγων, που ανέφερα, μου τράβηξε έντονα την προσοχή. Το ποίημα έλεγε:

— «Ο Θεός έδωσε στον Ήλιο για γυναίκα τη Γη και ευλόγησε αυτή την αγάπη όταν δημιούργησε τη Σελήνη.

— Έτσι επίσης δημιούργησε εσένα, γυναίκα για να στρέψεις τη ζωή σου στην ανθρώπινη αγάπη.

— Και για να βρει στην ηδονή του να αγαπάς η ψυχή το μονοπάτι της επιστροφής, εκεί που πάντα είναι σήμερα, όπου δεν υπάρχει αύριο.

— Γιατί έτσι όπως πάει η ζωή στο θάνατο από αγάπη, έτσι η αγάπη ανασταίνεται από τον θάνατο, όπου υπάρχει μια καρδιά ξυπνητή, που ξέρει να τη συγκρατεί στην αγάπη της και στον θάνατό της.

— Με κάθε φιλί πεθαίνει λίγο η ψυχή ξεχνώντας τι είναι ζωή στην αγάπη. Και γι’ αυτό με κάθε φιλί μπορεί να ξαναζήσει η ψυχή αυτού, που ξέρει να πεθαίνει.

— Ω, παραδοξότητα της δημιουργίας!

— Σε κάθε ανάσα αγάπης υπάρχει ένας αναστεναγμός, που είναι αιωνιότητα.

— Και σε κάθε χάδι επίσης καίει η φωτιά του θανάτου και η ανάσταση.

— Ανυψώστε την απλή και απέριττη αγάπη στις πιο ψηλές κορυφές!

— Και το ν’ αγαπάς και να φιλάς να είναι μια προσευχή ζωής στο πιο εσώτερο ον που είναι η αλήθεια και είναι Θεός.

— Γιατί δεν είστε εσείς που αγαπάτε, αλλά η αγάπη του Πατέρα που πάλλεται μέσα σας.

— Δική σας θα είναι η δυνατότερη ευλογία του αν σε κάθε φιλί που δίνετε και παίρνετε καθαγιάζεται το όνομα του, φυλάγοντας την παρουσία του στους πιο εσωτερικούς πόθους σας.

— Και στην αγάπη σας αναζητήστε επίσης πρώτα την βασιλεία του Θεού και τη Δικαιοσύνη του και όλα τα άλλα, ακόμα και η ευτυχία του Είναι, θα σας δοθούν σαν συμπλήρωμα.

— Και μη φοβάστε να αγαπάτε’ να φοβάστε αυτόν, που μπορεί να μετατρέψει την αγάπη σας σε προκατάληψη ή κακία.

— Κάνετε από την ένωσή σας ένα γαλήνιο δρόμο προς τους ουρανούς.

— Όσο θα έχετε την παρουσία του στις καρδιές σας, θα αγαπάτε στ’ αλήθεια το Θεό υπεράνω όλων των πραγμάτων και συγχρόνως θα αγαπάτε ο ένας τον άλλο.

— Και τη στιγμή της υπέρτατης ευτυχίας, θα είστε ένα μ’ Εκείνον και με τη Δημιουργία του».

Δεν τον ξαναείδα για κάμποσο καιρό, γιατί έπρεπε να κάνει ένα μακρύ ταξίδι. Ανταλλάξαμε μερικά γράμματα. Θυμάμαι, ότι σε ένα από αυτά τον ρώτησα τι θα έπρεπε κανείς να κάνει για να κατορθώσει τέτοια κατανόηση της ζωής και της αγάπης. Η απάντησή του ήρθε με τη μορφή αυτού του παράδοξου ποιήματος:

— «Μην αμφιβάλλεις για την αμφιβολία και αμφέβαλε

— Αλλά να αμφιβάλλεις με πίστη και να αμφιβάλλεις ακόμα και για την πίστη

— Μήπως δεν είναι η αμφιβολία αδράνεια στην κατηφόρα της πίστης προς το σκοτάδι,

και δύναμη στην ώθηση για το φτάσιμο της κατανόησης;

Μην αμφιβάλλεις και όμως να αμφιβάλλεις

για όλα όσα πιστεύεις αληθινά,

γιατί και η αμφιβολία είναι επίσης αληθινή

στον εαυτό της και από μόνη της.

Αμφιβάλλοντας για την αμφιβολία

και αμφιβάλλοντας με πίστη και για την πίστη,

θα δεις το απατηλό της αμφιβολίας και της πίστης

να γκρεμίζεται στα πόδια σου...

και να ορθώνεται μεγαλόπρεπη μπροστά στα μάτια σου

η αμφιβολία γινόμενη Αλήθεια».

Κεφάλαιο 7

— Ξαναβρεθήκαμε στις αρχές του επόμενου φθινοπώρου. Πρόσεξα ορισμένες αλλαγές σ’ αυτόν, όμως δεν μπορούσα να τις εξηγήσω. Απόφυγε τα θέματα γύρω από το Ευαγγέλιο. Μονάχα μια φορά όταν του είπα, ότι δεν μπορούσα να καταλάβω πως ήταν τόσο αφοσιωμένος στον Ιησού και ταυτόχρονα τόσο δοσμένος στην ανάγνωση των έργων των Mayas, Incaicas, Guaranies, Hindues και Κινέζων, μου έκανε αυτή την παρατήρηση:

— Κάθε λαός, κάθε φυλή, κάθε έθνος, κάθε εποχή έχει αγγελιαφόρους, που έδωσαν μαρτυρία για την ίδια και μοναδική αλήθεια ακόμα και όταν χρησιμοποιούσαν διαφορετικά λόγια, διαφορετικά σύμβολα και διαφορετικές αλληγορίες. Λόγοι, σύμβολα και αλληγορίες δεν έχουν μια σταθερή αξία στον εαυτό τους’ είναι μονάχα μέσα, που πρέπει να απορρίπτεις σιγά-σιγά με το μέτρο που αναπτύσσεται η κατανόηση και η εμπειρία της πραγματικότητας. Αλλά για πολύ καιρό στις ζωές μας δεν βλέπουμε τίποτα άλλο από λόγια επί λόγων και σύμβολα επί συμβόλων. Όταν καταλάβουμε, ότι δύο σύμβολα δεν είναι όμοια, λίγο μας ενδιαφέρει να ερευνήσουμε αν είναι σωστά ή όχι: Πιστεύουμε για πολύ καιρό, ότι οι εξωτερικές διαφορές έχουν την ίδια εσωτερική διαφορά. Αλλά κάθε σύμβολο είναι ένας λόγος και κάθε λόγος είναι ένα σύμβολο. Πόσοι στ’ αλήθεια ξέρουν τι λένε, όταν λένε «εγώ»;

Αυτή την εξήγηση την ακολούθησε κάτι σχετικό με τις διαστάσεις του χρόνου και τις διαστάσεις του διαστήματος. Όπως έχω τονίσει, σημείωνα τα περισσότερα από αυτά, που έλεγε. Αλλά αυτή τη φορά δεν το έκανα και μόλις που θυμάμαι κάτι, ότι δηλαδή το διάστημα είναι χρόνος, ότι υπάρχουν τρεις διαστάσεις του διαστήματος και τρεις διαστάσεις του χρόνου, ότι το εβραϊκό σύμβολο, το άστρο με τις έξι άκρες, ήταν ένα σύμβολο, που σήμαινε ότι διάστημα και χρόνος ήταν ένα πράγμα ή ον. Αν θυμάμαι καλά, είπε επίσης, ότι τα λόγια του Χριστού: «Εγώ είμαι η οδός, η αλήθεια και η ζωή» μπορούσαν να ερμηνευθούν στη φυσική σαν τις τρεις διαστάσεις του χρόνου εκτός του ότι αποτελούν μια διαδικασία κοσμικής τάξης, που μαζί με άλλες πέντε διαδικασίες βασισμένες στη τριάδα αποτελούσαν όλες τις συμπαντικές διαδικασίες, σε όλες τις βαθμίδες του όντος. Αλλά, όπως το έχω ήδη πει, σε σχέση με αυτά δεν διατηρώ σημειώσεις των λόγων του, παρ’ όλο που υποπτεύομαι, ότι υπάρχουν γραπτά επ’ αυτού σε κάποιο μέρος. Πολλά άλλα πράγματα που μου είπε, μπήκαν από το ένα αυτί και βγήκαν από το άλλο.

Εκείνο τον καιρό ενδιαφερόμουν για πολλά πράγματα ξέχωρα από την φιλία μου μ’ εκείνον. Αλλά η φιλία μας διατηρούνταν σταθερή. Δεν ήταν άνθρωπος επιδεικτικός. Ντυνόταν καλά αλλά χωρίς πολυτέλεια. Με λίγο περισσότερο στόλισμα θα μπορούσε να είναι ένας κομψός άνδρας. Για κάποιο λόγο προσπαθούσε να ντύνεται πολύ διακριτικά και φαινόταν να μην θέλει να τραβάει την προσοχή’ αλλά, κατά την δική μου άποψη, την τραβούσε ακόμα και όταν δεν ήθελε να το κάνει.

Πολλές φορές μου ερχόταν να αντιμιλήσω σ’ αυτά που έλεγε. Ζήλευα την ηρεμία του, την γαλήνη του. Εγώ, αντίθετα, τη μια μέρα ήμουνα ένας σίφουνας και την επόμενη μια θάλασσα τρυφερότητας. Όταν είχα κάποια αναποδιά, δεν μπορούσα να αποφύγω την θύμηση των λόγων του. Και οι δύο εξακολουθήσαμε να πηγαίνουμε στην ίδια εκκλησία κάθε απόγευμα. Αλλά εξαιτίας του πολέμου η ζωή μου άρχισε να αλλάζει ταχύτατα και ο χρόνος άρχισε να λιγοστεύει. Άρχισα να αραιώνω τις επισκέψεις μου στην εκκλησία. Πρώτα πέρασαν μερικές μέρες απουσίας μετά έγιναν βδομάδες και πολύ σύντομα κατάλαβα, ότι είχα σταματήσει να προσεύχομαι και ακόμα είχα σταματήσει τις συζητήσεις με τον φίλο μου τον οποίο δεν έβλεπα, παρά όταν ερχόταν απροειδοποίητα στο γραφείο μου.

Η κατάσταση μου είχε κατά πολύ καλυτερέψει. Ήμουν ένας άνθρωπος που ευημερούσε. Είχα μια σημαντική θέση και όπως όλοι οι «σπουδαίοι» άνδρες, μου έλειπε ο χρόνος για πολλά πράγματα, όπως για παράδειγμα, να εκπληρώσω την υπόσχεση, που είχα δώσει εγώ ο ίδιος να μη λείψω απ’ το ναό καμμία μέρα. Δικαιολογιόμουνα ρίχνοντας το φταίξιμο στον πόλεμο. Η σημασία της θέσης μου βρισκόταν στο γεγονός, ότι όλος ο κόσμος ήθελε να πληροφορείται τα γεγονότα αμέσως. Διπλωμάτες και πολιτικοί ήξεραν, ότι επάνω στο γραφείο μου θα έβρισκαν πάντα την είδηση της τελευταίας στιγμής. Το τηλέφωνό μου δούλευε ασταμάτητα. Αναγκάστηκα να τοποθετήσω ένα απόρρητο τηλέφωνο. Καθημερινά με επισκέπτονταν ή με καλούσαν υπάλληλοι της κυβέρνησης, διαφόρων πρεσβειών, μεγάλων εμπορικών οίκων κ.λ.π. και όπως ήταν φυσικό να συμβεί, αυτές οι επαγγελματικές επαφές γρήγορα μετατράπηκαν σε προσωπικές φιλίες. Ο κύκλος μου μεγάλωσε. Άρχισαν να καταφθάνουν οι αναπόφευκτες προσκλήσεις σε γιορτές, επίσημα γεύματα και κλειστές συγκεντρώσεις, που οργάνωνε η μια ή η άλλη ομάδα. Και εγώ που δεν εύρισκα χρόνο, για να πάω στην εκκλησία ούτε για μισή ώρα τα απογεύματα, μπορούσα να πηγαίνω σε όλες αυτές τις κοινωνικές συγκεντρώσεις. Βέβαια πάντα κατέφευγα σ’ εκείνη τη δικαιολογία: «Πρόκειται για τον πόλεμο και εγώ το χρωστάω στον κόσμο, που πληρώνει τις υπηρεσίες μου».

Όταν κάποια μέρα έδωσα μιας τέτοιας μορφής εξήγηση στον φίλο μου, αυτός με κοίταξε με μια έκφραση οίκτου και παίρνοντας μια λευκή κόλλα χαρτί επάνω από το γραφείο μου, έγραψε:

«Ποτέ μην αισθανθείς τόσο τέλειος ώστε να μειώνεις τη φρούρηση ή να ελαττώνεις την επαγρύπνηση.

— Να αγαπάς, αλλά όχι να εκπορνεύεις τον ίδιο σου τον εαυτό».

— Διατήρησέ το κάπου, όπου να μπορείς να το βλέπεις συχνά, μου είπε δίνοντάς το μου.

Μετά σηκώθηκε και έφυγε.

Πέρασαν μερικοί μήνες χωρίς να τον δω. Συχνά τον θυμόμουν. Οι παράξενες παρατηρήσεις του, οι εύστοχες συμβουλές του σε προβλήματα στα οποία υπέθετα ότι είναι εντελώς άσχετος, όλα αυτά και η συνείδησή μου, μου προκαλούσαν μια περίεργη ανησυχία κάθε φορά που τον σκεφτόμουν και διάβαζα τα λόγια του.

Εκείνο τον καιρό άρχισε η αναταραχή της «καλής γειτονίας». Άρχισε η Παναμερικανική μανία. Οι διεθνείς συνωμοσίες από την πιο ασήμαντη μέχρι την πιο μίζερη άρχισαν να ανθίζουν σε όλα τα μέρη. Μπόρεσα να καταλάβω, ότι διάφορες ευρωπαϊκές δυνάμεις υποθετικά φίλες με τις Ηνωμένες Πολιτείες καταπολεμούσαν υπογείως την ιδέα της «καλής γειτονίας». Όλοι ήθελαν να βγάλουν ένα μερίδιο από τα κέρδη που δημιουργούσαν οι καλές επιχειρήσεις του πολέμου. Ούτε οι βιομήχανοι, ούτε οι ανθρακωρύχοι, ούτε οι πολιτικοί, οι διπλωμάτες ή οι δημοσιογράφοι απέκρουαν αυτόν τον πειρασμό. Και εγώ έπεσα σ’ αυτόν και έπεσα με μεγάλη ευχαρίστηση μέσω ενός φίλου, που κερδοσκοπούσε γερά στο Χρηματιστήριο Αξιών και που τόνιζε, ότι ήταν καλά κατατοπισμένος σχετικά με τα πολεμικά γεγονότα. Έτσι άρχισα να πλουτίζω.

Από την άλλη, ορισμένες προπαγανδιστικές οργανώσεις άρχισαν να μου ζητούν συνεργασία με μορφή άρθρων. Και όσο πιο ψεύτικα και ηλίθια ήταν τα άρθρα τόσο καλύτερα με πλήρωναν. Δέχτηκα και κέρδισα περισσότερο χρήμα.

Κάποια φορά θυμήθηκα μερικές παρατηρήσεις, που είχε κάνει ο φίλος μου, όταν άρχισαν οι πρώτες βολιδοσκοπήσεις γύρω από την «καλή γειτονία» των Ηνωμένων Πολιτειών.

Καλός γείτονας μπορεί να είναι μόνο αυτός, που πληρώνει μετρητά. Τη σήμερον κανένας δεν είναι σε θέση να το κάνει, πολύ λιγότερο τα Νοτιομερικάνικα κράτη. Αλλά καθώς ο άνθρωπος ζει με ωραία λόγια και όσο πιο όμορφα και πιο ανόητα είναι, βρίσκουν την ιδέα εντυπωσιακή, τη χειροκροτούν και δεν ξέρουν σε τι εμπλέκονται. Είναι μια αντίληψη γεννημένη από την παραβολή του Καλού Σαμαρείτη. Αλλά στις Ηνωμένες Πολιτείες κάποιος το έχει διαστρεβλώσει και τα υπόλοιπα κράτη το έχουν διαστρεβλώσει ακόμη περισσότερο. Όμως η ιδέα είναι όμορφη και καθώς στις Ηνωμένες Πολιτείες υπάρχουν δολάρια σε αφθονία, να η παναμερικανική μαρκαράτα, που δεν είναι παρά ένα φίδι με είκοσι στόματα και ένα κεφάλι.

— Αυτό είναι πάρα πολύ καυστικό, του είπα.

— Η αλήθεια πάντα είναι καυστική, ειδικά για τους υποκριτές. Μην ταυτίζεσαι τόσο με την προπαγάνδα που γράφεις και ίσως τότε να μπορέσεις να δεις κάτι από την πραγματικότητα.

— Όμως η «καλή γειτονία» σημαίνει τουλάχιστον μια καλή πρόθεση.

— Ο Σατανάς έχει τις καλύτερες προθέσεις απέναντι στον άνθρωπο, γι’ αυτό τον αποβλακώνει.

— Εσύ τα βλέπεις όλα τόσο ψυχρά · ο παναμερικανισμός είναι μια καλή πρόθεση.

— Ακόμα κοιμάσαι. Αν καταλάβαινες, ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να έχει μια συνοχή στις προθέσεις του γρήγορα θα καταλάβαινες, ότι η πρόθεση δεν φτάνει. Αν ο άνθρωπος μπορούσε να διατηρήσει μια συνοχή στη σκέψη του, αίσθημα και δράση, οι καλές προθέσεις θα έδιναν άφθονα φρούτα. Έτσι όπως το άτομο έχει πολύ καλές προθέσεις τη μια μέρα και την επόμενη οτιδήποτε τον εκτρέπει από αυτές, έτσι συμβαίνει και με την πολιτική. Η δημοκρατική ιδέα είναι πιο παλιά από το βάδισμα με τα πόδια, αλλά είναι κάτι το αδύνατον, γιατί απαιτεί μια ικανότητα διάκρισης, που λίγοι διαθέτουν.

Ανάμεσα στις σημειώσεις μου αυτής της εποχής βρίσκω και μια σελίδα από ένα γράμμα, που μου είχε στείλει εκείνος σχετικά με τη διεθνή πολιτική του τότε, σε ένα του ταξίδι.

Λέει:

«...Ο Κύριος Ρούζβελτ είναι χωρίς αμφιβολία ένας άνθρωπος με πολύ καλές προθέσεις, αλλά συμβαίνει ο μοναδικός καλός γείτονας που έχει να είναι το τσιγάρο του. Έτσι όπως ο μοναδικός αληθινός σύμμαχος του Κυρίου Τσόρτσιλ είναι το πούρο του και ο μοναδικός σύντροφος του Κυρίου Στάλιν είναι το τσιμπούκι του. Παρατήρησε, ότι ούτε ο Χίτλερ, ούτε ο Μουσολίνι καπνίζουν. Είναι υπερβολικά ενάρετοι και όπως κάθε φανατικός με την αρετή, βλέπουν μόνο το κριθαράκι στο ξένο μάτι. Όταν τελειώσει αυτός ο πόλεμος, είναι πιθανόν να υπάρξει άλλος και με εκείνον ίσως η επιστήμη προοδεύσει στο έπακρο, ώστε να πάρει τη χαρά και να απολαύσει τη δόξα του να έχει καταστρέψει τον πολιτισμό. Τίποτα δεν είναι πιο εύκολο από το να προφητεύσεις έναν πόλεμο. Αλλά ο πόλεμος επίσης φέρνει την αηδία στην ζωή των λαών και του ίδιου του ατόμου. Αν αυτήν την εσωτερική αηδία τη χρησιμοποιούσε το άτομο για την ανάπτυξή του και αν τουλάχιστον προσπαθούσε να ερευνήσει από πού έρχεται και γιατί συμβαίνει, πιστεύω ότι θα γινόταν ένα βήμα προς την ειρήνη. Αλλά δεν είναι εύκολο πράγμα να καταφέρεις να καταλάβει ο άνθρωπος, ότι απέναντι στα ουράνια φαινόμενα είναι λιγότερο και από ένα άτομο. Η ειρήνη είναι μια προσωπική κατάκτηση’ ποτέ δεν υπήρξε έργο των μαζών. Και πολύ λιγότερο έργο των στρατών. Ο άνθρωπος δεν έχει μάθει ακόμα να επωφελείται από τα διδάγματα της ιστορίας, από αυτό που δείχνει η εμπειρία. Ο συνασπισμός των Εθνών υπήρξε για πολλά χρόνια μια αυταπάτη ειρήνης’ η αλήθεια είναι, ότι ήταν μια εστία από ραδιουργίες. Ο Μουσολίνι την κατέστρεψε με μια μονοκοντυλιά. Μετά από αυτόν τον πόλεμο πιθανώς να ξεπροβάλλει κάτι άλλο παρόμοιο αλλά με κάποιο άλλο όνομα. Ο άνθρωπος διασκεδάζει δίνοντας ή αλλάζοντας ονόματα στα πιο παλιά πράγματα της ιστορίας. Ο συνασπισμός των Εθνών γεννήθηκε νεκρός. Ήδη είχε πεθάνει στην Ελλάδα πριν από δύο χιλιάδες χρόνια, με την Αμφικτιονία. Δεν πρόκειται για οργανώσεις’ δεν χρειάζεται να αλλαχθούν ονόματα, παρά πρέπει να αλλάξει ο άνθρωπος. Μη μου ζητάς να πάρω στα σοβαρά την καλή γειτονία, γιατί όλα αποτελούν ένα σωρό από ψέματα. Το τραγικό είναι, ότι κανείς δεν ψεύδεται από πρόθεση’ κανείς δεν καταλαβαίνει το Μεγάλο Ψέμα. Παρατήρησέ το σε σένα τον ίδιο, παρατήρησε πως άρχισες να πιστεύεις σε όσα ψέματα γράφεις».

Από όλα αυτά αυτό που με ενδιέφερε, ήταν η ιδέα ότι ένας καλός γείτονας μπορεί να είναι μόνο όποιος πληρώνει σε μετρητά. Αποφάσισα να χρησιμοποιήσω την ιδέα για ένα άρθρο και όταν το δημοσίευσα, στη ζωή μου έγινε μια νέα αλλαγή συσχετισμένη, κατά κάποιο τρόπο, με αυτόν τον παράξενο φίλο.

Βρέθηκα γερά μπλεγμένος στις πλεκτάνες της πολιτικής κατασκοπείας.

Λίγες μέρες αφότου επεξεργάστηκα αυτήν την ιδέα σε μια σειρά από άρθρα, ήρθα σε επαφή με κάποιους πωλητές ορισμένων μηχανημάτων, που δεν μπορούσαν να κατασκευαστούν πουθενά. Τους γνώρισα δια μέσου κάποιων φίλων διπλωματών. Και από τότε ανέβηκαν οι μετοχές μου. Ξαφνικά είδα, ότι ακόμα και οι γνώμες μου ήταν «σπουδαίες». Μέχρι και οι πιο κουτές βλακείες, που συνήθιζα να λέω, όταν είχα λίγο παραπάνω οινόπνευμα στο σώμα μου, άρχισαν να έχουν «ενδιαφέρον». Το ενδιαφέρον και η σημασία, που μου έδιναν, δεν ξεκινούσαν ούτε από την εξυπνάδα μου, ούτε από την κρίση μου, γιατί πήγαινε πια καιρός, που δεν χρησιμοποιούσα καμία απ’ αυτές τις δύο λειτουργίες. Πήγαζαν απόλυτα και ξεκάθαρα από τη δουλειά που έκανα και που συνέχισα να κάνω εφόσον βέβαια υπάκουα στην κενότητα της «σπουδαιότητάς» μου.

Δεν αξίζει να διηγηθώ την ιστορία μου μέσα στις τόσες συνωμοσίες εκείνου του καιρού. Αναφέρω μόνο τα γεγονότα που σχετίζονται με τον φίλο μου και τις ιδέες του. Αυτά όμως που μπόρεσα να παρατηρήσω στους πολιτικούς, διπλωμάτες και κατασκόπους με τους οποίους είχα δοσοληψίες, θα μπορούσαν να δώσουν θέμα σε μια όμορφη χιουμοριστική κωμωδία, αν δεν υπήρχαν οι τραγικές συνέπειες, που ακολουθούν αυτή την πανίδα και χλωρίδα του πολιτισμού μας. Παρατηρώ πως γράφω με κάποια μνησικακία και δεν το κρύβω. Και αν ο φίλος μου μπορούσε να το διαβάσει αυτό τώρα, σίγουρα θα έλεγε πάνω-κάτω κάτι τέτοιο:

Δεν έμαθες να συγχωρείς. Ακόμα κοιμάσαι. Η χλωρίδα και η πανίδα σου δεν μπορούν να σταματήσουν, ούτε να ακρωτηριάσουν τη ζωή.

Γράφοντας αυτό παρατηρώ πόση νοσταλγία αισθάνομαι γι’ αυτόν, πόσο λυπάμαι, που δεν είμαι πλάι του τώρα. Αλλά ας γυρίσουμε στη διήγηση.

Ένα βράδυ με προσκάλεσε να δειπνήσω μαζί του. Η εμπιστοσύνη μου δεν είχε λιγοστέψει. Συζητήσαμε για πολύ ώρα ευχάριστα. Του είπα τις παρατηρήσεις μου και αυτός χαμογέλασε με τρυφερότητα και κατανόηση, σαν να εννοούσε: «Οι κακόμοιροι, δεν φταίνε». Μετά το φαγητό πήγαμε μαζί στο διαμέρισμά μου, που ερχόταν σε ζωηρή αντίθεση με εκείνο το δωματιάκι στην πανσιόν, όπου είχα ζήσει τόσα χρόνια πριν καταφέρω να γίνω «σπουδαίος». Το κοίταξε όλο σιωπηλά. Όταν θυμάμαι αυτό το βράδυ, βλέπω πόσο προσβλητική υπήρξε η συμπεριφορά μου. Άρχισα να του δείχνω με κομπασμό τα πράγματά μου’ τους τίτλους από τη δουλειά μου, τα ρούχα, ένα χαριτωμένο μπαρ σε μινιατούρα, την αθλητική μου γωνιά με το σάκκο με άμμο, τα γάντια της πυγμαχίας και τα σιδερένια βάρη, το ωραίο μου ιταλικό ποδήλατο. Όταν τελείωσα την επίδειξη, του είπα με υπεροπτικό τόνο:

— Πώς σου φαίνονται;

— Τέλεια. Μου είπε. Λίγο σου λείπει ακόμα για να γίνεις ένας τέλειος κρετίνος. Δεν αναφέρομαι σ’ αυτά, στην άνεση, αλλά στην συμπεριφορά σου απέναντι σε όλη αυτή την καλοπέραση και το κακό, που εσύ ο ίδιος κάνεις στον εαυτό σου.

— Δεν σε καταλαβαίνω -του είπα-. Κερδίζω αρκετά χρήματα. Ζω καλά και απολαμβάνω τη ζωή.

— Με τι αντίτιμο;

— Δεν το βλέπω τόσο τρομερό -διαμαρτυρήθηκα-. Μην είσαι υποκριτής. Μένει μόνο να επικρίνεις τα ίχνη γυναίκας που βρήκες.

— Ίσως να είναι τα ίχνη από το μοναδικό τίμιο πράγμα που σου απομένει. Αλλά η ζωή είναι δική σου. Ζήσε την όπως σου αρέσει.

Αισθάνθηκα έναν αόριστο φόβο ακούγοντας αυτά τα λόγια. Μείναμε σιωπηλοί για λίγο. Μετά ένιωσα μια ζωηρή επιθυμία να του εξομολογηθώ όλα όσα με βασάνιζαν.

— Χρειάζομαι την βοήθειά σου του είπα.

— Σ’ ακούω.

— Του εξήγησα όλα τα γεγονότα, που είχαν μετατραπεί σε ένα τρομακτικό δίλημμα μέσα μου, εκείνο τον κολασμένο κύκλο από ψέματα στον οποίο είχα πέσει. Άκουσε με μεγάλη προσοχή, μου έκανε μερικές ερωτήσεις για να ξεκαθαρίσει ορισμένα σημεία, που δεν θέλησα να εκθέσω ανοιχτά. Συλλογίστηκε για μια στιγμή, όταν είχα τελειώσει.

— Τι έχεις να μου πεις; Τον ρώτησα.

— Τι θέλεις να σου πω;

— Τι πρέπει να κάνω;

— Κόφτο από τη ρίζα. Παράτησέ τα όλα. Άφησέ τα όλα και άρχισε από την αρχή.

— Καλά, είσαι τρελλός;

— Όχι. Ο τρελλός είσαι εσύ. Κοίταξε που έφτασες.

Και πηγαίνοντας στο μπάνιο έβγαλε από το ντουλαπάκι ένα σωληνάριο με χάπια διεγερτικά, με τα οποία έπρεπε να διεγείρω καθημερινά το νευρικό μου σύστημα, για να μπορέσω να εξακολουθήσω αυτό το ρυθμό ζωής, που έκανα.

Όταν τον είδα με το σωληνάριο στα χέρια κατάλαβα πολλά πράγματα για την μεγάλη του παρατηρητικότητα, για την καλοσύνη και την στοργή που με περιέβαλλε. Αλλά εγώ αισθανόμουν ότι το πράγμα είχε τραβήξει πολύ μακριά, για ν’ αλλάξει. Κατέβασα το κεφάλι σιωπηλά.

— Τουλάχιστον σου απόμεινε λίγη ντροπή, μου είπε. Επωφελήσου και ξαναπιάσε την κλωστή της ζωής σου, πριν χαθούν όλα. Σε λίγο θα περάσεις απ’ αυτό το διεγερτικό στα ναρκωτικά. Και όταν αισθανθείς την ανάγκη να ξεφύγεις από τα σκουπίδια μέσα στα οποία ζεις, ο σάκκος της άμμου και τα γάντια της πυγμαχίας θα εξαφανιστούν και στην θέση τους θα τοποθετήσεις πορνογραφικές εικόνες. Τώρα μπορεί να σε βοηθήσει αυτή η αγάπη, που υπάρχει μέσα στην ζωή σου, αλλά αν δεν το καταλάβεις, αν δεν αρπαχτείς απ’ αυτήν με όλες σου τις δυνάμεις, αν εξακολουθήσεις να υποκύπτεις στον πειρασμό με αυτόν το τρόπο, θα χάσεις την αγάπη και θα αναζητάς τα όργια.

— Ξέρεις καλά ότι δεν μπορώ να αφήσω την δουλειά μου. Ξέρεις γιατί πρόκειται. Ξέρεις τι είναι ο πόλεμος.

— Δικό σου πρόβλημα. Με ρώτησες τι πρέπει να κάνεις και σου απάντησα. Δεν έχω τίποτα άλλο να σου πω.

Τότε έκανα ένα θλιβερό λάθος.

— Άκουσε, του είπα. Εσύ είσαι πιο έξυπνος από μένα. Θα σου δώσω τα μισά από όλα όσα έχω και απ’ όσα κερδίζω, αν με βοηθήσεις να ξεφύγω απ’ αυτό.

Με κοίταξε σιωπηλά, χωρίς να πει ούτε μια λέξη. Κατάλαβα πάρα πολύ αργά το πόσο τον είχα πληγώσει. Είδα πως εμφανίστηκαν δάκρυα στα μάτια του. Απομακρύνθηκε συντετριμμένος από μια μοναδική θλίψη και όταν έφτασε στην πόρτα, είπε:

— Τριάκοντα αργύρια ...

— Αισθάνθηκα την επιθυμία να του ζητήσω συγνώμη, αλλά κάτι με συγκράτησε. Πλησίασα στο μπαρ και ενώ έβαζα ένα ποτήρι ουίσκι, θυμήθηκα εκείνη την άλλη σιωπηλή σκηνή, που φαινόταν να έχει συμβεί σε ένα πολύ μακρινό παρελθόν, εκείνη τη φορά που στην εκκλησία εγώ είχα φωνάξει «σκατά» και εκείνος είχε απαντήσει «αμήν». Ήπια το ουίσκι μονορούφι, κοίταξα τις ταμπλέτες με τα διεγερτικά, που εκείνος είχε αφήσει πάνω στο μπαρ, και είπα φωναχτά:

— Ας πάει στο διάολο.

— Ήπια ουίσκι μέχρι που μέθυσα.

Κεφάλαιο 8

Πέρασε καιρός.

Ξαφνικά η μηχανή, από την οποία ήμουν αρπαγμένος, άρχισε να λειτουργεί διαφορετικά, με πιο εντατικό τρόπο. Πλησιάζαμε στο τέλος του πολέμου. Όλοι ήταν πιο απελπισμένοι. Άλλαξα πόλη, πήγα σε άλλη χώρα και εκεί έπρεπε να συνεχίσω αυτό που είχα αρχίσει και από το οποίο δεν μπορούσα να ξεφύγω. Θυμόμουν τον φίλο μου μόνο από απόγευμα σε απόγευμα.

Κάθε μέρα μου προξενούσε και πιο πολύ κατάπληξη η ευκολία με την οποία έλεγα ψέματα και εξαπατούσα και η ευκολία με την οποία όλοι φαίνονταν να πιστεύουν τις ψευτιές και τις απάτες μου.

Ένα βράδυ όπου είχα πιει παραπάνω από το αναγκαίο, για να ξεχάσω την κατάντια μου, συνάντησα τον φίλο μου.

Με κοίταξε σιωπηλά και χωρίς να μου δώσει καιρό, για να εκφράσω τη χαρά μου, είπε:

— Στοχάσου λίγο. Μην ψάχνεις για βάσανα που δεν χρειάζεσαι.

— Ήξερα, ότι σ’ αυτόν δεν μπορούσα να πω ψέματα. Του ζήτησα να μην με αφήσει και αυτός μου ανάγγειλε, ότι θα έμενε λίγο καιρό σ’ αυτήν την πόλη και ότι πιθανόν θα βλεπόμαστε συχνά.

Είπαμε λίγα εκείνο το βράδυ. Δεν έπαψα να σκέπτομαι εκείνο το ότι έψαχνα για βάσανα, που δεν χρειαζόμουν. Αλλά, όπως συνήθως, σκέφτηκα ότι θα ήταν κάποια καινούρια παραδοξολογία από μέρους του. Αντίθετα θα μου άρεσε υπερβολικά να τον είχα περιποιηθεί κάπως περισσότερο και γενικά να ανταποκριθώ στην φιλική του αφοσίωση με ένα πιο χειροπιαστό τρόπο. Όταν προσφέρθηκα να τον φιλοξενήσω στο σπίτι μου αρνήθηκε ευγενικά πληροφορώντας με, ότι το ταξίδι του είχε κανονιστεί από άλλους φίλους με τους οποίους θα έμενε, αλλά ότι θα βλεπόμασταν συχνά.

Στην επόμενη συνάντησή μας τον ρώτησα αν διάβασε τα άρθρα μου και αυτός απάντησε καταφατικά και ότι είχε κόψει κάποια για να τα φυλάξει. Αυτό μου προκάλεσε ζωηρά το ενδιαφέρον. Περίμενα να μου απαντήσει κάπως έτσι: «Δεν διαβάζω πολιτική προπαγάνδα» κ.λ.π. Αλλά το ότι είχε κόψει ένα από τα άρθρα μου, ήταν βέβαια ένα πραγματικό γεγονός. Τον ρώτησα ποιο άρθρο ήταν. Το έβγαλε από το πορτοφόλι του.

Περίμενα πως θα ήταν κάποιο από εκείνα τα περίπλοκα άρθρα, που προσπαθούσε να παρουσιάσει μια διεθνή εικόνα αναφέροντας μεγιστάνες τραπεζικούς και συνδικαλιστές εργατών, κ.λ.π. Όμως αυτό που είχε κόψει ο φίλος μου ήταν κάτι πολύ διαφορετικό: Ένα σχόλιο σχετικό με κάτι τραγούδια των Ινδιάνων Guarani, όπου έγραφα τις δικές μου εντυπώσεις.

— Είναι πολύ ενδιαφέρον αυτό που παρατηρείς σε αυτή τη μουσική, μου είπε. Αντιστοιχεί πιστά σε ένα θησαυρό σοφίας, που οι Guarani αισθάνονται ακόμα, το οποίο όμως έχουν πάψει να καταλαβαίνουν πνιγμένοι από την δυτική κουλτούρα. Βρίσκω σ’ αυτήν το ίδιο που βρίσκω σε όλα τα φολκλορικά της ηπείρου: Μια κλωστή κρυμμένη στο χρόνο. Διάβασε αυτό το μικρό έργο από το Yucatán και θα βρεις το ίδιο περιεχόμενο, αν και με διαφορετική μορφή.

Και μου πρόσφερε ένα μικρό βιβλίο που ακόμα έχω.

Μου είπε, ότι αυτό το άρθρο τον ώθησε να με ξαναβρεί και πρόσθεσε:

— Δεν φαντάζεσαι το καλό που έκανες στον εαυτό σου ακούγοντας αυτή τη μουσική με τόση προσοχή. Θα πάλλεται για πάντα μέσα σου.

Εγώ χαμογέλασα πλατιά και με τη σειρά μου απάντησα.

— Άνθρωπέ μου ... αν θέλεις μουσική των Guarani στο σπίτι υπάρχει άφθονη. Έχω επίσης δυο όμορφα τραγούδια των Mayas και πάρα πολλούς δίσκους με μουσική των Ίνκας.

Του διηγήθηκα με λεπτομέρειες, πως είχα κάνει αυτή τη συλλογή και μέχρι που ανέφερα τα ποσά που είχα ξοδέψει γι’ αυτήν. Με άκουσε ευχαριστημένος.

— Ο Guarani έχει μια πλουσιότατη έκφραση, που σημαίνει, ότι όλα όσα λέει με λόγια ο άνθρωπος, σε ανθρώπινη γλώσσα, είναι ένα κομμάτι από τη ουσία της ψυχής · θα πρόσεξες ότι αυτή η αντίληψη είναι όμοια με μια από τις άγιες αλήθειες του Χριστιανισμού, όταν βεβαιώνει, ότι για τον πλούτο της καρδιάς μιλά το στόμα. Και υπάρχουν επίσης αυτοί που είπαν, ότι ο άνθρωπος μπορεί να εκφράσει μόνο αυτό που είναι. Τέλος ...

Το άλλο βράδυ δειπνήσαμε στο σπίτι μου και χορτάσαμε μουσική των Guarani. Εγώ όμως ήμουνα ταραγμένος και νευρικός από τα γεγονότα της ημέρας και θα προτιμούσα να συζητήσω μαζί του τα προσωπικά μου προβλήματα. Άκουσε τη μουσική με ευχαρίστηση. Εγώ έπινα ουίσκι. Η μουσική ήταν ασφαλώς ελκυστική, αλλά εγώ είχα το κεφάλι μου γεμάτο σκοτούρες εξαιτίας της ζωής που ζούσα ανάμεσα σε τόσες συνομωσίες. Η κατάστασή μου ήταν πια πολύ απελπιστική και φαινόταν ότι δεν υπήρχε ούτε χαραμάδα να κρυφτώ. Εκείνη τη στιγμή ζήλεψα την ηρεμία του φίλου μου, την ανυπολόγιστη γαλήνη, που υπήρχε σ’ αυτόν και πάνω απ΄ όλα την σιγουριά του, την αταραξία του.

Όταν σηκώθηκε, λίγο πριν να φύγει, μου είπε:

— Ο Guarani έχει κάνει πάνω-κάτω το ίδιο με αυτό, που κάνεις εσύ μ’ αυτό το ποτήρι ουίσκι · αυτοί πίνουν ζαχαροκάλαμο. Δεν είναι εντελώς δυσάρεστο, αλλά το να πίνεις για να ξεφύγεις από τον εαυτό σου είναι το πιο κουτό πράγμα που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος. Οι Guaranies πέσανε στο ίδιο δίχτυ υπνηλίας, που έπεσες και εσύ. Αυτή η μουσική που μόλις ακούσαμε είναι η φωνή της ψυχής τους, που την έχει συλλάβει κάποιος άνθρωπος, ο οποίος θέλει ακόμα να ξυπνήσει τους δικούς του. Η φωνή της ζωής πάλλεται ακόμα μέσα τους, αλλά αυτοί αφέθηκαν να υπνωτιστούν όχι μόνο από το οινόπνευμα αλλά και από την δυτική εγκυκλοπαιδικότητα, που είναι το δηλητήριο που καταστρέφει τους λαούς μας.

— Δεν πιστεύω να έχει πεθάνει τίποτα στους Guarani -του είπα- . Ο ανδρισμός τους είναι πράγμα αρκετά ξεκάθαρο. Πιστεύω ότι ο Guarani είναι ο πιο γενναίος άνθρωπος που έχω γνωρίσει · το είδα στον πόλεμο. Και με την ευκαιρία , ήταν στον πόλεμο που γνώρισα την μουσική τους και την βρίσκω τόσο ωραία και ευχάριστη όσο την μουσική του οροπεδίου Altiplano (Βολιβία).

— Ναι, και οι δυο είναι γνήσια καλέσματα της ψυχής αυτών των τόπων αλλά οι μορφές είναι διαφορετικές γιατί αντιστοιχούν σε διαφορετικά γεωγραφικά πλάτη. Και οι δυο είναι μουσικές ουσιαστικά μυστικές. Αυτή που έχει προέλευση από τους Ίνκας ακολουθεί τον ρυθμό της κίνησης των ουράνιων σωμάτων και δεν μπορεί να είναι διαφορετικά · είναι μουσική που αγκαλιάζει με τον ρυθμό και τη μελωδία της όλα όσα ξέρει η ψυχή μας σχετικά με το ηλιακό σύστημα και το άγνωστο που παρουσιάζουν η Γαλάτεια Οδός και οι Πλειάδες. Σε περισσότερο από τρεις χιλιάδες μέτρα υψόμετρο, έχοντας τον έναστρο ουρανό πανοραμικά, ο άνθρωπος των Άνδεων είναι αναγκασμένος να αισθάνεται σε μεγαλοπρεπείς όρους. Αν η σκέψη του βρισκόταν στο ίδιο ύψος με τα αισθήματά του, η φυλή δεν θα είχε εκφυλιστεί. Αυτός ο εκφυλισμός άρχισε πολύ πιο πριν από την κατάκτηση · ακόμα και έτσι όμως ο εκφυλισμός τους είναι αναλογικά μικρότερος από αυτόν της δύσης σε σχέση με τον Χριστιανισμό. Αυτό μπορεί να παρατηρηθεί στις γραφές, που διασώθηκαν από την καθολίκευση της Αυτοκρατορίας. Η ψυχή αυτών των φυλών διατηρεί ακόμα την πνευματική της δύναμη · αλλά δυστυχώς δεν ξέρει να την εκσυγχρονίσει και την έκρυψε στα βάθη των καθολικών πρακτικών. Αναφορικά με τους Guarani, η ημι-τροπική φύση στην οποία ζουν, τους δίνει άλλο ρυθμό, άλλη φόρμα, άλλο αίσθημα · αλλά στην ουσία λένε το ίδιο όσον αφορά την πνευματικότητα. Συμβαίνει πολύ λίγοι άνθρωποι, να κατανοούν την πραγματικότητα της ζωής δια μέσου των αισθημάτων, των συγκινήσεων και αυτό έφτιαξε ένα πολιτισμό σχιζοφρενών. Αυτό που ονομάζεται υποσυνείδητο δεν είναι παρά αλληλένδετες λειτουργίες, που μπορούν να λειτουργήσουν αρμονικά με το νου, με τη σκέψη. Γι’ αυτό σου λέω, ότι αν όλος αυτός ο καλλιτεχνικός θησαυρός, αν αυτή η συναισθηματική έκφραση μπορούσε να γίνει διανοητικά κατανοητή, οι φυλές της ηπείρου μας θα καταλάβαιναν το αληθινό πεπρωμένο τους. Αλλά τώρα πια υπάρχουν αυτοί που δουλεύουν για να δώσουν φως σ’ αυτή την αίσθηση. Προς το παρόν αυτοί οι άνθρωποι είναι όπως ο Ιωάννης ο Βαπτιστής -μια φωνή βοώντος στην έρημο.

— Απ’ όσα μου λες, θα φαινόταν φρόνιμο να ξαναζωντανέψουν οι θρησκείες και οι μύθοι των αυτόχθονων φυλών. Του είπα.

— Όχι, θα ήταν ανόητο. Σ’ αυτή την κατεύθυνση δεν υπάρχει τίποτα, που να ζωντανέψει, γιατί τίποτα δεν έχει πεθάνει. Δεν μπορούμε να γυρίσουμε στους τρόπους του παρελθόντος · μπορούμε μόνο να κατανοήσουμε την παντοτινή αρχή, που εμψυχώνει όλες τις μορφές. Πρέπει να κατανοήσουμε, δεν πρέπει ούτε να διαλύσουμε ούτε να διαιρέσουμε. Και αυτό είναι ένα καθήκον για κάθε άτομο.

— Υπολογίζεται ότι στη Νότια Αμερική υπάρχουν δέκα εκατομμύρια Ινδιάνοι. Ένας τολμηρός άνθρωπος, που θα γνώριζε τις γλώσσες τους θα μπορούσε να τους οργανώσει και να τους επαναστατήσει. Θα ήταν ενδιαφέρον.

Με κοίταξε συμπονετικά.

— Βλέπεις, είπε. Εδώ, σε σένα τον ίδιο, έχεις την σχιζοφρένεια της δύσης. Έχεις χορτάσει από βία σε τέτοιο βαθμό, που δεν μπορείς να μετρήσεις τη ζωή παρά μόνο με όρους καταστροφής και θανάτου.

Πέρασαν αρκετές μέρες χωρίς να ξανασυναντηθούμε. Εκείνο τον καιρό οι υποθέσεις της ζωής μου μπερδεύονταν κατά ένα τρόπο απίστευτο. Η μηχανή με παγίδευε αμείλικτα και εγώ αισθανόμουν σαν ένα πουλάκι υπνωτισμένο από ένα φίδι ξέροντας, ότι θα πεθάνει, ότι πρέπει να φύγει, αλλά που δεν μπορεί να το κάνει. Όταν ξαναείδα τον φίλο μου, του εμπιστεύτηκα τα γεγονότα.

— Ήδη είναι πολύ αργά, μου είπε. Τώρα πρέπει να ακολουθήσεις την κίνηση της μηχανής μέχρι εκεί , που θα σε πάει. Δεν μπορείς να ξεφύγεις · κοίτα:

Και οδηγώντας με σε ένα παράθυρο, που έβλεπε στον δρόμο, μου έδειξε δυο ανθρώπους, που προσπαθούσαν να κρύψουν την παρουσία τους.

— Ποιοι είναι; Ρώτησα.

— Είσαι τόσο αποχαυνωμένος από την επιτυχία σου, που δεν έχεις καταλάβει τι συμβαίνει γύρω σου. Το ψέμα σε έχει αιχμαλωτίσει. Είναι αστυνομικοί, που σε ακολουθούν εδώ και μερικές μέρες.

— Ένιωσα ένα χτύπημα στην καρδιά. Δεν δειλιάζω εύκολα και παρ΄ όλο που γνωρίζω το φόβο, ξέρω επίσης, ότι το θάρρος είναι ακριβώς το να τον δαμάζεις όσο άγρια και αν σε περιτριγυρίζει. Αλλά μέσα μου κάτι έτρεμε τρομοκρατημένο από το ωμό γεγονός, ότι έφτανε στο τέλος του. Κοίταξα τον φίλο μου, ελπίζοντας ότι θα έλεγε κάτι, αλλά εκείνος μόνο παρατήρησε:

— Θα έπρεπε να αισθάνεσαι ευχαριστημένος εσωτερικά, που σου παρουσιάζεται αυτή η διέξοδος. Γενικά με τη μορφή των συνομωσιών που είσαι μπλεγμένος η έξοδος είναι η αυτοκτονία ή ένα οδικό ατύχημα.

Δεν έκανε άλλα σχόλια. Με γνώριζε αρκετά καλά, για να ξέρει ότι δεν θα αυτοκτονούσα. Και όσο για το οδικό ατύχημα με πάγωσε. Ήξερα καλά, ότι αποτελούσα κίνδυνο για πολλούς και ότι πολλοί θα έβλεπαν με χαρά την εξαφάνισή μου. Αλλά είχα προλάβει αυτήν την πιθανότητα και είχα γνωστοποιήσει σε όλους αυτούς, ότι είχα ένα ημερολόγιο, στο οποίο σημείωνα πράγματα, που ο πολιτικός και διπλωματικός κόσμος ονομάζει «πολύ ενδιαφέροντα». Υπήρχαν διάφορα αντίγραφα αυτού του ημερολογίου μερικά από αυτά στο εξωτερικό και άλλα σε μια τράπεζα.

Τα είπα όλα αυτά στο φίλο μου.

— Ένας περικυκλωμένος αρουραίος πάντα έχει ταλέντο, μου είπε.

Γύρισα προς αυτόν βίαια και σήκωσα την γροθιά να τον χτυπήσω, αλλά η ματιά του με παρέλυσε. Ακόμα και τώρα δεν μπορώ να εξηγήσω πώς συνέβη αυτό. Δεν κούνησε ούτε ένα δάκτυλο, δεν έκανε μια γκριμάτσα. Μονάχα με κοίταξε και εγώ έμεινα άοπλος από μέσα και απ’ έξω.

— Είσαι τόσο σάπιος, που έχασες την ακεραιότητά σου, μου είπε. Πώς έχεις αλλάξει! Κάποτε μου αποκάλυψες, πώς έκανες την προσευχή σου στην εκκλησία. Το θυμάσαι; Όσο κουτά και φτωχά και αν ήταν αυτά τα λόγια τουλάχιστον η ακεραιότητα και η τιμιότητά σου είχαν αξία. Τώρα ... κοιτάξου.

Κεφάλαιο 9

Η αναπόληση αυτών των τόσο μακρινών ημερών, βλέποντάς τις να ξεπροβάλλουν μπροστά μου αυτή τη στιγμή σ’ αυτήν την κατάσταση, με συγκλόνισε. Χωρίς να μπορέσω να το αποφύγω άρχισα να κλαίω σαν παιδί. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα το πόσο αγαπούσα το φίλο μου, το πόσα αντιπροσώπευε για μένα. Πήγε σε ένα άλλο δωμάτιο ενώ εγώ άφηνα τα δάκρυά μου να τρέξουν χωμένος σε μια γωνία. Όταν συνήλθα πήγα να τον συναντήσω και τον βρήκα γονατισμένο με τα χέρια σε σταυρό και κοιτάζοντας τον ουρανό από το ανοιχτό παράθυρο.

Χωρίς να δείχνει την παραμικρή βιασύνη, σηκώθηκε όρθιος και κοιτάζοντάς με είπε:

— Το κλάμα είναι καλό καθαρτικό · εξαγνίζει το αίμα.

Πήγε προς το μπάνιο και τον είδα να πλένει το πρόσωπό του με κρύο νερό. Είχε κλάψει κι εκείνος.

Εκείνο τον χειμώνα η κατάσταση στη χώρα αγρίεψε υπερβολικά. Ήταν πάρα πολύ συνδεδεμένη με τον πόλεμο. Αλλά την άνοιξη τα γεγονότα πήραν αιματηρές διαστάσεις και συνέβηκαν μια σειρά από πράγματα, που καθόρισαν τελικά τη σύλληψή μου από την αστυνομία και την φυλάκισή μου.

Θα ήταν φρόνιμο να καταγράψω ορισμένες από τις παρατηρήσεις, που έκανε ο φίλος μου και που σχετίζονται με τα γεγονότα του τότε, παρόλο που βεβαίωνε, ότι κανένα πράγμα από όσα συνέβαιναν δεν ήταν καινούριο.

Εγώ είχα καταλάβει ξεκάθαρα για την αυξανόμενη δύναμη που κέρδιζε ο δικτάτορας αυτής της χώρας · έπαιζε μια κωμωδία, για να εκμεταλλευτεί τα αισθήματα της μάζας, που τον ακολουθούσε τυφλά σε αντάλλαγμα ορισμένων περιστασιακών παροχών, που είχαν πάρει. Τα άρθρα μου τόνιζαν αυτά τα γεγονότα, αλλά οι προϊστάμενοί μου διαμαρτύρονταν και έλεγαν, ότι είμαι υποστηρικτής αυτού του ανθρώπου. Υπήρξαν βιαιότητες. Ήθελαν μια αντιπολίτευση πιο δυναμική στα γραπτά μου και δεν φαίνονταν ικανοί να καταλάβουν την ανάγκη για αλήθεια και για αντιμετώπιση της φανερής πραγματικότητας, που ζούσαμε. Όταν συζήτησα αυτά τα γεγονότα με τον φίλο μου, μου είπε.

— Το μόνο που πραγματικά έχει σημασία σε όλο αυτό το μπλέξιμο είναι, ότι το φτερωτό φίδι θέλει πια να πετάξει, αλλά έχει πόδια δέσμια στη γη.

— Σε παρακαλώ, μην μου απαντάς με αινίγματα.

— Δεν υπάρχει κανένα αίνιγμα σ’ αυτό. Αν αντί να χάνεις τον καιρό σου σε μικρότητες, έπιανες την κλωστή μερικών υποδείξεων, που σου έχω κάνει από καιρού σε καιρό, θα είχες μελετήσει κάτι το σημαντικό και θα καταλάβαινες την τεράστια σημασία, που έχει για σένα το φτερωτό φίδι.

— Όλα αυτά είναι πολύ καλά, του είπα. Αλλά δεν εξηγούν τον λόγο, γιατί οι προϊστάμενοί μου είναι τόσο πεισματάρηδες και δεν θέλουν να δουν την πραγματικότητα σχετικά με την κατάσταση αυτής της χώρας.

— Είναι γιατί αυτοί είναι φίδια χωρίς φτερά και χωρίς πούπουλα.

— Σίγουρα θα μπορούσες να πεις τα πράγματα με πιο φανερό τρόπο.

— Δεν θέλω να στα πω με τρόπο πιο φανερό. Η αλήθεια είναι πάντα πικρή για τον κοιμισμένο γιατί τον βγάζει από τον λήθαργό του.

— Πάνε χρόνια που μου λες το ίδιο πράγμα και ακόμα δεν σε καταλαβαίνω.

— Γιατί ακόμα κοιμάσαι.

Καθώς προχωρούσε αυτός ο χειμώνας, τα άρθρα μου άρχισαν να έλκουν διάφορες προσωπικότητες από άλλες χώρες. Η γενική κατάσταση φαινόταν αβέβαιη. Άλλες χώρες λάβαιναν αντιφατικές πληροφορίες. Αλλά ένα γεγονός το οποίο πληροφορήθηκα λεπτομερώς καθόρισε μια καινούρια μορφή σχέσεων με πολιτικούς και διπλωμάτες, που έφθαναν σε αναζήτηση σωστών πληροφοριών. Το γεγονός ήταν, ότι ο δικτάτορας ακολουθώντας την σωστή συμβουλή του αρχηγού της αστυνομίας έκανε συλλήψεις, όσων διακεκριμένων ήταν αντίθετοι, συμπεριλαμβανομένων γιατρών, διευθυντών μεγάλων εφημερίδων, δικηγόρων διεθνούς ακτινοβολίας κλπ., όλους όσους διεύθυναν το κίνημα για την ελευθερία της σκέψης και μια σειρά από ελευθερίες, που ο φίλος μου χαρακτήριζε αθροιστικά σαν «ελευθερία να ονειρεύεσαι ξύπνιος». Για τους πολιτικούς αρχηγούς ο φίλος μου είπε, ότι επρόκειτο για μια συλλογή από Πιλάτους, που δεν μπορούσαν να είναι τίποτε άλλο εκτός από τις περιπτώσεις, όταν στην ανθρώπινη κωμωδία άλλαζαν ρόλο και γίνονταν Ηρώδες, που σε περισσότερες από μία ευκαιρίες, είχαν αναγκαστεί να δελεαστούν από τις μάταιες χάρες διαφόρων τύπων Σαλώμης και να σφάξουν περισσότερους από έναν τίμιο Βαπτιστή.

Τα γεγονότα επιβεβαίωσαν απόλυτα τα λόγια του φίλου μου. Αλλά για να ισορροπήσω την κατάσταση, θα αναφέρω την γνώμη του φίλου μου για τον δικτάτορα και τους δικούς του.

Αυτοί είναι που κοιμούνται περισσότερο και καλύτερα, έλεγε. Ονειρεύονται, ότι διοικούν τα πλήθη και δεν έχουν την επαρκή οξυδέρκεια να καταλάβουν, ότι φωνάζουν «Ωσανά», με την ίδια ευκολία, που φωνάζουν «Σταύρωσον».

Αλλά είναι σε όλους γνωστό, πως το τέλος του πολέμου τα επιβεβαίωσε όλα αυτά.

Το γεγονός ήταν ότι οι δημοκρατικοί ηγέτες περίμεναν υπομονετικά στη φυλακή, να βγουν τα πλήθη για να τους ελευθερώσουν, αλλά κανείς δεν κουνούσε ένα δάκτυλο για χάρη τους. Πριν όμως όλοι χειροκροτούσαν τον δικτάτορα γεμάτοι χαρά για το ότι τόλμησε να αγγίξει τους ανέγγιχτους. Αυτό το γεγονός μετέτρεψε την πολιτική και διπλωματική κατανόηση όλων.

Φανερό ήταν, ότι αυτός ο δικτάτορας, όπως όλοι σχεδόν, γνώριζε από ένστικτο τα πάθη των μαζών και τα εκμεταλλευόταν καλά. Η αντιπολίτευση καταστράφηκε. Αλλά ακόμα και έτσι λίγοι κατάλαβαν την αλήθεια. Υπήρξαν πολλοί εκδοτικοί οίκοι, πολλές διαμαρτυρίες, αλλά ήταν σαπουνόφουσκες και τίποτε άλλο από σαπουνόφουσκες.

Τα άρθρα μου, που μέχρι ένα ορισμένο σημείο αντανακλούσαν τις γνώμες του φίλου μου, άρχισαν να τραβούν την προσοχή και έλκυσαν ανθρώπους, που έχω ήδη αναφέρει. Μια μέρα ήρθε ένας και τον κατατόπισα με λεπτομέρειες. Αυτός ο εμπιστευτικός απεσταλμένος όμως έστειλε στην κυβέρνησή του μια αναφορά αρκετών σελίδων, για να καταλήξει λέγοντας, ότι θα ήταν πιο συμφέρον να αναβάλλει την απόφασή της γιατί όλα ήταν αβέβαια ακόμα. Όταν γύρισε δυο μήνες αργότερα, ξαναπληροφόρησε τους δικούς του, ότι ακόμα θα έπρεπε να αναβληθεί κάθε απόφαση.

Αυτό με ερέθισε.

— Γιατί ξεγελάτε την κυβέρνησή σας, του είπα;

Ο άνθρωπος ούτε ενοχλήθηκε, ούτε προσβλήθηκε. Με κοίταξε πολύ ικανοποιημένος και μου είπε:

— Βλέπω και εγώ την κατάσταση, όπως την βλέπετε και εσείς. Αλλά συμβαίνει ότι και εμείς βρισκόμαστε σε παραμονές εκλογών και δεν έχει ξεκαθαρίσει η κατάστασή μας, γι΄ αυτό δεν ξέρω πια στάση θα ακολουθήσω. Ο τάδε -και είπε το όνομα ενός κυβερνώντος- δεν συμπαθεί καθόλου τον δείνα -το όνομα του δικτάτορα- και έχει πολλές πιθανότητες να είναι ο προσεχής πρόεδρος της χώρας μου. Επειδή αυτός έχει μια διακεκριμένη θέση του έστειλα ένα αντίγραφο της αναφοράς έτσι που σαν υποψήφιος κυβερνήτης να είναι ενήμερος των γεγονότων. Μια τελειωτική αναφορά όπως είναι τα άρθρα σας, θα χρησίμευε μόνο για να ξεχάσει τις υπηρεσίες μου. Αντίθετα, με διάφορες αναφορές προετοιμάζω την πιθανότητα να μου αναθέσουν την πρεσβεία αυτής της χώρας. Εσείς φίλε μου θα είσαστε άσχημος διπλωμάτης.

Αυτή ήταν μια περίπτωση. Υπήρξαν και άλλες. Το ακριβώς αντίθετο με το προηγούμενο ήταν αυτό ενός απεσταλμένου μιας χώρας της οποίας η κατάσταση ήταν παραπλήσια με αυτή που παρατηρούσα. Βιάστηκε να έρθει σε επαφή με τους ανθρώπους του δικτάτορα, δεν έκρυψε την συμπάθεια του προς αυτόν και προσφέρθηκε να μου αγοράσει όλο το υλικό που είχα συγκεντρώσει. Ρούφηξε σαν σφουγγάρι, ότι του είπα. Και με βάση αυτό έστειλε μια αναφορά, από την οποία μου προμήθευσε ένα αντίγραφο, γεμάτη από τις πιο φανταστικές διαβεβαιώσεις που έχω διαβάσει σε όλη μου την καριέρα. Εγώ ο ίδιος είχα πει ασύστολα ψέματα, για να καλοπιάσω τους «αναγνώστες μου». Αλλά η αναφορά αυτού του διπλωμάτη ξεπερνούσε τη φαντασία και την πραγματικότητα μαζί. Έμοιαζε με παραμύθι από τις «Χίλιες και Μία Νύχτες».

Στην συνέχεια μου έκανε ένα σωρό προτάσεις εμπορικής φύσης. Δεν ήταν η πρώτη φορά, που συναντούσα ανθρώπους, που έκρυβαν τα γεγονότα για να κερδοσκοπήσουν με αυτά.

— Πιστεύετε, ότι κάποιος από την Κυβέρνησή σας θα το πιστέψει αυτό; Του είπα.

— Μην σας απασχολεί αυτό, φίλε, απάντησε.

Ήταν ένας άνθρωπος συμπαθητικός, ευχάριστος, ξεδιάντροπος μέχρι αηδίας · δεν μπορούσα όμως εγώ να τον καταδικάσω. Και οι δυο βρισκόμαστε μπλεγμένοι σε μια μηχανή.

Η έκπληξή μου ήταν μεγάλη, όταν έμαθα ότι η κυβέρνηση του είχε κάνει δεκτή την αναφορά του και ενεργούσε με βάση αυτή. Δεν μπόρεσα ποτέ να εξηγήσω πώς, οι άνθρωποι που φαίνονται να είναι ικανοί στις κρατικές υποθέσεις μπορεί να έχουν τα σαγόνια τόσο ανοιχτά σαν τον τελευταίο αφελή.

Αυτός ο έμπιστος απεσταλμένος πριν επιστρέψει στην πατρίδα του, μου δώρισε ένα πολυτελέστατο πορτοφόλι γεμάτο χαρτονομίσματα και όταν εγώ θέλησα αδύναμα να αρνηθώ, μου είπε:

— Με κανένα τρόπο αγαπητέ φίλε. Με βοηθήσατε σε μια περίφημη επιχείρηση.

Αργότερα έμαθα ότι η επιχείρηση ήταν ένα μεγάλο λαθρεμπόριο πρώτων υλών πολύ σπάνιων για την βιομηχανία εξ’ αιτίας του πολέμου.

Διηγήθηκα όλα αυτά τα γεγονότα στο φίλο μου.

— Αυτό είναι το πιο καλό κόλπο του κόσμου, είπε. Δεν φταίνε αυτοί. Είναι ανεύθυνοι. Αλλά εσύ φρόντισε να μη συνεχίσεις να αλυσοδένεις το φτερωτό φίδι. Να θυμάσαι, ότι δεν μπορείς να υπηρετείς δύο αφέντες.

Ξανά αγνόησα την σοφή του συμβουλή. Τα γεγονότα αποκτούσαν ταχύτητα. Η αστυνομία με παρακολουθούσε όλο και πιο στενά και με την ελπίδα να σωθώ κατά κάποιο τρόπο άρχισα να συμμετέχω σε πολλές συνομωσίες ενάντια στον δικτάτορα.

Κεφάλαιο 10

Στα μέσα της άνοιξης με τον καλό καιρό, ξεχύθηκε ένα κύμα βίας από όλες τις μεριές σε όλη τη χώρα. Οι φοιτητές άρχισαν να κάνουν φασαρίες υποκινούμενοι από τους δημοκρατικούς αρχηγούς, τους οποίους η αστυνομία είχε ταπεινώσει. Έριχναν την μια πίσω από την άλλη τις προκηρύξεις γραμμένες με άνεση σε μια πολυτελή λέσχη. Κάποια μέρα χρειάστηκε να τους πάρω συνέντευξη εξ’ αιτίας ορισμένων γεγονότων, όπου μερικοί σπουδαστές είχαν συλληφθεί ή τραυματιστεί. Τους πληροφόρησα για τα γεγονότα.

— Τι τρομερό! - φώναξαν. Πού θα μας οδηγήσει αυτός ο άνθρωπος;

— Το ξέρετε πολύ καλά, τους είπα. Πρέπει να δράσετε τώρα.

— Τι μπορούμε όμως να κάνουμε;

— Αν φοβάστε να βγείτε στο δρόμο και να αντιμετωπίσετε μπράβους και αστυνομικούς, τουλάχιστον μην προτρέπετε πια αυτά τα παιδιά.

— Σ’ αυτά η αγάπη για την πατρίδα βράζει στο αίμα τους, είπε ένας Τραπεζίτης.

— Πηγαίνετε στα σκατά, πουσταράδες! Φώναξα με όλη τη μανία που με είχε καταλάβει εκείνες τις μέρες. Πήγα στο σπίτι μου και ο φίλος μου με περίμενε. Του διηγήθηκα το περιστατικό.

— Το φτερωτό φίδι θέλει να πετάξει. Ήταν η μοναδική του απάντηση.

Δεν είχα διάθεση για τέτοια πράγματα. Του γύρισα την πλάτη και πήγα στο δωμάτιό μου. Όταν ησύχασα, τον συνάντησα να ξαναδιαβάζει το τετράδιο, στο οποίο εγώ σημείωνα τα σχόλια και τις παρατηρήσεις μου. Διόρθωνε μερικά πράγματα.

— Είσαι καλός δημοσιογράφος και έχεις καλή μνήμη, μου είπε. Έχεις κάνει λίγα λάθη.

— Για κάθε πράγμα αξιοσημείωτο του φίλου μου είχα όχι μόνο σημειώσει τα λόγια του, αλλά είχα ακόμα περιγράψει και τη σκηνή με πλούσιες λεπτομέρειες, ονόματα, τοποθεσίες, ημερομηνίες κλπ. Μου ζήτησε να καταστρέψω κάθε προσωπική αναφορά, κάθε τι που ήταν τόπος, ημερομηνία, όνομα. Άφησα μόνο τα γεγονότα τα οποία μπορούσαν να τον απεικονίσουν και από αυτές τις σημειώσεις βγαίνει αυτή η διήγηση.

Πολλοί από τους κατασκόπους και μυστικούς πράκτορες με τους οποίους είχα επαφή, είχαν φύγει από καιρό. Οι εχθροί αυτών των πρακτόρων, στην υπηρεσία άλλου κράτους, άρχισαν να με επιτηρούν πιο στενά. Δεν υπήρχε πια αμφιβολία, ότι το παιχνίδι μου, είχε αποκαλυφθεί. Μια μέρα έμαθα, ότι μερικοί κατάσκοποι, που με γνώριζαν ήταν στην φυλακή. Όπως συνήθως το εμπιστεύθηκα στον φίλο μου και αυτός είπε:

— Αυτοί που είναι στην φυλακή σε έχουν καταδώσει · αυτοί που ξέφυγαν θα έχουν μιλήσει σε άλλες χώρες. Και αυτοί οι άλλοι σε χρησιμοποιούν.

— Τι να κάνω; Του είπα.

— Να ανακτήσεις τον ανδρισμό σου. Ή παραδόσου στα ίσια και πες όλη την αλήθεια ή συνέχισε μέχρι το τέλος και ας γίνει ότι γίνει.

— Θα συνεχίσω μέχρι τέλους, είπα με την ελπίδα, ότι κάτι θα γινόταν για να σωθώ.

— Άρχισα να αισθάνομαι απέχθεια για μένα τον ίδιο και το είπα στον φίλο μου.

— Είναι φυσικό, είπε. Ο ύπνος μετατρέπεται σε εφιάλτη, γιατί παύει η επίδραση των ψυχικών ναρκωτικών, που παίρνεις όλο αυτόν τον καιρό. Αλλά μην απελπίζεσαι. Κάποια μέρα θα ανακαλύψεις το τεράστιο μυστικό της εξομολόγησης και της αξίας της και τότε θα ξέρεις, ότι το Φτερωτό Φίδι μπορεί να πετάξει.

Ήταν εκείνες τις μέρες όταν ανακάλυψα, ότι ο φίλος μου ήταν ένας τέλειος ηθοποιός, που μπορούσε να αλλάξει την εμφάνισή του σχεδόν όπως ήθελε και που μπορούσε να μεταμφιεστεί και να γίνει όποιος ήθελε. Το γεγονός που μου επέτρεψε να κάνω αυτή τη νέα ανακάλυψη άρχισε κάποιο βράδυ, όταν ορισμένοι πολιτικοί με τους οποίους είχα στενή επαφή στην συνομωσία, με κάλεσαν επειγόντως. Δώσαμε ραντεβού μακριά από το κέντρο της πόλης. Βγαίνοντας από το σπίτι μου ταραγμένος από τον επείγοντα τόνο της κλήσης τους, συνάντησα τον φίλο μου.

— Συμβαίνει κάτι σοβαρό. Ο τάδε με φώναξε. Συνόδευσέ με, του είπα.

Το πρόβλημα ήταν, ότι ένας από τους συνωμότες, διευθυντής μιας μαχητικής εφημερίδας που είχε εκείνο τον καιρό αρκετά μεγάλη κυκλοφορία, είχε πάρει μια εμπιστευτική προειδοποίηση. Εκείνο το βράδυ θα τον συλλαμβάνανε και θα τον φυλάκιζαν. Δεν είχε αμφιβολία για την αλήθεια της προειδοποίησης. Του το είχε πει ένας αστυνομικός, που θα έπαιρνε μέρος σ’ αυτήν την επιχείρηση. Αυτός ο αστυνομικός ήταν υποχρεωμένος για ορισμένες χάρες στον διευθυντή και επιπλέον έπαιρνε μισθό από την ομάδα των συνωμοτών. Το πρόβλημα ήταν να βοηθήσουμε να ξεφύγει ο διευθυντής και σκεπτόμαστε, ότι η φυγή του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε προπαγανδιστικούς σκοπούς. Το πιο άμεσο ήταν όμως, να τον εξαφανίσουμε πριν τον συλλάβει η αστυνομία. Συζητήσαμε διάφορα σχέδια, όταν ο φίλος μου επενέβη:

— Μπορεί να επικαλεστεί το δικαίωμα της ασυλίας, είπε.

Ήταν μια πολύτιμη υπόδειξη. Εγώ έτρεξα στο τηλέφωνο και κάλεσα έναν φίλο διπλωμάτη. Ήμουνα έτοιμος να του πω την υπόθεσή μας, όταν ο φίλος μου μου έκλεισε το στόμα με το χέρι και μου είπε:

— Πέστου να πάει αμέσως στην Πρεσβεία του και να αφήσει την πόρτα ανοιχτή, γιατί θα πάς με αυτοκίνητο.

Έτσι έκανα. Αυτός ο διπλωμάτης ήταν ένας από αυτούς που είχαν ωφεληθεί από τα γραπτά μου και γι’ αυτό δέχθηκε εύκολα.

Φύγαμε από την συγκέντρωση ο διευθυντής, ο φίλος μου και εγώ. Πήραμε ένα ταξί και τη στιγμή που ήμουν έτοιμος να δώσω την διεύθυνση της Πρεσβείας, ο φίλος μου έδωσε μια διεύθυνση τελείως αντίθετη. Ταξιδέψαμε για μισή ώρα σιωπηλά. Σταματήσαμε σε ένα διανυκτερεύον ζαχαροπλαστείο. Μόνο όταν βρεθήκαμε καθισμένοι σε ένα τραπεζάκι, κατάλαβα γιατί έπαιρνε τις προφυλάξεις αυτές ο φίλος μου. Η αστυνομία μας είχε παρακολουθήσει. Ήταν δυο μυστικοί, που δεν κατάφερναν να κρύψουν την ιδιότητά τους. Είδα που τηλεφωνούσε ο ένας. Τον είδε και ο φίλος μου και είπε:

— Δεν τολμούν να ενεργήσουν μόνοι τους. Ζητάνε βοήθεια. Τώρα θα χρησιμοποιήσουμε ένα πολύ παλιό κόλπο.

Λέγοντας αυτό, σηκώθηκε και πήγε στην τουαλέτα. Εμείς τον ακολουθήσαμε. Στο W.C. άλλαξε ρούχα με τον διευθυντή. Και οι δυο είχαν την ίδια πάνω-κάτω κατασκευή. Βγήκαμε με ύφος ύποπτο επίτηδες ένας-ένας, ενώ οι αστυνομικοί μας κοίταζαν. Συγκεντρωθήκαμε οι τρεις στην γωνία και είδαμε τους αστυνομικούς να μας πλησιάζουν με μια κάκιστη προσποίηση. Όταν έφτασαν σχετικά κοντά μας, ο φίλος μου άρχισε μια κωμωδία τόσο φυσική, που εγώ παραλίγο να πέσω κάτω. Μας αποχαιρέτησε δίνοντας μας ραντεβού για την επόμενη σε κάποιο μέρος και κάποια ώρα.

Ήμουν σαστισμένος. Ο φίλος μου είχε τέλεια μιμηθεί την φωνή και τον τόνο του διευθυντή της εφημερίδας. Μέχρι που περπάτησε με τον ίδιο τρόπο. Πλησίασε τον δρόμο, φώναξε ένα ταξί και ξεκίνησε. Αμέσως είδαμε τους αστυνομικούς να φεύγουν ξωπίσω του.

Ο διευθυντής της εφημερίδας και εγώ είμαστε κατάπληκτοι. Εκείνος είπε:

— Πολύ ευγενική η χειρονομία του φίλου σου. Ποιος είναι;

Εγώ δεν του απάντησα. Βλέποντας τους αστυνομικούς να φεύγουν πίσω του με κατέλαβε ένας πρωτόγνωρος τρόμος. Ήμουνα καλά πληροφορημένος σχετικά με τις μεθόδους της αστυνομίας, για να αγνοήσω την τύχη, που περίμενε τον φίλο μου αν κατάφερναν να τον πιάσουν. Αισθανόμουν ακόμα λύσσα γι’ αυτόν τον δημοσιογράφο, που αυτή την ώρα ήταν σώος και ελεύθερος από τον κίνδυνο να βασανιστεί από την αστυνομία. Αντίθετα τον φίλο μου όχι μόνο θα τον κακομεταχειρίζονταν μπερδεύοντάς τον στην αρχή με τον διευθυντή, αλλά και τελικά θα καταλάβαιναν την αλήθεια των γεγονότων την επόμενη, όταν η Πρεσβεία Χ θα γνωστοποιούσε στην κυβέρνηση σχετικά με τον διευθυντή που είχε πάρει άσυλο. Ενώ σκεπτόμουν αυτά τα πράγματα, αυτός ο άνθρωπος που βρισκόταν μαζί μου φλυαρούσε με ανυπόφορο τρόπο. Εγώ δεν τον πρόσεχα. Αλλά κατάφερα να πιάσω μια φράση, με την οποία τελείωνε τον λόγο του.

Η πάλη για την ελευθερία του τύπου ασφαλώς είναι πικρή.

Αυτή η φράση μου ήρθε με τέτοιο τρόπο, που δεν μπόρεσα να μην αισθανθώ μια απερίγραπτη περιφρόνηση για όλους τους συνωμότες αυτού του τύπου, ανθρώπους που πάντα χρησιμοποιούσαν τα ξένα συναισθήματα, για να αφεθούν ελεύθεροι και μετά να πλουτίσουν με την ξένη θυσία.

— Πούστη! Του φώναξα γεμάτος οργή.

— Πώς είπατε; Με ρώτησε παραξενεμένος.

— Τον άρπαξα από τα πέτα, τον κόλλησα στον τοίχο και αδειάζοντας επάνω του όλο το μίσος, που είχα στο μυαλό μου του είπα:

— Σου είπα ότι είσαι πούστης. Σου λέω τώρα ότι εσύ και όλη η φάρα σου από πούστηδες μπορείτε να πάτε στα ίδια σκατά μαζί με όλη την ελευθερία του τύπου σας. Ο φίλος μου δεν έχει καμμία σχέση με αυτές τις βρωμιές. Το ότι εγώ κινδύνεψα δεν έχει σημασία, γιατί βρίσκομαι μαζί σας μόνο και μόνο, για να βρω τον τρόπο να σωθώ ο ίδιος. Είμαι ένας ξεδιάντροπος και υποκριτής σαν εσάς. Όμως πια δεν εξαπατιέμαι. Και αν τώρα σας βοηθήσω, είναι γιατί το χρειάζομαι για να σωθώ εγώ ο ίδιος. Αυτό που έπρεπε να κάνω, ήταν να σας σπάσω τα μούτρα και να σας παραδώσω στην αστυνομία για να σας καθαρίσουν. Με ενδιαφέρει ο φίλος μου και όχι εσείς και οι βλακείες σας. Πάμε, βλάκα · εκεί στην Πρεσβεία σας περιμένει καφές, κονιάκ, τσιγάρα και ένα μαλακό κρεβάτι, για να ονειρευτείτε την δόξα, που θα σας κατασκευάσω με το άρθρο που θα γράψω σχετικά με αυτά.

Το παράξενο ήταν, ότι μαζί με την οργή αισθανόμουν και κάποιο οίκτο γι’ αυτόν τον άνθρωπο. Ήταν ένας από εκείνη την λεγεώνα των ονειροπαρμένων, που τον πρώτο καιρό της επανάστασης είχαν θεωρήσει αδύνατον ένας τυχοδιώκτης να κυριεύσει την εξουσία. Αυτό που με εκνεύριζε περισσότερο ήταν, ότι είχε οχυρωθεί στο όνειρο, ότι ο λαός θα υπεράσπιζε αυτό που υπήρξε πατροπαράδοτο σ΄ αυτή τη χώρα και κανείς δεν είχε τολμήσει να αγγίξει. Αλλά ήδη τα γεγονότα τον είχαν ταρακουνήσει. Και τώρα βρισκόταν σχεδόν χαμένος, χωρίς να ξέρει τι να κάνει, εκτός του να ζητήσει βοήθεια από όποιον θα ήθελε να του τη δώσει, όπως ο φίλος μου.

Όταν βρεθήκαμε σ’ ένα ταξί βεβαιώθηκα, ότι κανείς δεν μας ακολουθούσε. Έτσι κι αλλιώς για περισσότερη ασφάλεια, αλλάξαμε ταξί πολλές φορές. Στη διάρκεια αυτών των ελιγμών άρχισε να δείχνει σημάδια φόβου και θέλησε ν’ αρχίσει συζήτηση. Του είπα απότομα:

— Σωπάστε!

— Αλλά ...

— Δεν τον άφησα να εξακολουθήσει. Πήραμε το πρώτο ταξί που περνούσε και ξεκινήσαμε για την Πρεσβεία Χ.

— Έχετε λεφτά μαζί σας; Ρώτησα τον διευθυντή.

— Έβγαλε το πορτοφόλι του και μου είπε:

— Πόσα χρειάζεστε;

— Όλα αυτά, του είπα και του άρπαξα το πορτοφόλι από το χέρι.

— Θα μείνω χωρίς δεκάρα.

— Αλλά με το πετσί χωρίς μια γρατσουνιά και με ένα δαφνοστέφανο. Πληρώστε τουλάχιστον κάτι. Εσείς μπορείτε να βρείτε χρήματα οπουδήποτε. Αυτά τα λεφτά θα πάνε για τα παιδιά εκείνα, που έχασαν την ελευθερία τους και ακόμα ίσως και την υγεία τους εξ’ αιτίας σου.

— Είστε με το μέρος του τάδε, μου είπε ονομάζοντας τον δικτάτορα.

— Μπορείτε να σκέφτεστε ότι θέλετε. Δεν με ενδιαφέρει πια τίποτα.

Τον παρέδωσα στην Πρεσβεία. Ρώτησα τους αρμόδιους μέχρι ποιου σημείου μπορούσα να επεκταθώ στα άρθρα μου. Συμφωνήσαμε και τα έγραψα εκεί επί τόπου. Χάρηκα πολύ όταν ο πρέσβης μου είπε, ότι σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο δεν μπορούσα να το παρουσιάσω σαν συνέντευξη με τον φυγάδα. Ευχαριστήθηκα γι’ αυτό · τουλάχιστον θα λιγόστευε ο ποταμός από ψέματα που θα έγραφα γι’ αυτόν · τον περιέγραφα σαν ήρωα, σαν έναν άνθρωπο τολμηρό που κατάφερε να ξεγελάσει τους έμπειρους ανθρώπους του δικτάτορα.

Ο πρέσβης Χ ένας από τους λίγους σοβαρούς και μετρημένους ανθρώπους που υπήρχαν τότε στη διπλωματία αυτής της χώρας, χαμογέλασε όταν του έδειξα το άρθρο μου.

— Γιατί δεν κερδίζετε το ψωμί σας γράφοντας αστυνομικά μυθιστορήματα; Μου είπε.

Εκείνη τη στιγμή ήρθε ο μικρός με καφέ, κονιάκ, τσιγάρα και σάντουιτς. Σε λίγο έφτασε ο γραμματέας του πρέσβη με τον φυγάδα. Με κοίταξε με ύφος επιτιμητικό και κατάλαβα, ότι είχε μάθει για το συμβάν και για τα χρήματα. Ζήτησε να μιλήσει με τον πρέσβη ιδιαιτέρως, αλλά εγώ τον πρόλαβα:

— Κύριε πρέσβη, του είπα. Ένας φίλος που τον αγαπώ πολύ βρίσκεται τώρα πιθανώς στα χέρια της αστυνομίας, για να σωθεί τούτος εδώ ο άνθρωπος. Αυτός εδώ ο τύπος είναι για μένα μια είδηση και τίποτε άλλο. Στο ταξί μέσα του άρπαξα τα χρήματα. Εδώ είναι (και έβαλα το πορτοφόλι επάνω στο γραφείο). Δεν τα μέτρησα, αλλά θα τα κρατήσω και το πού θα τα χρησιμοποιήσω είναι δικός μου λογαριασμός. Στο άρθρο μου είδατε, που λέω, ότι ο άνθρωπος αυτός με μια τελική του χειρονομία έδωσε ένα γερό ποσόν, για να βοηθήσει τον αγώνα και αυτούς που μάχονται για την ελευθερία. Θα μετατρέψω λοιπόν αυτό το παραμύθι σε πραγματικότητα. Εσείς είστε μάρτυρες, ότι τώρα αυτός ο άνθρωπος κάνει αυτή τη δωρεά θεληματικά.

Ο πρέσβης ήταν αμήχανος και ενοχλημένος. Ο γραμματέας ήταν έκπληκτος για την τόλμη μου. Ο φυγάδας με κοίταξε με το στόμα ανοιχτό. Αλλά ο πιο έκπληκτος από όλους ήμουνα εγώ ο ίδιος. Δεν θέλω με κανένα τρόπο να δικαιολογηθώ δυσφημίζοντας τους επαναστάτες του σαλονιού αλλά ούτε μπορώ να παραλείψω, να αναφέρω, ότι μου προκαλούσαν πια μια ανυπόφορη αηδία και ότι αυτή η αηδία επεκτεινόταν και σε μένα τον ίδιο. Καταλάβαινα, ότι χτυπούσα έναν άνθρωπο πεσμένο, έναν άνθρωπο που είχε εμπιστευθεί την ζωή του και την ελευθερία του στα χέρια μου. Τα συναισθήματά μου ήταν εντελώς αντιφατικά. Τον κοίταξα απειλητικά και με ένα τόνο φωνής, που ποτέ δεν θα είχα υποπτευθεί σε μένα, του είπα:

— Εντάξει... τι λέτε εσείς;

Και εκείνος, αρχίζοντας λίγο βαριά, κοίταξε τον πρέσβη και μου είπε:

— Καταλαβαίνω, ότι το απρόσμενο της απόφασης του φίλου σας, σας έχει ταράξει. Βέβαια σας συγχωρώ για τον τρόπο της συμπεριφοράς σας. Είστε ένας ευγενής , που προσπαθεί να κρύψει την ευγένειά του. Διαθέστε αυτά τα χρήματα και επιτρέψτε μου να σας ευχαριστήσω για όλα.

Μου έτεινε το χέρι. Εγώ αισθάνθηκα τέτοια αποστροφή, που με δυσκολία κατάφερα να του δώσω το δικό μου. Αισθανόμουν εσωτερικά βρώμικος, βρώμικος στην καρδιά. Και φαίνεται, ότι αυτό μίλησε από μέσα μου:

— Σας έχω πει, ότι είμαι οτιδήποτε λιγότερο από ευγενής και αφιλοκερδής. Είμαι τόσο ψεύτης και τόσο ξεδιάντροπος όσο εσείς. Τουλάχιστον ας μην είμαστε υποκριτές.

Ο πρέσβης επενέβη εκείνη τη στιγμή

— Αν δεν σας γνώριζα, θα ζητούσα να φεύγατε αυτή τη στιγμή. Είστε ταραγμένος. Μην πίνετε άλλο. Όσο για τον φίλο σας και αν ακόμα αυτός ο άνθρωπος παραδινόταν θεληματικά στην αστυνομία, κανείς δεν μπορεί να τον βοηθήσει. Εγώ ασφαλώς δεν μπορώ να το κάνω, χωρίς να κάνω την κυβέρνησή μου ένα φανερό συνεργό στις ενέργειές σας. Ας θεωρήσουμε σαν τελειωμένο το γεγονός. Υπηρεσιακά ξέρω μόνο, ότι ο κύριος ήρθε να μου ζητήσει άσυλο και του το παραχωρώ. Εκτός αυτού δεν ξέρω τίποτε άλλο.

Ανταλλάξαμε μισή ντουζίνα φράσεις τυπικές. Ο φυγάδας έφυγε με τον γραμματέα. Ο πρέσβης έκλεισε την πόρτα και μείναμε μόνοι. Κουβεντιάσαμε πολύ ώρα για πράγματα, που δεν έχουν καμμία σχέση με αυτό το διήγημα. Όταν αποχαιρετισθήκαμε, μου είπε:

— Το μόνο που σας ζητώ είναι, να μην μου μετατρέψετε την πρεσβεία σε ξενοδοχείο. Ήδη έχουμε περάσει από κάτι τέτοιο στην Ισπανία και είμαι πια λίγο γέρος για αυτά τα πράγματα.

Εκείνο το βράδυ δεν μπόρεσα να κοιμηθώ σκεπτόμενος για την τύχη του φίλου μου. Προσπάθησα να βρω έναν πληροφοριοδότη, που είχαμε στο αστυνομικό τμήμα · δεν κατάφερα να τον πετύχω. Αλλά το άλλο πρωί, νωρίς, ο φίλος μου παρουσιάστηκε στο σπίτι μου. Ήμουνα με τα μάτια πρησμένα από την αϋπνία, από το πολύ οινόπνευμα που είχα πιει όλη την νύχτα. Το χαμόγελό του μου έδωσε κουράγιο, τον αγκάλιασα και ήμουνα έτοιμος να κλάψω από χαρά. Αλλά εκείνος με γαλήνεψε με την ηρεμία του:

— Μην τα χάνεις.

Φτιάξαμε καφέ. Πριν από το πρόγευμα με έβαλε να πιω κάτι για το στομάχι και με συμβούλεψε.

— Δεν θα ήταν άσχημο να κάνεις ένα χαμάμ. Θα είναι ενδιαφέρον να βλέπεις εκείνο τον χοντρούλη της αστυνομίας να ξεφυσά μαζί μας.

Αναφερόταν σε ένα πράκτορα, που με παρακολουθούσε.

Εγώ του διηγήθηκα όλα όσα συνέβησαν το προηγούμενο βράδυ και έλπιζα, ότι θα με μάλωνε, αλλά το μόνο που μου είπε, ήταν:

— Άρχισες να καταλαβαίνεις, ότι η ελευθερία για την οποία όλοι μιλάνε είναι ένας μύθος κατασκευασμένος από αυτούς τους ίδιους και γι’ αυτούς τους ίδιους. Άρχισες να γίνεσαι ειλικρινής με τον εαυτό σου. Αυτό που νιώθεις σαν τύψεις είναι ακριβώς το πρώτο φως της ελευθερίας.

— Αλλά του έκλεψα τα χρήματα, επωφελήθηκα από την κατάστασή του. Εγώ έχω αρκετά χρήματα και εκτός αυτού άφησα τον πρέσβη σε μια δυσάρεστη κατάσταση.

— Πολλές φορές ξέρουμε πολλά από την καρδιά, αλλά η πνευματική μας ανικανότητα τα παραμορφώνει όλα. Αλλά δεν πειράζει. Το σπουδαίο είναι, ότι δεν κρύφτηκες πίσω από μερικές βαρύγδουπες φράσεις, για να δικαιολογήσεις την βιαιότητά σου. Όσο για τον πρέσβη μην ανησυχείς. Σε είδε όπως σε βλέπω εγώ. Είναι ένας από τους δικούς μας.

— Ποιοι είναι οι δικοί μας; Για τι πρόκειται; του είπα.

— Σιγά-σιγά με τον καιρό θα αρχίσεις, να τους αναγνωρίζεις. Όποιος έχει μάτια για να βλέπει, αναγνωρίζει πάντα τους δικούς του. Από την άλλη τα χρήματα αυτά θα σου λείψουν.

Κεφάλαιο 11

Πιστεύω, ότι ο φίλος μου μπορούσε να μαντέψει το μέλλον. Σε κανένα από τα προγνωστικά του δεν είχε πέσει έξω μέχρι τότε. Και ούτε σε αυτό. Όταν διαδόθηκε αυτό, που είχα κάνει, αυτό το να βοηθήσω τον διευθυντή να ξεφύγει, η ζωή μου ξαναγύρισε ανέλπιστα. Η σκοτεινή πλευρά της συμπεριφοράς μου φυσικά έμεινε σιωπηλή. Οι ταραχές στην πόλη αυξάνονταν. Οι φοιτητές έκαναν τη μια πορεία πίσω από την άλλη. Μια μέρα ήρθαν δυο στο σπίτι μου. Ο φίλος μου με βοήθησε να τους φυγαδέψω σε μια γειτονική χώρα. Πήρε τα χρήματα, που εγώ είχα αρπάξει από το διευθυντή (που ήδη έγραφε τους ηρωισμούς του στο εξωτερικό και η φαντασία του ξεπερνούσε κατά πολύ τη δική μου) και τα μοίρασε στους δυο τους. Εγώ έμεινα με το στόμα ανοιχτό βλέποντάς τον να αναλαμβάνει την κατάσταση στα χέρια του και ακούγοντάς τον να λέει, ότι εγώ τώρα έπρεπε να αφοσιωθώ στην παραπλάνηση της αστυνομίας, για να μείνει αυτός ελεύθερος στην δουλειά αυτή.

Γρήγορα χρειάστηκε να νοικιάσουμε ένα άλλο διαμέρισμα σε άλλο σημείο της πόλης. Για μερικές βδομάδες παίξαμε και οι δυο το κρυφτούλι. Τα λεφτά μου τελείωσαν γρήγορα. Τα καύσιμα ήταν με δελτίο, αλλά ο φίλος μου κατάφερνε να βρει κουπόνια. Χρησιμοποιούσαμε διπλωματικά αυτοκίνητα ακόμα και κρατικά για την επιχείρησή μας. Όταν είδα, ότι τα χρήματα τελείωναν άρχισα να βρίσκω μέσω απειλών από τους κυρίους της αριστοκρατικής λέσχης, στην οποία ακόμα σχεδίαζαν τον τρόπο, που θα έδιναν «ηθική υποστήριξη» σ’ αυτούς τους φοιτητές. Οι κατάσκοποι με τους οποίους διατηρούσα σχέσεις ενώθηκαν στην επιχείρησή μας και μέχρι που συνεισέφεραν χρηματικά. Ο φίλος μου ανέλαβε την ουσιαστική διεύθυνση όλου του συστήματος, που οργανώθηκε γρήγορα. Είχε έναν τόσο απλό τρόπο, για να ενεργεί, που κανείς δεν θα μπορούσε να σκεφτεί ότι όλα τα σχέδια, τα επεξεργαζόταν αυτός.

Από μέρους μου, εγώ ήμουν με τα νεύρα διαλυμένα. Ο φίλος μου περιοριζόταν, στο να με παρατηρεί. Αύξησα την δόση των διεγερτικών, για να διατηρούμαι ξύπνιος και ενεργητικός. Την ημέρα έπρεπε να εκτελώ τη δουλειά του δημοσιογράφου σα να μην συνέβαινε τίποτα παράξενο. Την νύχτα έπρεπε να βοηθώ το φίλο μου. Έμαθα πολλά πράγματα σπρωγμένος από την ανάγκη. Μια μέρα, σε κάποια στιγμή ησυχίας που βρήκαμε για να συζητήσουμε, είπα στον φίλο μου πόσο άσχημα αισθανόμουν εσωτερικά, πόση αηδία μου έφερνε αυτή η ζωή όλο απάτη, ψέματα και φόβους. Εκείνος περιορίστηκε να χαμογελάσει.

Λίγες μέρες μετά έφτασε η ώρα της απογοήτευσης.

Ένα πρωί προς τα τέλη του καλοκαιριού ήρθαν μερικοί αστυνομικοί στο σπίτι μου. Ένας από αυτούς -την ώρα που οι άλλοι έψαχναν στα πράγματά μου, έκοβαν το τηλέφωνο και ασχολούνταν με το να με απομονώσουν- ετοίμασε πρόγευμα για όλους. Όλοι ήταν πολύ φιλικοί, πολύ ευγενικοί. Μόνο ένας καθόταν σε μια πολυθρόνα με ένα αυτόματο στο χέρι. Το εκπληκτικό είναι ότι μπροστά σ’ όλα αυτά, άρχισα να αισθάνομαι ήρεμος, γαλήνιος. Και είπα στον οπλισμένο αστυνομικό:

— Φίλε, φύλαξε το όπλο σου. Σε βεβαιώνω, ότι είμαι υπερβολικά κουρασμένος για να αντισταθώ ή ακόμα και να προσπαθήσω να ξεφύγω.

Το σπίτι μου έμεινε στα χέρια της αστυνομίας. Εγώ κατέληξα σε ένα τμήμα, όπου με υποβάλλανε στην πιο παράλογη ανάκριση, που μπορούσε να γίνει. Αν κρίνεις από τον τρόπο, που μου έκαναν τις ερωτήσεις και αν κρίνεις από τις ίδιες τις ερωτήσεις, φαινόταν ότι ήθελαν να φτιάξουν ένα συνταρακτικό φάκελο, που θα χρησίμευε σαν βάση σε κάτι παρόμοια συνταρακτικό. Έφτασαν στο σημείο να με πείσουν, ότι εγώ ήμουνα ο πιο επικίνδυνος άνθρωπος, που μπορούσε να υπάρξει. Όμως δεν μπορούσα πια να αντισταθώ καθόλου ούτε εσωτερικά, ούτε εξωτερικά. Χωρίς το διεγερτικό μου το νευρικό μου σύστημα αναπαυόταν. Έλεγα ναι σε όλα και δεν έκανα τον κόπο να αρνηθώ τίποτα. Οι κατηγορίες ήταν τόσο φανταστικές, που υπέγραφα τη μια ομολογία μετά την άλλη χωρίς καν να τις διαβάζω.

Κεφάλαιο 12

Έτσι τελείωσε η ζωή μου. Και η καριέρα μου επίσης. Περίμενα να βρεθώ μπλεγμένος σε κάποιο από εκείνα τα σκανδαλώδη άρθρα παρόμοια με εκείνα που κι εγώ ο ίδιος είχα γράψει πολλές φορές. Και γέλασα. Σκέφτηκα, ότι θα ήταν δίκαιο να χρησιμεύσω κι εγώ σαν θέμα κάποια φορά και δεν με ενδιέφερε καθόλου αυτό, που ήξερα καλά, ότι θα έλεγαν για μένα οι εφημερίδες, ούτε τι θα σκέπτονταν οι συνάδελφοί μου. Τίποτα δεν με ένοιαζε πια. Ήθελα μόνο να ξεκουραστώ.

Αλλά η αστυνομία διατάχθηκε να σταματήσει το σκάνδαλο έγκαιρα. Από το φίλο μου, λίγο καιρό μετά, έμαθα, ότι είχε διαταχθεί να γράψουν οι εφημερίδες, ότι δεν ήμουν κρατούμενος και πιθανώς παραθέριζα σε κάποιο μέρος. Την αληθινή αιτία αυτής της απόφασης την ήξερα μόνο εγώ, αλλά είναι τόσο σκοτεινή υπόθεση, που δεν αντιστοιχεί σ΄ αυτή την διήγηση και σ’ αυτό το θέμα ο φίλος μου έμεινε αμέτοχος.

Κατά τις πρώτες μέρες της απομόνωσης σε ένα κελί, προσπάθησα να θυμηθώ πολλά από εκείνα, που μου είχε πει ο φίλος μου και εγώ είχα σημειώσει. Αλλά δεν είχα το βιβλιαράκι μου. Άρχισα να βλέπω την ζωή και τα ανθρώπινα πράγματα με ένα πολύ περίεργο τρόπο, σαν να ήμουν απομονωμένος από αυτά. Αυτό έγινε γιατί κάποια στιγμή θυμήθηκα κάτι, που εκείνος μου είχε πει σχετικά με το κλειδί της «Επί τους Όρους ομιλίας», ένα κλειδί που κρυβόταν στις πρώτες φράσεις: «Και βλέποντας τον κόσμο ανέβηκε στο βουνό».

Οι απογοητεύσεις μου και ότι είχε συμβάλλει σε αυτές, να ήταν αυτό το «βλέποντας τον κόσμο» για το οποίο μιλούσε ο φίλος μου; Και τι να σήμαινε «ανέβηκε στο βουνό»; Σκέφτηκα, ότι βουνό θα ήταν κάτι σαν την εσωτερική γαλήνη, που με καταλάμβανε, όταν θυμόμουν το φίλο μου, μια γαλήνη σαν να ήξερα, ότι αυτός θα μου έδινε την απάντηση σε όλα τα ερωτήματα που άρχιζα να διαμορφώνω. Ασφαλώς σ’ αυτήν την απομόνωση μπόρεσα να δω την επανάσταση, την καριέρα μου, τα χρόνια της νιότης μου, με ένα τρόπο εντελώς διαφορετικό. Συνειδητοποίησα το πόσο κουτή, πόσο άχρηστη υπήρξε η ταραγμένη μου ύπαρξη και ότι μια τέτοια ζωή δεν μπορούσε να οδηγήσει πουθενά, δεν είχε νόημα.

Δεν μπόρεσα να εξηγήσω τι είχε συμβεί στα συναισθήματα εκείνων των φοιτητών, που τρομαγμένοι από τον κίνδυνο της αστυνομίας είχαν έρθει στο σπίτι μου ζητώντας βοήθεια. Δεν μπορούσα να εξηγήσω, πως ήταν δυνατόν τώρα και με τη θέλησή τους να έχουν καταθέσει εναντίον μου στην ανάκριση.

Προσωρινά με έστειλαν σε μια φυλακή και με άφησαν ήσυχο.

Η πρώτη επίσκεψη του φίλου μου έγινε με την παρουσία του ανακριτικού αξιωματικού. Τον ρώτησα για τους φίλους και η απάντηση ήταν τυπική.

— Εδώ είμαι, μου είπε.

— Δεν εννοώ εσένα, αλλά τον τάδε, τον δείνα κλπ.

Με κοίταξε με οίκτο και με ένα προσποιητό τόνο, απάντησε.

— Αυτοί; Αυτοί είναι ελεύθεροι άνθρωποι. Απολαμβάνουν μια ωραία ξεκούραση.

— Φαντάζομαι ότι είναι καλά.

— Ο μόνος που είναι πραγματικά καλά, είσαι εσύ. Αλλά αυτό δεν το καταλαβαίνεις ακόμα.

Και απευθυνόμενος στον αστυνομικό ανακριτή, είπε:

— Αυτός ο άνθρωπος χρειάζεται ανάπαυση. Πάνω απ’ όλα, χρειάζεται να σκεφθεί. Θα μπορούσατε να τον βοηθήσετε; Μια που εσείς έχετε σπουδάσει φιλοσοφία, μερικές δικές σας κουβέντες θα του είναι χρήσιμες.

Αγνοώ τις προηγούμενες συζητήσεις, που είχε κάνει ο φίλος μου με αυτόν τον αστυνομικό. Πάντως φαινόταν να είναι εγκάρδιοι φίλοι. Ο αστυνομικός καθαρίζοντας τον λαιμό του και σε τόνο ομιλητή, που πρόκειται να φωτίσει το μυστήριο της ζωής, άρχισε να μιλά και να λέει τόσες κενότητες, που αναγκάστηκα να κρύψω τα γέλια ανάβοντας ένα τσιγάρο. Δεν τόλμησα να κοιτάξω το φίλο μου στα μάτια. Ο λόγος τελείωσε πάνω-κάτω έτσι:

— Εμείς προσφέρουμε τις υπηρεσίες μας στο κράτος για το καλό του συνόλου. Η πατρίδα είναι υπεράνω όλων. Αλλά είμαστε και άνθρωποι. Εσείς έχετε ομολογήσει. Μας γλυτώσατε από δουλειά και χρήμα. Όπως υπαγορεύει η ανωτερότητα σχετικά με την περίπτωσή σας, θα φροντίσω να περάσετε καλά. Τα πολιτικά αδικήματα αξίζουν την κατανόησή μας. Αυτά είναι σαν ένας αγώνας πυγμαχίας: Εσείς χάσατε’ εμείς κερδίσαμε. Αυτό είναι όλο.

Η υποκρισία του ήταν αηδιαστική. Είχα δει τα πρόσωπα μερικών φοιτητών, που είχαν έρθει ζητώντας βοήθεια στο σπίτι μου. Και κατάλαβα, ότι ο φίλος μου, με κάποιο τρόπο, είχε επηρεάσει τον άνθρωπο αυτό ώστε να πεισθεί για τα ίδια του τα λόγια.

Ο αστυνομικός έβγαλε ένα σκάκι. Ζήτησε καφέ για όλους και άρχισε το παιχνίδι. Κράτησε αρκετές ώρες και μπόρεσα να καταλάβω, ότι ο φίλος μου έπαιζε μια κωμωδία · προσποιόταν, ότι προσπαθούσε να κερδίσει, αλλά έχασε με την θέλησή του. Τέλος ο αστυνομικός του είπε:

— Πρέπει να ξαναπαίξουμε. Πόσο κουράστηκα να σας κερδίσω!

Ο άνθρωπος άστραφτε. Την ώρα του παιχνιδιού τον είχα δει να χλομιάζει συχνά. Τέλος είπε ευγενικά:

— Πρέπει να γιορτάσουμε αυτή τη νίκη. Σας παρακαλώ να δεχθείτε την πρόσκλήσή μου για ένα δείπνο.

Ο φίλος μου με κοίταξε πριν απαντήσει, αλλά ο αστυνομικός πρόσθεσε:

— Θα πάρουμε και αυτόν μαζί’ αλλά καλό είναι να δώσει τον λόγο της τιμής του, ότι δεν θα προσπαθήσει να το σκάσει.

Ο φίλος μου είπε:

— Εγγυώμαι εγώ γι’ αυτόν.

Το φαγητό της φυλακής ήταν απαίσιο, γι’ αυτό χάρηκα στην ιδέα ενός δείπνου σε ένα καλό εστιατόριο. Ο αστυνομικός έβγαλε από το γραφείο του το μικρό σιδερένιο χρηματοκιβώτιο, όπου είχα πάντοτε ένα γερό ποσόν σε μετρητά και το οποίο η αστυνομία είχε κατάσχει «για τις έρευνες». Τον είδα να ρίχνει μια χούφτα χαρτονομίσματα στη τσέπη.

Δειπνήσαμε καλά και χαρούμενα οι τρεις μας. Ο φίλος μου ήταν ένας άνθρωπος εντελώς διαφορετικός. Φαινόταν να θαυμάζει αυτόν τον αστυνομικό, όπως ένα μικρό θαυμάζει τον πατέρα του. Η συζήτηση άρχισε μεταξύ του αστυνομικού και εμένα. Βλέποντάς τον τόσο ξιπασμένο, του είπα:

— Κοιτάξτε ’ η καριέρα μου σαν δημοσιογράφος τελείωσε χάρη σε σας. Αλλά πιστεύω, ότι ανακάλυψα μια δυνατότητα για το μέλλον. Διηγηθείτε μου τις πιο ενδιαφέρουσες έρευνές σας και μαζί με τις εμπειρίες που έχω από τις μυστικές υπηρεσίες, θα μπορούσα να γράψω ένα καλό, περιπετειώδες βιβλίο. Αυτό είναι ένα είδος, που δεν έχει αναπτυχθεί στις χώρες μας.

— Θα το σκεφτώ, μου είπε με σοβαρότητα. Μετά από ένα λεπτό πρόσθεσε: Ναι. Νομίζω, ότι εσείς θα τα καταφέρνατε καλά. Έχω διαβάσει τα γραπτά σας και μου αρέσει το στυλ, που έχετε.

— Ευχαριστώ, του είπα.

— Πώς θα με περιγράφατε;

— Ωραία... θα ήταν απαραίτητο πρώτα να παραμορφώσω το όνομά σας, έτσι δεν είναι; Αλλά να το κάνω με τέτοιο τρόπο, που να υπονοείται για ποιον πρόκειται. Κατόπιν θα έπρεπε να μετατρέψω την περιγραφή της φυσιογνωμίας σας. Νομίζω, ότι θα ήταν καλύτερα την προσωπικότητα να την περιγράφατε εσείς, που έχετε περισσότερη πείρα στην ψυχολογία της αντικατασκοπίας. Εγώ γνωρίζω μόνο αυτή του κατασκόπου και δεν είναι πολύ καλή εδώ που τα λέμε, δεδομένου ότι είμαι κρατούμενος.

— Μου φαίνεται πολύ καλή ιδέα. Τι λέτε εσείς; Ρώτησε τον φίλο μου.

Εγώ άρχισα να τρέμω. Οποιαδήποτε καυστική παρατήρηση από μέρους του μπορούσε να χειροτερέψει την κατάστασή μου. Τον κοίταξα με βλέμμα ικετευτικό. Και εκείνος χωρίς να πάρει τα μάτια του από πάνω μου, απάντησε:

— Όποιος αγνοεί την δική του ψυχολογία, αγνοεί και των άλλων. Αυτό είναι φανερό, έτσι;

— Βέβαια, βέβαια. Είπε ο αστυνομικός κοιτάζοντας σοβαρά το τραπεζομάντιλο σαν να αναμετρούσε κανένα μεγάλο φιλοσοφικό πρόβλημα. Ο φίλος μου συνέχισε:

— Δεδομένου ότι η άγνοια του εαυτού μας κάνει κάποιον να βλέπει πάντα παραμορφωμένη την αλήθεια, σε σημείο που να μη μένει ούτε ίχνος της, πιστεύω ότι υπάρχει μια σημαντική διαφορά μεταξύ του δικού σας ψυχισμού και του ψυχισμού του φίλου μου. Για τους σκοπούς αυτής της νουβέλας της οποίας ήρωας θα είναι ένας πράκτορας της αντικατασκοπίας, εσείς είστε ο πιο κατάλληλος για να περιγραφεί, γιατί έτσι δεν θα παραμορφωθεί ούτε κατά το ελάχιστο η υποκειμενική του σύλληψη. Φυσικά μπορεί να κάνω και λάθος’ βλέπετε, όταν σας είχα στριμώξει, εσείς δείξατε πιστά αυτή την ποιότητα που ανάφερα. Αν κάνω λάθος, σας παρακαλώ να μου το πείτε.

Ο αστυνομικός φαινόταν ανεβασμένος στα σύννεφα. Το χαμόγελό του ήταν τόσο μακάριο, που χρειάστηκε να κάνω μεγάλη προσπάθεια για να συγκρατήσω τα γέλια. Σκέφτηκε τα λόγια του φίλου μου με μια έκφραση τόσο σοβαρή που για μια στιγμή σκέφτηκα, πως είχε καταλάβει, ότι συνοπτικά ο φίλος μου τον είχε πει «ηλίθιο». Αλλά ο φόβος μου ήταν αβάσιμος. Στο τέλος σηκώνοντας το κεφάλι σαν κάποιον που πήρε μια σοβαρότατη απόφαση, μας είπε:

— Οι παρατηρήσεις σας είναι εντελώς σωστές. Ασφαλώς δεν κάνετε λάθος. Η υποκειμενική μου κρίση είναι ακριβώς μια από τις ψυχολογικές αξίες που μου επέτρεψε να έχω μια εξαιρετική επιτυχία στην καριέρα μου. Όπως το είπατε πολύ καλά, η τεράστια διαφορά μεταξύ του ψυχισμού μου και του κυρίου (δεν έπαψε να μου προκαλεί εντύπωση το «κύριος») μου επιτρέπει ακριβώς μια υποκειμενική αντίληψη τέτοια, ώστε η εμπλοκή -συγχωρέστε με για την αστυνομική ορολογία- του ήρωα των αντικατασκοπικών υπηρεσιών να είναι ένα κεφάλαιο άκρως ενδιαφέρον.

Εγώ τον κοίταξα με το στόμα ανοιχτό, αλλά αυτός εξακολούθησε:

— Μην σε παραξενεύει αγαπητέ αντίπαλε, μου είπε. Γεννήθηκα με ένα μεγάλο ταλέντο ψυχολόγου. Η αλήθεια είναι, ότι κουράστηκα πολύ να πείσω τους ανωτέρους μου, για να υιοθετηθεί η ψυχολογική μέθοδος στην υπηρεσία μας. Το επιτακτικό κατηγορητήριο αχρηστεύει τις παλιές μεθόδους τις γεμάτες βιαιότητα. Ο ψυχισμός είναι ένας σπουδαίος παράγοντας στην κατασκοπεία και στην αντικατασκοπία. Εσείς χάσατε αυτό το γύρο αγαπητέ αντίπαλε, γιατί είστε ένας ερασιτέχνης σε θέματα ψυχισμού: Δεν έπρεπε να σταματήσετε το επάγγελμα του δημοσιογράφου.

Αυτός ο άνθρωπος ερωτεύτηκε παράφορα τις λέξεις «ψυχισμός» και «υποκείμενο». Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής μου μπόρεσα να τον ακούσω πολλές φορές, να τις εξηγεί στους υφιστάμενους του.

Ο φίλος μου τον κουμαντάριζε κατά βούληση ’ έπαιρνε απ’ αυτόν, ότι ήθελε, αλλά ποτέ δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια, για να αποκτήσω την ελευθερία μου. Και όταν του παραπονέθηκα γι’ αυτό, μου είπε:

— Είσαι καλύτερα εδώ παρά εκεί έξω. Τουλάχιστον εδώ μέσα έχεις καλή παρέα και μέχρι που μπορεί να ξυπνήσεις.

Πέρασαν οι μήνες.


Πόσες παρτίδες σκάκι πρέπει να έπαιξε ο φίλος μου με αυτόν τον άνθρωπο;

Αλλά φτάνουμε πια στο τέλος αυτής της ιστορίας.

Ένα απόγευμα, ο φίλος μου ήρθε στην φυλακή και μου είπε:

— Ο τάδε (αυτός με τον «υποκειμενικό ψυχισμό») μου είπε, ότι θα σε απελάσουν από εδώ μέσα σε δύο εβδομάδες, ή ίσως και πιο γρήγορα. Θα σε μεταχειρίζεται καλά μέχρι τότε. Εγώ πρέπει να φύγω, αλλά θα ιδωθούμε σύντομα.

Δεν μπόρεσα να κρύψω τα δάκρυά μου. Ήταν φανερό ότι εκείνος αισθανόταν το ίδιο, αλλά ήταν τόσο καλά καλυμμένος πίσω από το χαμόγελό του και την γαλήνη, που δεν άφηναν να φανούν παρά μόνο αγάπη και καλή θέληση. Ήταν τότε που μου μίλησε σχετικά με τις ικανότητες που έδειχναν την «υπόσχεση για ένα ξύπνημα».

Έμεινα μόνος και πικραμένος.

Μετά από δέκα μέρες ειδοποιήθηκα για την απέλασή μου. Επίσης πληροφορήθηκα, ότι ο φάκελός μου είχε σταλεί σε όλες τις αστυνομίες όλων των κρατών της ηπείρου και ότι πολλές από αυτές, κάθε μια με τον τρόπο της, είχε προσθέσει ή αφαιρέσει κάτι που το ήξερε από «πηγές μυστικές και εμπιστευτικές». Εγώ ήξερα καλά ποιοί αποτελούσαν αυτές τις πηγές και τους λόγους της συμβολής τους αυτής στο φάκελό μου, αλλά αυτό δεν έχει πια σημασία.

Όλη αυτή την εποχή την βλέπω τώρα τόσο μακρινή, που δυσκολεύομαι να θυμηθώ ορισμένα συμβάντα. Η μικρότητα μερικών ανθρώπων είναι τόσο φανερή σε ορισμένες περιπτώσεις, που ίσως σε αυτό να αναφέρεται ο φίλος μου, όταν μιλά για τους ανθρώπους της λάσπης στο γραπτό, που ακολουθεί μετά από αυτό.

Αλλά ακόμα λείπει η τελευταία σκηνή μαζί του και αυτό που εκείνη καθόρισε.

Ένα πρωί του Μάη ξεκίνησα με ένα διεθνές τρένο με προορισμό ένα μεθοριακό μέρος, ακριβώς το μέρος όπου είχα στείλει εκείνον τον συμπαθητικό και ξεδιάντροπο μυστικό πράκτορα, που μου χάρισε το πορτοφόλι. Μια ώρα πριν μπω στο τρένο, αυτό το «επιτακτικό κατηγορητήριο του υποκειμενικού ψυχισμού» με οδήγησε στο γραφείο του και με φωνή επίσημη μου είπε:

— Νεαρέ: αν εξαρτιόταν από μένα, θα σε άφηνα ελεύθερο. Θα σε είχα αφήσει να φύγεις εδώ και πολύ καιρό. Τελικά, όταν αποκαλυφθεί το παιχνίδι του, ο κατάσκοπος είναι άχρηστο πράγμα, αν όχι νεκρός. Αυτό με ενδιαφέρει εμένα. Μπορείτε να ξαναφτιάξετε τη ζωή σας σύμφωνα με τις επιθυμίες σας. Αυτό είναι το γενικό επιχείρημα των πιο σημαντικών μου παρατηρήσεων στην αντικατασκοπία. Εσάς σας παρουσιάζω σαν τον πιο δύσκολο απ’ όλους. Φυσικά έχω υπερβάλλει στην περίπτωση αυτή, με σκοπό να βάλω τον ψυχισμό σας στο ύψος του δικού μου. Σου συνιστώ να μην αλλάξεις τίποτα από το κεφάλαιο στο οποίο εκθέτω τον ψυχισμό μου. Προσποιήθηκα όσο μπόρεσα. Καλή τύχη και γράψτε μου στέλνοντάς μου αντίγραφα από ότι θα γράψετε. Είμαι στη διάθεσή σας.

Άλλαξε τόνο, γύρισε στο γραφείο του, έβγαλε από το χρηματοκιβώτιο τα χρήματά μου και πρόσθεσε:

— Όσο για το ταξίδι σας ο νόμος σας επιτρέπει να βγάλετε από την χώρα μόνο τόσα πέσος. Όταν σας συνέλαβαν είχατε στο κιβώτιο τόσα πέσος (επτά φορές το ποσόν που ο νόμος μου επιτρέπει να πάρω μαζί μου). Επειδή σας συμπάθησα, θα σας επιτρέψω να πάρετε τα διπλά από όσα σας επιτρέπει ο νόμος. Ξοδεύτηκαν τόσα (περισσότερα από τα μισά από το αρχικό ποσόν) στη συντήρησή σας, κουρέα κλπ. Τα υπόλοιπα διαθέστε τα, όπως θέλετε.

Επειδή πια τίποτα δεν μπορούσε να μου προκαλέσει κατάπληξη, του είπα:

— Σίγουρα θα πέσει στα χέρια σας κανένας άλλος κατάσκοπος με ψυχισμό τόσο χαμηλό, όπως αυτός που έχω εγώ. Σας παρακαλώ να χρησιμοποιήσετε προς χάρη του αυτά, που απομένουν από τα χρήματά μου σαν δώρο από έναν συνάδελφο προς έναν άλλο. Ίσως ο άλλος να μην έχει χρήματα.

Μου έδωσε τα χρήματα, το διαβατήριο κλπ. Και χωρίς να περιμένει να φύγω, πήρε τα υπόλοιπα χρήματα και τα έβαλε στην τσέπη του. Αποχαιρετισθήκαμε, αλλά όταν ήμουνα πια στην πόρτα γύρισα και του είπα:

— Θα ταξιδέψω μέχρι τα σύνορα με έναν από τους ανθρώπους σας. Ποιος από τους δύο θα φυλάξει αυτά τα χρήματα;

Είχα βάσιμους λόγους, για να αμφιβάλλω για τον αλτρουισμό των αστυνομικών.

— Σύμφωνα με τον νόμο, θα πρέπει να τα έχει ο πράκτορας που σας συνοδεύει και να σας τα παραδώσει στα σύνορα. Αλλά στην περίπτωσή σας θα κάνουμε μια εξαίρεση.

Και φώναξε τον πράκτορα, που περίμενε στην πόρτα με τις χειροπέδες έτοιμες για να μου τις περάσει στα χέρια.

— Αυτός ο κρατούμενος είναι χρεωμένος σε σένα με διαταγή του υπουργού Υ. Έχει μαζί του Χ πέσος. Αυτό έχει εγκριθεί υπηρεσιακά. Θα τα έχει αυτός. Κατάλαβες; Επιπλέον δεν χρειάζεται να του βάλεις τις χειροπέδες. Να ταξιδέψετε σαν φίλοι.

— Μάλιστα κύριε, απάντησε ο αστυνομικός.

Όταν φεύγαμε ξαναφώναξε τον αστυνομικό και μπόρεσα να ακούσω, που του έλεγε:

— Σίγουρα θα θέλεις να αγοράσεις κάτι ιδιαίτερο στο ταξίδι. Πάρε.

Ήταν προφανές ότι του είχε δώσει μέρος από τα χρήματα, που είχα αφήσει για μελλοντικούς κατασκόπους που δεν θα είχαν «υποκειμενικό ψυχισμό». Ο αστυνόμος βγήκε λάμποντας και με μεγάλη ευγένεια, πήρε την βαλίτσα μου λέγοντας:

— Στις διαταγές σας κύριε.

Το ταξίδι κράτησε δύο μέρες και μια νύχτα.

Κεφάλαιο 13

Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού επανέλαβα συχνά «Και βλέποντας τον κόσμο» χωρίς να καταφέρω να ξεκαθαρίσω τίποτα εκτός από μια τέλεια απογοήτευση για το ανθρώπινο γένος και για μένα τον ίδιο.

Θα έπρεπε να ταξιδέψω πέντε μέρες ακόμα και να περάσω από δύο χώρες πριν φτάσω στο μέρος που ήθελα να μείνω και όπου περίμενα να βρω εργασία σαν δημοσιογράφος.

Φτάνοντας στα σύνορα αποχαιρέτησα τον αστυνομικό. Ήταν ένα καλό παιδί.

Έμεινα μόνος στο κουπέ του τρένου. Σκέφτηκα τον φίλο μου. Είχα πολλά διλήμματα που δεν ήξερα πως να αντιμετωπίσω. Η φήμη μου ήταν καταρρακωμένη. Θα μου ήταν δύσκολο να βρω μια υπεύθυνη θέση σαν αυτή, που είχα. Όπως πολλοί, υπήρξα κι εγώ ένα θύμα ακόμα αυτής της πελώριας μηχανής, που λέγεται πόλεμος. Δεν είχα φίλους εκτός απ΄ αυτόν. Και περίμενα με πίστη τη στιγμή, που θα τον ξανάβλεπα, εφ’ όσον το είχε υποσχεθεί, ήταν σίγουρο ότι θα το εκπλήρωνε.

Απρόσμενα, σε ένα σταθμό μετά τα σύνορα ανέβηκε στο τρένο.

Έμαθες πια αρκετά; -μου είπε-. Για να δούμε αν μπορείς να βγάλεις όφελος από αυτό το μάθημα. Είναι πιθανόν, να πρέπει να υποφέρεις ακόμα σαν αποτέλεσμα όλων αυτών που έχεις κάνει. Αλλά μην απελπίζεσαι. Προσπάθησε να δώσεις προσοχή σ’ εκείνον τον Εσωτερικό Δικαστή για τον οποίο σου μίλησα. Αν το κάνεις αυτό, αν δεν επιχειρήσεις τίποτα καινούριο, με τον καιρό θα τελειώσει η αδράνεια των πραγμάτων που εσύ ο ίδιος έβαλες σε κίνηση.

Αυτό ήταν το τελευταίο, που μου είπε. Μου έδωσε το βιβλιαράκι με τις σημειώσεις που είχα κρατήσει και δεν έμαθα ξανά γι’ αυτόν εκτός απ’ όταν πήρα το γράμμα, που αναφέρω πιο κάτω και το οποίο μου ζήτησε να δημοσιεύσω ξεχωριστά.

Φτάνοντας στην πόλη όπου έπρεπε να κάνω ορισμένες διατυπώσεις για να συνεχίσω το ταξίδι μου βρήκα την ίδια πολιτική κατάσταση, που είχα αφήσει πίσω μου.

Την επόμενη της άφιξής μου, με επισκέφθηκε εκείνος ο μυστικός πράκτορας, εκείνος με το πορτοφόλι.

— Είμαι ευτυχής, που ήρθατε, μου είπε. Εδώ μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις υπηρεσίες σας.

— Ευχαριστώ, που με θυμάστε, του απάντησα. Αλλά είμαι κουρασμένος. Και του διηγήθηκα την προσωπική μου κατάσταση, τις υποχρεώσεις μου και τις ταλαιπωρίες που είχα προξενήσει στους δικούς μου.

— Μην ανησυχείς γι’ αυτό, επέμεινε. Η πείρα σου θα μας είναι πολύτιμη. Δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος. Επιπλέον, θα σε πληρώσουμε καλά.

— Σου επαναλαμβάνω την ευγνωμοσύνη μου, αλλά προτιμώ να συνεχίσω το ταξίδι μου.

Αυτός όμως αλλάζοντας τόνο, μου είπε:

— Δεν είστε σε θέση να απορρίψετε αυτό που σας ζητάμε. Αν θέλαμε θα μπορούσαμε να σας συλλάβουμε ξανά σαν ύποπτο. Ξέρετε πολύ καλά, ποια είναι η κατάστασή μας και σας διαβεβαιώνω, ότι δεν θα επιτρέψουμε να σας βοηθήσουν φίλοι διπλωμάτες. Δεν έχετε φίλους εδώ, έχετε πολύ λίγα χρήματα και δεν μπορείτε να βρείτε δουλειά.

— Ωστόσο -του είπα-, υποθέτω πως δεν θα επωφεληθείτε από την κατάστασή μου για να με υποχρεώσετε να κάνω κάτι, που δεν θέλω.

— Η πατρίδα είναι πάνω απ’ όλα, απάντησε.

Δεν μπορούσα να συγκρατήσω ένα περιφρονητικό χαμόγελο.

— Ξέρω καλά, ότι εδώ έχουν καταργηθεί οι συνταγματικές εγγυήσεις και ότι πρέπει να προστατεύεστε κάτω από μια συνεχή κατάσταση ανάγκης. Ξέρω, ότι βρίσκομαι σε μειονεκτική θέση και εξαρτιέμαι από σας για να μπορέσω να ξανασυναντηθώ με τους δικούς μου. Αλλά πιστέψτε με προτιμώ, να με σκοτώσετε παρά να συνεχίσω αυτό το δρόμο της φάρσας και του ψέμματος.

Ο άνθρωπος έγινε ωχρός. Με χτύπησε στο πρόσωπο και εγώ που πριν από μερικούς μήνες θα τον είχα σκοτώσει επί τόπου, αισθάνθηκα αδύναμος και δεν είπα ούτε έκανα τίποτα. Κάτι παράξενο συνέβη μέσα μου, κάτι που δεν μπορώ να εξηγήσω και ωστόσο δεν ήταν φόβος. Ήταν κάτι πολύ παράξενο. Χαμογελώντας, ένιωσα μια μεγάλη ηρεμία στο στήθος. Ο άνθρωπος αισθάνθηκε ντροπιασμένος, είπε μισή ντουζίνα απειλές και έφυγε. Από το μπαλκόνι του ξενοδοχείου μου τον είδα να κάθεται σε ένα παγκάκι της πλατείας. Μετά από λίγα λεπτά ενώ ξυριζόμουν, ξαναπαρουσιάστηκε.

— Συγχωρέστε με -μου είπε-. Έπρεπε να λογαριάσω τα όσα υποφέρατε τελευταία. Αλλά σας ικετεύω να δεχθείτε την πρόσκληση του υπουργού (ανάφερε ένα όνομα) να γευματίσετε. Ίσως τότε αλλάξετε γνώμη.

Δεν αρνήθηκα.

Ο λόγος για το γεύμα ήταν πολύ απλός. Υπήρχε μια συνομωσία σε εξέλιξη για να καθαιρέσουν τον πρόεδρο και να τοποθετήσουν τον υπουργό στη θέση του. Γι΄ αυτό ήταν αναγκαίο να βολιδοσκοπήσουν ορισμένα κυκλώματα. Του εξήγησα, ότι επαγγελματικά είχα χάσει την αξιοπρέπειά μου.

— Αυτό μπορούμε να το τακτοποιήσουμε εύκολα, μου είπε.

Ονόμασε μια εφημερίδα της αντιπολίτευσης και μου έδωσε να καταλάβω, ότι οι ιδιοκτήτες, που ήταν και ιδιοκτήτες μεγάλων συμφερόντων στους φυσικούς πόρους της χώρας δεν θα έβλεπαν με κακό μάτι την συνεργασία μου.

— Όχι -του είπα-. Είμαι κουρασμένος απ’ όλα αυτά.

— Ωστόσο σκεφτείτε το μερικές μέρες. Στο γραφείο μου έχω έναν φάκελο πολύ ενδιαφέροντα για σας και τις πολιτικές σας ιδέες. Επίσης καταλαβαίνω, ότι είστε διακριτικός.

Ήταν μια απειλή, που δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη.

Βρισκόμουν ξανά στα δίκτυα μιας από τις πιο αηδιαστικές πολιτικές συνομωσίες των νοτιοαμερικανικών κρατών, μια μηχανή γεμάτη ψέματα, εγκλήματα και εκβιασμούς.

Απογοητευμένος, σκέφτηκα εκείνο το απόγευμα την αυτοκτονία.

Κεφάλαιο 14

Ένιωσα ότι πνιγόμουν. Δεν μπορούσα να ξεφύγω, παρ’ όλο που ήθελα. Η αστυνομία με παρακολουθούσε. Πήρα ένα τραμ και τράβηξα έξω από την πόλη. Από την συμπεριφορά του κόσμου, από τον τρόπο που μιλούσε και από πολλές ενδείξεις, που ένας έμπειρος παρατηρητής μαθαίνει να λαμβάνει υπ’ όψη του, είδα ότι οποιοσδήποτε άρχιζε ένα κίνημα ενάντια στον τωρινό πρόεδρο, μπορούσε να θριαμβεύσει. Ο κόσμος ήθελε κι αυτός να απολαύσει την ελευθερία, της αλλαγής αφεντικών. Μετά, θα ήθελαν να ξαναρίξουν αυτόν, που οι ίδιοι είχαν ανεβάσει στην ισχύ.

Τα χρόνια με ψέματα πάνω στα ψέματα με είχαν κάνει να νιώθω περιφρόνηση όχι μόνο για μένα τον ίδιο, αλλά και για όλο το ανθρώπινο γένος. Παρ’ όλα αυτά κάτι άλλαζε μέσα μου και πρόσεξα, ότι η περιφρόνησή μου δεν ήταν τόσο καυστική, ούτε τόσο δυνατή. Ήταν κάτι σαν παραίτηση όταν έβλεπα τον κόσμο. Επαναλάμβανα «Και βλέποντας τον κόσμο»’ σκέφτηκα επάνω σ’ αυτό, οι σκέψεις μου όμως πέταξαν στον φίλο μου και το ξέχασα.

Ξαφνικά με κατέλαβε η έντονη επιθυμία να προσευχηθώ.

Βρήκα ένα παρεκκλήσι γεμάτο ντόπιους. Τους παρατήρησα και ένιωσα τρυφεράδα γι’ αυτούς. Γονάτισα σε μια γωνιά και άρχισα να μιλώ, όπως πριν, με έναν Χριστό Σταυρωμένο. Του διηγήθηκα με λεπτομέρειες, όσα μου συμβαίνανε και τέλειωσα λέγοντας:

— Κρίνοντας από τα γεγονότα φαίνεται, ότι χρησιμοποίησα πολύ άσχημα την ευφυία, που μου έδωσες. Γιατί δεν μου δίνεις μια νέα ευκαιρία; Αν Σου είναι δυνατό, δώσε μου άλλης μορφής ευφυία, μια που όχι μόνο να με βγάλει από αυτό το μπλέξιμο, αλλά και που να μου επιτρέψει να ζήσω εν ειρήνη με το φίλο μου.

— Σήκωσα τα μάτια μου στο πρόσωπο του Χριστού.

— Δεν ξέρω αν ήταν η ξαναμμένη από τον πόθο φαντασία μου, αλλά πιστεύω, ότι τον είδα να χαμογελάει.

Όταν γύρισα στην πόλη, ήταν πια νύχτα, κατέφυγα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου μου. Στο κομοδίνο βρήκα ένα μήνυμα ενός πρώην διπλωμάτη τον οποίο είχα γνωρίσει πολλά χρόνια πριν και που τώρα είχε στο φάκελο την λέξη «γερουσιαστής». Πήρα το τηλέφωνο του και μου απάντησε ο ίδιος. Ήταν πολύ ευγενικός. Μου είπε, ότι έμαθε για το πέρασμά μου από την πόλη, ότι επεθύμισε τα άρθρα μου στις εφημερίδες και ότι είχε μια δυνατή επιθυμία να κουβεντιάσει μαζί μου. Προσφέρθηκε να έρθει στο ξενοδοχείο.

Αισθάνθηκα πια χωρίς δυνάμεις, για να αρνηθώ.

Όταν βρεθήκαμε μαζί η εγκαρδιότητά μας ήταν τεχνητή. Ο άνθρωπος ήξερε τα πάντα αλλά προσποιούνταν. Ένα γερουσιαστής δεν ψάχνει να βρει έναν δημοσιογράφο μ’ αυτόν τον τρόπο μόνο, για να θυμηθούν παλιούς καιρούς σε μια όμορφη πρωτεύουσα. Η συζήτησή μας, στη διάρκεια του ταξιδιού, ήταν πιο κενή από το φυσιολογικό. Τέλος, το πολυτελές αυτοκίνητο με το οποίο ταξιδεύαμε σταμάτησε έξω από το Κυβερνείο. Ο γερουσιαστής χαμογέλασε σαν να ήθελε να πει:

Δεν το περίμενες, ε;

Δειπνήσαμε στην προεδρική τραπεζαρία. Δεν είχα όρεξη. Η κανονιά ήρθε αργότερα, όταν ο γερουσιαστής, ο Πρόεδρος και εγώ μείναμε μόνοι σ΄ ένα ιδιαίτερο σαλονάκι. Επρόκειτο για μια καινούρια συνομωσία, αλλά αυτή τη φορά θα ήταν μεγαλύτερης σπουδαιότητας. Θα έπρεπε να πάω σε κάποια χώρα, και να αρχίσω μια δημοσιογραφική καμπάνια που θα επέτρεπε σ’ αυτόν τον Πρόεδρο να ενώσει τις δυνάμεις του κόμματός του και πιθανόν όλης της χώρας.

— Αν είναι αναγκαίο -μου είπε- μπορούμε μέχρι και να κινητοποιηθούμε.

Η ιδέα μιας καινούριας πιθανότητας πολέμου με τρόμαξε. Αλλά διατήρησα την ηρεμία μου και αποφάσισα να του διηγηθώ τις παρατηρήσεις που έκανα την ημέρα, ανάμεσα στον κόσμο. Όλο αυτόν τον καιρό αναρωτιόμουν αν ήταν ή όχι πληροφορημένοι για την συνομωσία, που υπήρχε στους κόλπους της ίδιας του της κυβέρνησης. Το προσπέρασα αυτό και άρχισα να εξηγώ, ότι ήταν αντιλαϊκός, όχι εξ’ αιτίας αυτού του ίδιου, αλλά γιατί ο λαός δεν είχε την απαραίτητη πολιτική συνείδηση πράγμα, που τον μετέτρεπε σε εύκολο θύμα οποιουδήποτε ανατροπέα.

Τόσο ο πρόεδρος όσο και ο γερουσιαστής μου μίλησαν για την βαθειά τους αγάπη προς την πατρίδα, για τις θυσίες που είχαν κάνει, γι΄ αυτές που θα έπρεπε ακόμα να κάνουν και το πόσο απαραίτητο ήταν τώρα να σφυρηλατήσουν την κοινή γνώμη κάνοντάς την να δει τον κίνδυνο από τους εχθρούς κ.λ.π., κ.λ.π.

Δεν απάντησα. Αισθάνθηκα αηδία. Όταν βγήκα από το Κυβερνείο δεν έφυγα για το ξενοδοχείο με το πολυτελές αυτοκίνητο, αλλά με τα πόδια.

Πέρασαν οι μέρες και οι βδομάδες. Οι ενέργειές μου για να συνεχίσω το ταξίδι μου, έβρισκαν εμπόδια απ’ όλες τις μεριές.

Μια Κυριακή, το θυμάμαι καλά, άρχισε εκείνο το όργιο αίματος, που κράτησε αρκετές μέρες. Άκουσα τους πρώτους πυροβολισμούς από το ξενοδοχείο. Μετά άρχισε ένας μακάβριος χορός και κατά τη διάρκεια του είδα, ανάμεσα στο φρενιασμένο λαό, τον όχλο που παραληρούσε μεθυσμένος από αίμα, το πτώμα του Προέδρου, ακρωτηριασμένο. Έτρεξαν ποτάμια από αίμα. Κανένας δεν ήταν σίγουρος για τίποτα.

Ένα βράδυ συνάντησα έναν συμπατριώτη. Μου διηγήθηκε, ότι επωφελήθηκε από το πιστολίδι, για να το σκάσει από την φυλακή, όπου είχε μείνει φυλακισμένος κάμποσους μήνες. Το πιστολίδι μπορούσε να ξαναρχίσει από στιγμή σε στιγμή, γι’ αυτό αποφασίσαμε να κλέψουμε ένα αυτοκίνητο και μαζί φύγαμε ολοταχώς για τα σύνορα.

Πέρασε καιρός και βρήκα μια ταπεινή δουλειά.