Διαβάζεις το βιβλίο
Το πέταγμα του φτερωτού φιδιού
Βιβλίο τρίτο
Κεφάλαιο 1
Και υπήρχε ένας άνθρωπος από τους Φαρισαίους που ονομαζόταν Νικόδημος, Πρίγκιπας των Ιουδαίων. Maya ήταν η γενιά του, Maya η καρδιά του · οι σκέψεις του ήταν του Mayab · δεν ήταν σκέψεις πηλού και έκλαιγε με δάκρυα ζωντανά. Και ήταν αυστηρός στην αρετή για να αυξήσει τους θησαυρούς του Κυρίου · και φρόντιζε να είναι δίκαιος γιατι τον ανάλωνε ο πόθος να κάνει ζωντανή την πίστη του.
Και το κλάμα του ήταν κλάμα με δάκρυα ζωντανά, όπως μπορεί να κλάψει μόνο ένας καλότυχος που δεν είναι πλούσιος πνευματικά και που ποθεί το Πνεύμα που εμψυχώνει τη ζωή στο βασίλειο των ουρανών, που είναι η ιερή αόρατη γη του Mayab.
Και σκεπτόταν με αυτό το Πνεύμα που είναι η φλόγα που με το φως φωτίζει το άγιο φιλί της Ιερής Πριγκίπισσας Sac-Nicté, και στην καρδιά του έλεγε, όταν τη σκεπτόταν, γιατί ήθελε και αυτός επίσης να γίνει αμφορέας ζωντανός για να υπηρετήσει ΕΚΕΙΝΟΝ: «Απόδειξέ μου ότι τα χείλια σου δεν έχουν φτιαχτεί για να φιλιούνται και εγώ θα σου αποδείξω ότι τα σκοτάδια είναι το φως».
Άγιος και Ιερός υπήρξε ο πόθος αυτού του ανθρώπου, γιατί δεν ήθελε θησαυρούς του ουρανού για κείνον, αλλά για να υπηρετήσει το Μεγάλο Κρυμμένο Κύριο, τον Ύψιστο, τον Αιώνιο.
Γι’ αυτό ο Νικόδημος επίσης έψαχνε για το νερό, το ζωντανό νερό που υπήρχε στην κούπα του Άγιου Κύριου Ιησού, γιατί είχε καταλάβει ότι η ψάθα στην οποία βρισκόταν περικλειόταν από ένα απέραντο βασίλειο μέσα και έξω από αυτόν τον κόσμο. Και ότι μόνο πίνοντας αυτό το νερό το ζωντανό θα μπορούσε να κατανοήσει το μυστήριο των επτά γενεών, να αποφύγει την κρίση με τις επτά σπιθαμές βαλτωμένης γης, να πεθάνει και να αναγεννηθεί.
Για να καταλάβεις και να γνωρίσεις τον άνθρωπο και για να ζωογονήσεις τον Αληθινό Άνθρωπο, Πρίγκιπα των Ουρανών και Κληρονόμο της Γης, είναι απαραίτητο να καταλάβεις την αρμονία των Επτά Αγίων Γενεών του Μεγάλου Απογόνου, του Ύψιστου, ΤΟΥ ΑΙΩΝΙΟΥ, του Πατέρα μας που βρίσκεται στους Ουρανούς.
Και σ’ αυτό το νέο Katun, από την Ανατολή έχει έρθει στους απογόνους Maya ο Λόγος του Βοριά που δεν είναι λόγος Δυτικός και που δεν έχει Νότο.
Για να γίνει αντιληπτός και μετά κατανοητός από το μυαλό και στην καρδιά των ανθρώπων της γενιάς Maya.
Είναι ο λόγος ο αιώνια πράσινος, και αυτό το Katun θα είναι το Katun της Αιώνιας Άνοιξης για μια γενιά, όμως θα αφήσει μαραμένη την καρδιά άλλων.
Είναι ο λόγος που ενώνει τα 24 μαύρα φύλλα με τα 24 κίτρινα φύλλα, στο Δέντρο της Ζωής, και που κάνει το balché, και γνέθει την κλωστή με την οποία υφαίνεται η φορεσιά για τους άγιους γάμους του Ουρανού.
Έτσι λοιπόν: αυτό που βγαίνει σαν αποτέλεσμα είναι ένας Γίγαντας της Μικρής Cozumil, της οποίας η γενιά είναι ένα δέντρο με τόσα κλαριά όσο οκτώ φορές το τρία, έχει τη δύναμη, την αγάπη και τη γνώση όλων των πλανητών. Γι’ αυτό είναι οι Κύριοι της Γης, αλλά δεν είναι θεοί. Γιατί η γενιά τους είναι μονάχα η αρχή της αναγέννησης και είναι ακόμα από Κάτω προς τα Επάνω για να κάνουν το Μεσαίο, και η τροφή τους είναι τροφή του Ήλιου. Και θα ενώσει δώδεκα κλαριά με μαύρα φύλλα με δώδεκα κλαριά με κίτρινα φύλλα, και τότε γι’ αυτόν το Δέντρο της Ζωής θα είναι τέσσερις φορές τρία. Και θα έρθει ο Pauah με το χρόνο και την τροφή του Ήλιου. Θα έχει απλώσει μέσα του τα φτερά του Ιερού Kukulcán, το Φτερωτό Φίδι που ο άνθρωπος θα πρέπει να ανυψώσει στην έρημο, χτυπώντας την πέτρα στο σκοτάδι και σβήνοντας τη δίψα του με το νερό του Ιερού Κανατιού. Έτσι θα έχει την κυριαρχία του Tzicbentham, λέξη που είναι απαραίτητο να υπακούμε, γιατί είναι λέξη του Ahau, αυτού που κυβερνά όλες τις γενιές του Μεγάλου Απογόνου, από το Katun όπου όλα αρχίζουν να προχωρούν σε τρία.
Έτσι όπως υπάρχουν Επτά Μεγάλες Γενιές στο σύνολο, δημιουργημένες από τον Ύψιστο, ΤΟΝ ΑΙΩΝΙΟ, όταν έκανε τον Μεγάλο Απόγονο, έτσι σε κάθε γενιά υπάρχουν μικροί απόγονοι, και ακόμα πολύ μικροί απόγονοι. Και σ’ όλους υπάρχουν επίσης επτά γενιές.
Και υπάρχουν επτά καιροί, επτά μέτρα, και σε κάθε ένα υπάρχουν ξανά επτά.
Κάθε απόγονος μικρός μοιάζει στον Μεγάλο Απόγονο.
Μικρός Απόγονος είναι ο άνθρωπος, και βρίσκεται στην έκτη γενιά · και έχει στον εαυτό του μέτρα για να μετρήσει τους καιρούς της πέμπτης, της τέταρτης και ακόμα της τρίτης γενιάς, αν από το καθαρό νερό του Ιερού Κανατιού κάνει το κρασί του Balché, αν όταν τρώει από την καλαμποκιά του τρώει επίσης το λόγο του Μεγάλου Γεννήτορα, που λέει: «Εγώ είμαι, λοιπόν. Είμαι Θεός, λοιπόν».
Όπως ήταν στο Yucalpetén πολύ καιρό πριν από τον ερχομό των Dzules.
Και όπως συνέβη στο Yucalpetén, έτσι είχε επίσης συμβεί εκεί στη γη του Mayab του Ιησού, του οποίου το Chichén ήταν η Ιερουσαλήμ.
Η φωνή της Πριγκίπισσας Sac-Nicté είχε χαθεί εκεί, από την ίδια την τρέλλα των Ιερέων.
Είχε χαθεί η σοφία στις καρδιές τους και δεν υπήρχε πια ευσπλαχνία στα μυαλά τους, και η ψυχή τους δεν έτρωγε πια την τροφή του Πολύ Μεγάλου Ήλιου που φωτίζει όλους τους κόσμους και δίνει ζωή σε όλους τους ήλιους.
Πολλοί ήταν αυτοί που ποθούσαν, μετρημένοι ήταν αυτοί που ερευνούσαν.
Έρημο ήταν αυτό το Mayab όπου υπάρχει σοφία.
Λίγους γίγαντες είχε στην μικρή του Cozumil, σ΄ εκείνη την απομονωμένη ήπειρο.
Όπως τώρα στο Mayapán.
Όλοι ήθελαν να υπηρετήσουν τους εαυτούς τους, λίγοι ήθελαν να υπηρετήσουν τον Κύριο.
Ο Νικόδημος ήταν ένας από τους λίγους.
Και φλέγονταν, αγκαλιάζοντας την καρδιά του, οι άγιοι λόγοι που είχε γράψει με τη δύναμη του Tzicbentham ο Άγιος Κύριος Μωϋσής, στο Katun του, του Φωτός. Και αυτά τα λόγια ήταν:
«Διότι αυτή η εντολή που σου οικειοποιώ σήμερα δεν σου είναι καλυμμένη, ούτε είναι μακριά. Δεν βρίσκεται στον ουρανό για να πεις: Ποιος θ’ ανέβει στον ουρανό για μας και θα μας τη φέρει, και θα μας την παρουσιάσει για να την εκπληρώσουμε; Ούτε βρίσκεται από την άλλη μεριά της θάλασσας, για να πεις: Ποιος θα περάσει για μας τη θάλασσα για να μας τη φέρει και να μας την παρουσιάσει για να την εκπληρώσουμε; Γιατί πολύ κοντά σε σένα βρίσκεται ο λόγος, στο στόμα σου και στην καρδιά σου για να τον εκπληρώσεις.
Κοίταξε, εγώ έβαλα μπροστά σου σήμερα τη ζωή και το καλό · το θάνατο και το κακό».
Έτσι είχε γράψει ο Άγιος Κύριος Μωυσής, Pauah που έτρωγε την τροφή του Πολύ Μεγάλου Ήλιου που φωτίζει όλους τους κόσμους, και δίνει ζωή σ’ όλους τους ήλιους.
Και αυτά τα λόγια είχαν γραφεί στην καρδιά του Νικόδημου.
Αλλά οι άνθρωποι του δικού του Katun έτρωγαν μόνο λόγια, και δεν έτρωγαν τροφή του Ήλιου ούτε του Πολύ Μεγάλου Ήλιου.
Δεν είχαν πείνα, δεν είχαν δίψα για το λόγο του Mayab του τόπου τους.
Αλλά ο Νικόδημος είχε πείνα, είχε δίψα.
Και ερευνούσε.
Και γι’ αυτό, στο κλάμα του, επαναλάμβανε κρυφά στην Πριγκίπισσα Sac-Nicté:
«Απόδειξέ μου πως τα χείλια σου δεν έχουν γίνει για να φιλιούνται, και εγώ θα σου αποδείξω ότι τα σκοτάδια είναι το φως».
Το φως έχει έρθει ξανά από την Ανατολή στο λόγο του Βοριά, έτσι που όποιος ακούει και βλέπει να μην έχει δύση και να μην έχει νότο, και ο Αιώνια Πράσινος να είναι για πάντα σ’ αυτόν, και αυτός σ’ ΑΥΤΟΝ.
Ερεύνα λοιπόν με προθυμία για να είναι ο ωραίος ουρανός του Mayab ανοιχτός για πάντα για όποιον είναι έτοιμος.
Και έτοιμος είναι αυτός που ερευνά και δε λιποψυχά.
Γιατί έτσι ερεύνησε ο Νικόδημος, και ακολούθησε τη φωνή του πεπρωμένου, και έζησε το πεπρωμένο του και δε ξέφυγε απ’ αυτό.
Κεφάλαιο 2
Για το πεπρωμένο του έμαθε μια μέρα από το Ραβί της Ναζαρέτ, Chilam Balam της Γαλιλαίας, που μιλούσε για το Μεγάλο Κρυμμένο Κύριο αποκαλώντας τον Πατέρα του που βρίσκεται στους ουρανούς.
Ήταν ο Άγιος Κύριος Ιησούς που σκαρφάλωνε στο Δέντρο της Ζωής και δίδασκε να σκαρφαλώνουν.
Η φωνή του πεπρωμένου του, του μίλησε κρυφά στην καρδιά, και ο Νικόδημος κρυφά πήγε να δει τον Chilam τον Γαλιλαίο, γιατί ήξερε ότι σ’ αυτόν υπήρχε ο Λόγος Αλήθειας.
Αδύνατο ήταν το φως της γης εκείνο το βράδυ, μεγάλο ήταν το φως του ουρανού.
Μεγάλη ήταν η φλόγα της αγάπης στην καρδιά του Ναζωραίου, μεγάλος ήταν ο πόθος για φως στην καρδιά του Φαρισαίου.
Και ήταν μια κλωστή από φως αυτό που σύνδεσε το πεπρωμένο εκείνη τη νύχτα, και παραμέρισε το πέπλο για να μπορέσει ο άνθρωπος από πηλό να ξεκινήσει το δρόμο για την αναγέννηση.
Και ο Ναζωραίος Ραβί είπε στο Νικόδημο, και τα λόγια του έμειναν αναμμένα στην καρδιά του:
— «Αυτό που γεννιέται από σάρκα, σάρκα είναι, και αυτό είναι μια γενιά.
— Αυτό που γεννιέται από Πνεύμα, πνεύμα είναι , και αυτό είναι άλλη γενιά.
— Γιατί μην εκπλήσσεσαι, Νικόδημε, που σου είπα ότι είναι αναγκαίο να ξαναγεννηθείς, διότι αυτός που δε θα γεννηθεί ξανά δεν μπορεί να δει το βασίλειο του Θεού».
— Και ακόμα πριν απ’ αυτό, υπήρχε η φήμη στην Ιερουσαλήμ ότι οι μαθητές του Ιησού είχαν επαναλάβει τα λόγια του διακηρύσσοντας ότι δεν μπορείς να ρίξεις καινούριο κρασί σε παλιά ασκιά ...
— Τι έπρεπε ν’ αλλάξει;
— Έτσι έφυγε εκείνη τη νύχτα ο Νικόδημος, σκεπτόμενος και σκεπτόμενος.
— Γιατί ήξερε από την καρδιά του ότι αυτή η γέννηση απαιτούσε ένα θάνατο, αλλά παρόμοιος θάνατος δεν είναι ο θάνατος των νεκρών, αλλά των ζωντανών που ξέρουν ότι κάθε άνθρωπος μπορεί να ζήσει, να είναι αμφορέας ψημένος με τη φωτιά του Mayab και να φέρει μέσα του το μέτρο που θέλει να ρίξει ο Μεγάλος Κρυμμένος Κύριος.
Κεφάλαιο 3
Άνθρωπε της γενιάς Maya: σου δίνω εδώ την πρώτη μαρτυρία αυτού του νέου Katun:
Φέρε προς τον Αληθινό Άνθρωπο τον ήλιο που σου ζητά, άπλωσέ τον στο πιάτο του, με τη λόγχη του ουρανού καρφωμένη στο μέσο της καρδιάς του, και ο Μεγάλος Τίγρης καθισμένος επάνω του θα πιει το αίμα του.
Γιατί ο Νικόδημος πήγε το φως της κατανόησής του στα πόδια του Ιησού, και η γνώση του Μωυσή ήταν οδυνηρό αγκάθι στο στήθος του, γιατί ήταν μόνο ξέρω · και από τότε η αρπάγη της σοφίας τον κράτησε δέσμιο.
Ο Νικόδημος ήταν γεμάτος από τα χρόνια μιας ύπαρξης αφιερωμένης στο να δείξει στους νέους της εποχής του πώς πρέπει να περπατάς στους δρόμους του Κυρίου.
Και να εδώ που ο Ραβί Ναζωραίος του είχε πει εκείνο το βράδυ σχετικά με τη γενιά που πρέπει να πεθάνει για να μπορέσει να ξαναγεννηθεί σε άλλη και έτσι να μπορεί να ζήσει. Του το είχε πει έτσι:
«Είσαι Δάσκαλος του Ισραήλ και δεν ξέρεις αυτά τα πράγματα; Στ’ αλήθεια σου λέω, Νικόδημε, ότι σου μιλώ για κείνο που εγώ γνωρίζω και εγώ είμαι και δίνω μαρτυρία για κείνο που έχω δει · όμως οι άνθρωποι της γενιάς σου δεν θέλουν να πάρουν τη μαρτυρία μου. Και αν σου λέω πράγματα της Γης και δεν μπορείς να τα πάρεις, πως θα μπορέσεις να πάρεις πράγματα που είναι του Ουρανού; Γιατί κανείς δεν ανέβηκε στον ουρανό παρά μόνο αυτός που κατέβηκε απ’ τον ουρανό, και αυτός είναι ο Γιος του Ανθρώπου που είναι στον ουρανό. Και έτσι όπως ο Μωυσής ύψωσε το φίδι στην έρημο, έτσι τώρα είναι αναγκαίο ο Γιος του Ανθρώπου να υψωθεί, έτσι ώστε να μην χαθεί όποιος σ’ αυτόν πιστέψει, αλλά να έχει αιώνια ζωή».
Τα λόγια αυτού του Αληθινού Ανθρώπου βάθυναν την ήδη ανοιχτή πληγή στην καρδιά του φαρισαίου, και στο βάθος του στήθους του αναζητούσε:
«Πώς, πως θα πρέπει να πράξω, Κύριε;»
Έτσι άρχισε να πεθαίνει το πνεύμα του φαρισαίου του, και στο νου του αντήχησαν τα μεστά λόγια που είχε ακούσει να λένε οι μαθητές του Γαλιλαίου:
«Μακάριοι οι φτωχοί στο πνεύμα, γιατί δικό τους είναι το βασίλειο των ουρανών.»
Έτσι άρχισε να έλκει επάνω του το φιλί της Ιερής Πριγκίπισσας Sac-Nicté που ήδη ξαγρυπνούσε γι’ αυτόν, αλλά εκείνος ακόμα δεν το γνώριζε.
Η καρδιά του αιμορραγούσε άφθονα γιατί ήταν πολλοί οι νέοι που έρχονταν στο σπίτι του στην Ιερουσαλήμ για να ακούσουν το λόγο του. Και καθώς εκείνος ήθελε να υπηρετήσει τον Ύψιστο, τον ΑΙΩΝΙΟ, στη συνείδηση του έκαιγε η φλόγα του θανάτου που προηγείται από την ανάσταση και στ’ αυτιά του οι λόγοι του Ραβί Ναζωραίου:
«Εσύ είσαι δάσκαλος του Ισραήλ και δεν ξέρεις αυτά τα πράγματα;»
Και σκέφτηκε τον Ιούδα, το νέο που γεννήθηκε στην μακρινή γη του Kariot, και στου οποίου την καρδιά έκαιγε επίσης ο ιερός πόθος που μυστικά ανάβει η Πριγκίπισσα Sac-Nicté. Ο Ιούδας είχε φτάσει στα πόδια του Νικόδημου για να μάθει επίσης να περπατά στους δρόμους του Κυρίου, που είναι ο δρόμος του Mayab, και έτρωγε από τα λόγια του Ραβί του και τρεφόταν απ’ αυτά και ο ραβί του τον αγαπούσε και αυτός αγαπούσε τον ραβί του.
Βαριά η καρδιά του Νικόδημου εκείνη τη νύχτα.
Άνθρωπε της γενιάς Maya, να εδώ η δεύτερη μαρτυρία: ο Αληθινός Άνθρωπος θέλει να πας να του φέρεις τα μυαλά του ουρανού, γιατί δεν θα μπει στο Βασίλειο του Mayab όποιος φωνάζει «Κύριε, Κύριε», αλλά εκείνος που θα κάνει το θέλημα του πατέρα, του Μεγάλου Κρυμμένου Κυρίου. Και ο Αληθινός Άνθρωπος έχει πολλές επιθυμίες να δει τα μυαλά του ουρανού γιατί σ’ Αυτόν έχει δοθεί η κρίση.
Αυτό είναι γραμμένο στις γραφές της Τέταρτης Γενιάς.
Αν έχεις μάτια, θα δεις · αν έχεις αυτιά, θ’ ακούσεις.
Αν ακόμα δεν τα έχεις, παραδίνοντας τα μυαλά σου στον Αληθινό Άνθρωπο θα τα έχεις.
Και έτσι ίσως να εκπληρωθεί για σένα η προφητεία του Chilam Balam, προφητεία που ενθαρρύνει το βήμα της πέμπτης προς την τέταρτη γενιά, όπου «αυτοί μιλούν με τα δικά τους λόγια και έτσι ίσως δεν είναι κατανοητή σε όλα η έννοιά τους · αλλά όλα είναι γραμμένα ευθέως, έτσι όπως συνέβησαν. Και θα εξηγηθούν όλα ξανά πολύ καλά» (στην τέταρτη γενιά, αόρατη γενιά μέσα σε σένα τον ίδιο).
Όλα όσα είναι γραμμένα στις Ιερές Γραφές, είναι γραμμένα σε σένα επίσης, στην ψυχή σου, αν μπορείς να τα διαβάσεις.
Κεφάλαιο 4
Γιατί έτσι λέει:
Εγώ, ο Ιούδας του Kariot, αγαπούσα τον ραβί μου Νικόδημο, ο οποίος μου δίδασκε να περπατώ στους δρόμους του Κυρίου.
Τον υπηρετούσα σε ότι ένας μαθητής άξιος του Ισραήλ οφείλει να υπηρετεί τον ραβί του, και περίμενα την ώρα μου για να υπηρετήσω τον ΑΙΩΝΙΟ, και στην καρδιά μου έκαιγε η αγάπη για την Αλήθεια.
Αλλά εκείνο το πρωί τα μάτια μου μ’ έκαναν να δω ότι ο ραβί μου Νικόδημος δεν ήταν ο ραβί μου Νικόδημος. Στο πρόσωπό του είδα αγωνία, και έτσι μπόρεσα να νοιώσω πως η καρδιά του ήταν πληγωμένη, όμως δεν ήξερα αν την πληγή του την είχε προκαλέσει το κακό ή το καλό που λαχταρούσα, αφού ο ραβί μου ακολουθούσε το δρόμο των σοφών του Naim, σύμφωνα με την παράδοση του Hillel.
Σχόλασε εκείνο το πρωί όλους τους μαθητές του, εκτός από μένα.
Όταν το έκανε αυτό, η καρδιά μου ταράχτηκε, και μου φάνηκε ότι ο οιωνός ήταν σκούρος γιατί δεν κατάφερνα να καταλάβω τι του συνέβαινε. Ήταν συχνό τον καιρό εκείνο να βλέπω πρόσωπα παραμορφωμένα από οργή και στενοχώρια ανάμεσα στους φαρισαίους. Και η Ιερουσαλήμ ήταν η φωλιά της σύγχυσης. Ο Πόντιος Πιλάτος, ρωμαίος αξιωματούχος, ήθελε για τον εαυτό του τους θησαυρούς του ναού, ήθελε να κατασκευάσει ένα υδραγωγείο, για να τον μνημονεύουν, σε άλλους καιρούς. Και στους δρόμους, ο λαός αναταραζόταν μέσα σε μια οχλοβοή στην οποία αισθανόσουν το μίσος για τη Ρώμη.
Και ένας ταπεινός άνθρωπος, που ήρθε από τη μακρινή Γαλιλαία, είχε ανάψει στο στήθος τους μια καινούρια ελπίδα, μιλώντας τους για λευτεριά. Και οι αυλές του Ναού ήταν βουβοί μάρτυρες όπου αντηχούσε η διδασκαλία του και οι άνθρωποι μάζευαν τα παράξενα λόγια του και έβλεπαν τα παράξενα έργα αυτού του ανθρώπου που, όντας Εβραίος, βεβήλωνε το Σάββατο θεραπεύοντας αρρώστους, και δεν τηρούσε τα προσχήματα αγνότητας, και έπινε κρασί και έτρωγε κρέας με λαϊκούς και αμαρτωλούς, λέγοντας ότι είχε έρθει για να συγχωρέσει αμαρτίες και όχι να καταδικάσει τους αμαρτωλούς. Και ανάμεσα σ’ αυτούς που τον ακολουθούσαν ήταν η Μαρία, η πόρνη της Μαγδάλας, και ο πραίτορας των γραμματέων Λεβί, και παράξενοι άνθρωποι που ψάρευαν, και ένα αγόρι ο Ιωάννης και τα αδέλφια του.
Παράξενα πράγματα έλεγε αυτός ο ραβί, παράξενα πράγματα έκανε. Αλλά όσοι τον αγαπούσαν, έλεγαν, με τη σειρά τους, ότι αυτό που δίδασκε έκανε γλυκό το πίκρισμα των δακρύων της καρδιάς και ότι οι σοφοί του Naim, οι πιο μορφωμένοι και αγνοί της γης, έβρισκαν στα λόγια του κρυμμένους θησαυρούς του Hillel, ομορφιές του Talmud. Ωστόσο δεν μπορούσαν να καταλάβουν τα έργα του, γιατί γι’ αυτούς κάθε πράξη έπρεπε να έχει σαν βάση το φόβο του Θεού.
Και να εδώ που αυτός ο ραβί είχε πει:
«Τόσο αγαπά ο Θεός τον κόσμο ώστε έστειλε τον Γιο του τον Μονογενή για να σωθεί και όχι για να τον καταδικάσει.»
Παράξενα λόγια στα οποία δεν υπήρχε κανένας φόβος.
Και επίσης είχε πει:
«Να αγαπάς τους εχθρούς σου».
Έπρεπε, λοιπόν να αγαπάμε τους εχθρούς του Ισραήλ;
Στα σοφά λόγια του Νόμου του Μωυσή, ο ραβί μου Νικόδημος μας είχε επαναλάβει την παράδοση των πατέρων μας, αλλά να που αυτός ο ραβί από τη μακρινή Γαλιλαία δεν βασιζόταν σε καμμιά γραφή, και αντίθετα, διακήρυττε στο λαό και στους ειδήμονες του Νόμου:
«Ερευνάτε τις γραφές, γιατί πριν υπάρξει ο Αβραάμ, Είμαι Εγώ».
Εκείνο το πρωί, λοιπόν, όταν κατάλαβα τη στενοχώρια στο πρόσωπο του ραβί μου Νικόδημου, η προαίσθησή μου είπε ότι αυτό που συνέβαινε ήταν εξαιτίας αυτού του Ναζωραίου που ανάγγελλε τη βάφτιση με φωτιά του Αγίου Πνεύματος.
— «Ιούδα», μου είπε ο Ραβί μου · «εσύ έχεις έρθει από τη γη του Kariot για να πιεις τις εντολές του Κυρίου, και να περπατήσεις στους δρόμους του σύμφωνα με την παράδοση».
— Εγώ έμεινα σιωπηλός.
— «Ιούδα, λυπήσου με», συνέχισε ο ραβί μου Νικόδημος. «Με κατατρώει η αμφιβολία · είμαι ένας άνθρωπος με την καρδιά αναστατωμένη. Δεν είμαι βέβαιος ότι οι γνώσεις μου είναι σωστές, δεν είμαι βέβαιος ότι σου διδάσκω να περπατάς από τους δρόμους του Κυρίου».
— Βαρυσήμαντες λέξεις αυτές που είπε ο ραβί μου Νικόδημος.
— Βαρυσήμαντες, γιατί στην αυστηρότητα της αρετής του ήταν πολλά αυτά που απαιτούσε από μας, εκείνους που είχαμε φτάσει ως αυτόν, για να μελετήσουμε με σπουδή, την αλήθεια της Tora. Βαρυσήμαντα λόγια γιατί ήταν αυτός ο άνθρωπος υψηλό μέλος του Συμβουλίου των Γερόντων της Ιερουσαλήμ, άνθρωπος σοφός και αγνός και σεβάσμιος και αγαπητός.
— Συγκράτησα, λοιπόν, την αναπνοή μου για να μην απαντήσω, και είδα την χλομάδα στο πρόσωπό του και το τρεμούλιασμα στα χέρια του και τη σύγχυση του πνεύματός του.
— «Έχουμε χάσει το νήμα που οδηγεί στην αλήθεια», μου είπε. Και ανέφερε εκείνα τα λόγια του Μωυσή που σαν φωτιά έκαιγαν στην καρδιά του, και μου διηγήθηκε τη συνέντευξη της προηγούμενης βραδιάς και πως τα λόγια του ραβί Ναζωραίου είχαν αυξήσει τη δίψα του και τον πόνο του συγχρόνως. Και ο ραβί Ναζωραίος του είχε επίσης πει:
— «Μόνο αυτός που πιστεύει ότι έχει χάσει το νήμα που διατρέχει τους καιρούς έχει το αληθινό νήμα στα χέρια του, και όταν συναντήσει την ψυχή του δεν θα τη χάσει».
— Τι αλλόκοτο μυστήριο και παραδοξολογία έκλειναν αυτές οι λέξεις!
— Διαμαρτυρήθηκα οξύτατα, γιατί αναφέροντας τες ο ραβί μου Νικόδημος είχε ανάψει την αμφιβολία στο πιο βαθύ μέρος του στήθους μου, κι εγώ υπέφερα και δεν ήθελα άλλες στενοχώριες. Γι’ αυτό είχα πάει σ’ αυτόν, για να βρω καταφύγιο και άσυλο στη διδασκαλία του και έτσι να μπορέσω να έχω πάντα ένα νήμα στα χέρια μου.
— Μιλήσαμε γι’ αυτό πολλή ώρα, αλλά αυτός με παρατηρούσε με οίκτο, και κατέληξε λέγοντας:
— «Στην οξυδέρκειά σου υπάρχει τρόμος προς το πεπρωμένο, Ιούδα. Έλα μαζί μου, θα πάμε μαζί να ακούσουμε αυτόν τον παράξενο ραβί».
— Και ήταν πια ξακουστό σε όλη την Ιερουσαλήμ ότι αυτός ο Παράξενος ραβί είχε διώξει τους εμπόρους από το Ναό, μαστιγώνοντας τις πλάτες τους με ένα μαστίγιο και αποκαλώντας τους κλέφτες που είχαν μετατρέψει το σπίτι του Πατέρα του σε ένα λημέρι.
— Εγώ διαμαρτυρήθηκα στο ραβί μου Νικόδημο, γιατί οι έμποροι επέτρεπαν να εκτελούνται οι απαιτήσεις των θυσιών.
— «Κράτησε τη γλώσσα σου, Ιούδα», μου είπε. Γιατί, στην αυστηρότητά του ο ραβί μου είχε βάλει φραγμό στην κακογλωσσιά και δεν ήταν όπως άλλοι φαρισαίοι που παραδίνονταν στην κριτική και τους ψιθυρισμούς.
— «Είναι απαραίτητο να βρούμε το νήμα των πατέρων μας», είπε. «Γιατί σ’ εκείνα τα λόγια που χθες βράδυ έκαψαν την καρδιά μου ο ραβί Ναζωραίος μου είπε την αλήθεια...»
Δεν μπόρεσα ν’ αντέξω αυτά τα λόγια. Η καρδιά μου χτύπησε με βία και στα μάτια μου έφτασαν ποταμοί από δάκρυα και ένοιωσα τον πόνο του ραβί μου σαν να ήταν δικός μου. Να λοιπόν, έλεγα εγώ σιωπηλά, να λοιπόν που ο ραβί μου λέει ότι είναι στα σκοτάδια, τότε ποια θα’ ναι τα δικά μου; Ποια θα είναι λοιπόν αυτά της νεολαίας του Ισραήλ; Ο ραβί μου, φως των φώτων, καταφύγιο της νεολαίας μας, μου λέει ότι κι αυτός βρίσκεται στα σκοτάδια και πια δεν έχει μια ακριβή απάντηση για να διαλύσει τις αμφιβολίες μας και με εγκαταλείπει στο μέσο ενός πλήθους από περίεργα αισθήματα.
Και ένοιωσα χαμένος σαν ένα μωρό βυζανιάρικο που το εγκαταλείπει η μάνα του για να κρύψει την ντροπή της ...
Κεφάλαιο 5
Περπατήσαμε μαζί, σιωπηλά, με κατεύθυνση προς το Ναό.
Και φτάνοντας στο προαύλιο δεν ήταν δύσκολο να βρούμε τον ραβί Ναζωραίο.
Τον περιτριγύριζε ένα πλήθος και ανάμεσά τους υπήρχαν μερικοί φαρισαίοι.
Η σιωπή που βρήκαμε ήταν γεμάτη απειλές.
Πολλοί από το πλήθος άνοιξαν δρόμο για να προχωρήσει ο Ραβί μου ο Νικόδημος, γιατί όλοι τον γνώριζαν και τον εκτιμούσαν σαν άνθρωπο αρετής και γνώσης.
Και είδα τον ραβί Ναζωραίο.
Ακούμπησε πάνω μας τα μάτια του, σιωπηλά. Και σ’ αυτά άστραφτε μια παράξενη λάμψη, αλλά το πρόσωπό του ήταν ήρεμο και δυνατό και όταν γύρισε τη ματιά του προς εμένα, πίστεψα ότι πήρα μ’ αυτή ένα μήνυμα ειδικό που μου έστελνε η ψυχή του, και ένοιωσα ότι η ψυχή του χαμογελούσε και η δική μου επίσης, και αισθάνθηκα ότι σ’ αυτή τη ματιά αυτός με χαιρετούσε με ένα καλωσόρισμα, όπως το δίνει μονάχα όποιος έχει χωριστεί για πολύν καιρό από μια ύπαρξη που αγαπά.
Είχα χαρά στην καρδιά μου · αλλά η σκέψη μου παρέμενε ταραγμένη.
Ήξερα στη στιγμή ότι γρήγορα αυτός ο παράξενος άνθρωπος θα γινόταν ο ραβί μου και ότι και εγώ επίσης θα καθόμουν στα πόδια του για να πιω από τα λόγια του · τότε αισθάνθηκα έναν οξύ πόνο στην καρδιά για όσα σήμαινε το ότι θα έπρεπε να αφήσω τον Ραβί μου Νικόδημο για να πάω ξωπίσω από τον παράξενο προφήτη που προερχόταν από τη μακρινή Γαλιλαία από όπου τίποτα καλό δεν μπορούσε να έρθει.
Υπήρξε ακόμα περισσότερη στενοχώρια στην καρδιά μου. Μια ώρα πριν ο ραβί μου με είχε αφήσει σα μωρό εγκαταλελειμμένο στα ίδια του τα σκοτάδια, αφού χάθηκε το νήμα που σκεπτόμουν να βρω στα πόδια του. Και να τώρα που ο Ναζωραίος μου έδινε το σιωπηλό του καλωσόρισμα, και για μια στιγμή, σκέφτηκα ότι θα χανόμουν σ’ αυτόν και μ’ αυτόν.
Ήταν μόνο μια ματιά, αλλά αυτή μου έδειξε ένα πεπρωμένο που διαστελλόταν με ένα παράξενο σχήμα, αδύνατον να περιγραφεί με λόγια. Διαισθάνθηκα ένα πεπρωμένο που δεν έτρεχε κατά μήκος, ούτε κατά ύψος, ούτε κατά πλάτος, παρά έκανε αυτές τις τρεις διαστάσεις μια διαφορετική διάσταση στην οποία βρίσκονταν όλες οι άλλες. Και ήταν ένας παράξενος κόσμος στον οποίο αισθανόμουν χαμένος.
Γιατί για μια στιγμή δεν ήμουν εγώ, αλλά ο ραβί που με κοίταζε, και φοβόμουν, και η καρδιά μου ταράχτηκε και μετά ξαναέγινα εγώ ο ίδιος και τον κοίταξα.
Και αυτός επίσης με κοίταξε, και αυτή τη φορά η ψυχή του χαμογέλασε μέσα μου και αισθάνθηκα χαμένος.
Ήταν μια περίεργη εμπειρία εκείνου του πρωινού.
Γύρισα τα μάτια προς το ραβί μου Νικόδημο για να ικετέψω τη βοήθειά του, αλλά αυτός είχε ήδη απομακρυνθεί από κοντά μου και άκουγε κάποιον που του εξηγούσε το περιστατικό εκείνης της στιγμής. Όμως εγώ θα είχα ορκιστεί ότι είχαμε ζήσει όλοι σ’ εκείνο το μέρος από αιώνες.
— «Απάντησε λοιπόν», είπε ένας φαρισαίος στο Ναζωραίο.
Τα μάτια μου έμειναν καρφωμένα στον παράξενο ραβί · τον είδα να χαράζει ένα κύκλο στη γη, με τη μύτη του ποδιού, και μέσα σ’ αυτόν έβαλε τη γυναίκα που είχε στο πλάι του και την οποία εγώ δεν είχα παρατηρήσει ακόμα. Η γυναίκα υπέφερε από μια μεγάλη ντροπή όμως ο κύκλος που είχε χαράξει ο ραβί στη γη κάλυψε και αυτήν επίσης. Και ακόμα και τώρα θα ορκιζόμουν ότι κανείς δεν θα είχε μπορέσει να εισχωρήσει σ’ αυτόν.
Η ατμόσφαιρα ήταν τεντωμένη, γεμάτη απειλές. Κι εγώ ετοιμαζόμουν να υπερασπίσω τον Ναζωραίο γιατί άκουσα πίσω από την πλάτη μου λόγια ανυπομονησίας και κακίας · αλλά αυτός με ηρέμησε με το γαλήνιο βλέμμα του και με τον ίδιο τρόπο που πριν από λίγο μου είχε ταράξει την καρδιά, τώρα την ηρέμησε. Και έμεινα ήσυχος, γαλήνιος, περιμένοντας.
Ο Ναζωραίος, στυλώνοντας τα μάτια του στους φαρισαίους, είπε:
— «Αν την έχετε συλλάβει επ’ αυτοφώρω, και έχετε διαπιστώσει τη μοιχεία της, εγώ σας λέω: πετροβολείστε την σύμφωνα με τον νόμο».
— Ένα νευρικό και θριαμβευτικό μουρμουρητό διέτρεξε το πλήθος. Η γυναίκα τρεμούλιασε από τρόμο και από τα μάτια της έπεσαν δύο δάκρυα στα πόδια αυτού του ανθρώπου του οποίου ο λόγος είχε δονήσει ατόφια και απαλά καταμεσής στο πλήθος. Αλλά το μουρμουρητό γρήγορα έσβησε, γιατί ο ραβί Ναζωραίος τους ξανακοίταξε και τους σιώπησε:
— «Αλλά να ρίξει την πρώτη πέτρα εκείνος που, ανάμεσά σας, θεωρεί τον εαυτό του ελεύθερο από αμαρτία».
Μεγάλη και φοβερή ήταν η σιωπή που ακολούθησε αυτά τα λόγια. Γιατί στην καρδιά όλων των Εβραίων η αμαρτία ήταν πάντα ζωντανή και καθημερινά κατέφευγαν σε λειτουργίες κάθαρσης για να είναι καθαροί σύμφωνα με την παράδοση. Και υπήρχε συνείδηση σ’ αυτούς ότι δεν εκπλήρωναν πάντα όπως είναι σωστό τις τελετουργίες της κάθαρσης. Κανείς δεν τόλμησε να πει ότι ήταν αγνός και καθαρός από αμαρτίες. Ωστόσο, αυτά τα λόγια του Ναζωραίου υπήρξαν ένα μαχαίρι χωμένο σε ζωντανή σάρκα, και το μίσος ζωγραφίστηκε στα πρόσωπα των ανθρώπων και των φαρισαίων, γιατί μεγάλη είναι η ανθρώπινη αδυναμία και πάντα είναι καλύτερο και πιο άνετο να βλέπουμε τις ξένες αμαρτίες και να αγνοούμε τις δικές μας · εύκολο είναι να αισθάνεσαι ενάρετος μπροστά στον αμαρτωλό και να αγαπάς την αρετή για να συμπληρώνεις τη γραφή, και όχι για να καθαρίσεις από κακές σκέψεις την ίδια σου την καρδιά. Έτσι μας το είχε πει ο Ραβί μας ο Νικόδημος · τέτοια ήταν η αρετή του, τέτοια ήταν η αυστηρότητά του. Και αισθάνθηκα τότε πως το πεπρωμένο υφαινόταν για τους καιρούς που θα έρχονταν, και γιατί είχε ταραχτεί την προηγούμενη νύχτα η καρδιά του ραβί μου Νικόδημου. Τώρα είχε ταραχτεί και η δική μου επίσης, και ήξερα, χωρίς λόγια, ότι ο ραβί Ναζωραίος είχε κυριαρχία στην Αλήθεια, και ότι σ’ αυτόν είχαν ενωθεί η χάρη και ο νόμος...
Το πλήθος διαλύθηκε γρήγορα, και μαζί του έφυγε και ο Νικόδημος, συλλογισμένος, αναστατωμένος από τους καινούριους οιωνούς που διαγράφονταν στο πρόσωπό του. Εγώ έμεινα μόνος με τον ραβί από τη Ναζαρέτ απέναντί μου, χωρίς να μπορώ να απομακρυνθώ.
Τον άκουσα να λέει στη γυναίκα:
«Πού είναι, λοιπόν, αυτοί που σε καταδίκαζαν; Ούτε εγώ σε κρίνω. Πήγαινε και μην αμαρτήσεις πια».
Ποιός νόμος κυβερνούσε την συμπεριφορά αυτού του ανθρώπου για τον οποίο οι γραφές φαίνονταν να μην υπάρχουν; Από ποιό νερό έπινε τη σοφία του; Τι παράδοση είχε διαμορφώσει την ψυχή του;
Όλα αυτά τα ερωτηματικά ορθώνονταν στο νου μου σαν ανεμοστρόβιλος και η καρδιά μου ήταν ανίκανη να καταλάβει, όταν ο Ραβί απευθυνόμενος σε μένα, μου είπε:
— «Καλωσόρισες Ιούδα του Kariot. Πλησίασε κοντά μου».
— Και πλησίασα με φόβο, αλλά ο Ραβί με πήρε απ’ το χέρι και με έβαλε να περάσω μέσα στον κύκλο που είχε κάνει με το πόδι του στη γη, και ησύχασα.
— «Ραβί, πώς ξέρεις το όνομά μου;» ρώτησα.
— «Όλοι είμαστε αδέλφια και παιδιά του ίδιου Πατέρα, γιατί ο πόθος του είναι ο δικός μας», απάντησε. «Γιατί, λοιπόν, να μην σε γνωρίζω;»
Μείναμε και οι δύο σιωπηλοί · αυτός κοίταζε τα μάτια μου κι εγώ τα δικά του, και όλο και περισσότερο αισθανόμουν αυτόν τον άνθρωπο μέσα μου, και εμένα σ’ αυτόν, αλλά δεν κατάφερνα να το εξηγήσω ούτε να το καταλάβω.
— «Μην ανησυχείς για την ώρα, Ιούδα», μου είπε. «Θα έρθει η μέρα που θα καταλάβεις ότι αισθάνεσαι τώρα, ακόμα και όταν η μετάβαση από τη φωτιά στο φως είναι κοπιαστική».
Πέρασε μια σύντομη σιωπή μέχρι που εκείνος μου είπε:
— «Τι θα έκανες εσύ στη θέση μου;» Εγώ κατάλαβα ότι αναφερόταν στην κρίση στην οποία είχαμε μόλις παρευρεθεί. Η γυναίκα απομακρυνόταν από μας, γυρίζοντας κάθε τόσο το ανήσυχο πρόσωπό της προς τον Ραβί.
Αλλά δεν μπόρεσα ν’ απαντήσω · ήταν μεγάλη η σύγχυσή μου γιατί ο νόμος καταδίκαζε τη μοιχεία σε λιθοβολισμό όταν συλλαμβάνονταν στην πράξη, όμως εγώ ήξερα ότι πολλή και μεγάλη ήταν η μοιχεία που γινόταν στα κρυφά και χωρίς μάρτυρες. Και έτσι πολλοί ήταν απαλλαγμένοι από υποψίες και οι άνδρες δεν έλεγαν τίποτα γιατί δεν ήξεραν τίποτε για την κρυφή μοιχεία. Και αυτή δεν αναφερότανε στο νόμο του ανθρώπου και ο ραβί μου Νικόδημος μας είχε πει ότι αυτή τη μοιχεία την προβλέπει μόνο ο νόμος του Θεού, στον οποίο κανείς δεν μπορεί να πει ψέμματα με την καρδιά. Ήταν τέτοια η αρετή του Ραβί μου Νικόδημου που συχνά απομακρυνόταν από το γράμμα του νόμου και μας έλεγε ότι ένα κρυφό αμάρτημα είναι διπλό αμάρτημα, γιατί υπάρχει ψέμμα και ανανδρία σ’ αυτό, και το σκάνδαλο στα μάτια του Κυρίου είναι πάντα μεγαλύτερο από αυτό που γίνεται στα μάτια των ανθρώπων.
— Και αυτός ο ραβί από τη Ναζαρέτ μου είπε:
— «Η αυστηρότητα του νόμου αντιστοιχεί πάντα σ’ αυτό που φωλιάζει στην ανθρώπινη καρδιά, Ιούδα. Μην το ξεχνάς, για να μάθεις να κρίνεις με σωστή κρίση. Από τις κρίσεις σου θα γνωρίσεις την καρδιά των ανθρώπων. Όμως, ο Πατέρας μου , που είναι στους ουρανούς, ευσπλαχνία θέλει και όχι θυσία, θέλει μια καρδιά πεινασμένη για την αγάπη του και τη σοφία του ακόμα και όταν είναι ένας αμαρτωλός, που καμμιά φορά η αρετή απομονωμένη από το Καλό του μπορεί να είναι χειρότερη από το κακό το ίδιο».
Αυτός ο ραβί κατάστρεφε το νόμο και τις ερμηνείες των ειδημόνων και με σκανδάλισε · αλλά στην καρδιά μου υπήρχε ευτυχία, γιατί τα λόγια του ανάβλυζαν από αυτό που ούτε καν τολμούσα να ονομάσω στα πιο ευσεβή όνειρά μου. Και μιλούσε αυτός ο άνθρωπος χωρίς να αναφέρεται ποτέ στις γραφές όπως έκαναν οι ειδήμονες ακόμα και οι σοφοί του Naim στων οποίων τα πόδια είχα επίσης καθίσει κι εγώ.
«Ο Πατέρας κανένα δεν κρίνει, έδωσε όμως όλη την κρίση στο γιο. Και δεν ήρθα να κρίνω τους ανθρώπους, αλλά να δώσω μαρτυρία της αλήθειας · μου είπε. Υπάρχει αυτός που κρίνει τους ανθρώπους, και πολλές είναι οι μορφές της μοιχείας και η μοιχεία αυτής της γυναίκας ίσως να μην είναι γιατί υπάρχουν πορνείες που απεχθάνεται ο Πατέρας μου που είναι στους ουρανούς. Και όταν φτάσουν σ’ αυτόν που θα τους κρίνει λέγοντας ότι έχουν απορρίψει δαιμόνια και έχουν κάνει πολλά έργα στ’ όνομά του, εγώ θα τους πω εκείνη την ώρα: Απομακρυνθείτε από μένα, ρέκτες του κακού».
Παράξενα λόγια, παράξενη γνώση που με ανησυχούσε.
— «Έρχεσαι μαζί μου, Ιούδα;» με ρώτησε αρχίζοντας να περπατά.
Και εγώ τον ακολούθησα.
Δεν τον ήξερα τότε, αλλά από εκείνη την ημέρα περπατώ πάντα μαζί του από γενιά σε γενιά, γιατί το πεπρωμένο μας ήταν υφασμένο ήδη από τις αρχές των καιρών.
— Πολλά πράγματα ασυνήθιστα μου είπε · αλλά όλα στην κατάλληλη στιγμή.
— Γιατί η ψυχή του ανθρώπου απομακρύνεται ξεδιπλώνοντας τα φτερά της σιγά-σιγά, σύμφωνα με το μέτρο που το φως απλώνεται στα σκοτάδια.
Πολλές φορές θέλησα να τον ρωτήσω τι θα έκανε εκείνος με μένα εκείνη την ημέρα στο προαύλιο του ναού, απέναντι στη μοιχαλίδα γυναίκα, γιατί συχνά έρχονταν στην Ιερουσαλήμ μάγοι χαλδαίοι που έκαναν επίδειξη της επιδεξιότητάς τους, αλλά ο ραβί μου Νικόδημος μας είχε απομακρύνει απ’ αυτό το δρόμο · τώρα, αυτός ο ραβί από τη Ναζαρέτ έλεγε λόγια σοφίας χωρίς να βασίζεται σε καμμία γραφή, αλλά είχε μια ανώτερη δύναμη από τη δύναμη εκείνων των μάγων που μάζευαν μαθητές για την παράξενη επιστήμη τους.
— «Όταν ο άνθρωπος πεινά, μπορεί να μετατρέψει τις πέτρες σε ψωμί», μου είπε. «Όμως εγώ έχω ένα ψωμί που θα χορτάσει κάθε πείνα και ένα νερό που θα σβήσει κάθε δίψα. Και όποιος θέλει να φάει έχω να του δώσω, και όποιος θέλει να πιει έχω εδώ να του ειπώ: Πιες. Γιατί ακόμα και στις πέτρες θα βρεις τον Λόγο του Θεού».
— «Θέλω από το νερό σου και το ψωμί σου, Ραβί», του είπα, χωρίς να μπορώ να συγκρατηθώ.
— «Το ξέρω», μου απάντησε.
— «Ποιος είσαι, Ραβί; Μόνο ένας αληθινός άνθρωπος του ουρανού μπορεί να πει και να κάνει τα πράγματα που λες και κάνεις. Δεν υπάρχει ο φόβος του Θεού στην καρδιά σου;»
«Όχι, Ιούδα · δεν υπάρχει φόβος στην καρδιά μου. Ο Πατέρας μου που είναι στους ουρανούς είναι ο μοναδικός Θεός και η ευλογία του είναι της αγάπης. Όποιος εμένα αγαπάει θ’ αγαπάει Αυτόν, και Αυτός θα τον αγαπάει σε μένα. Δεν έχω έρθει για να καταργήσω τους νόμους και τους προφήτες, αλλά για να τους συμπληρώσω. Ο φόβος βρίσκεται μόνο σε μια αβέβαιη καρδιά, και ο άνθρωπος έτσι θολώνει την κατανόησή του του Βασιλείου των Ουρανών. Αλλά είναι αναγκαίο να είναι έτσι σε μια αρχή μέχρι που ο άνθρωπος να μάθει να βλέπει το φως της ίδιας του της καρδιάς και να ακούει με τη φωνή της αγάπης του. Γι’ αυτό λέω πως ο Πατέρας, που είναι στους ουρανούς, ευσπλαχνία θέλει και όχι θυσία. Και τι άλλο είναι μια ευσπλαχνική καρδιά από μια καρδιά φτωχή σε αυτοαγάπη και με λαχτάρα για την αγάπη του Θεού;»
— «Μήπως εγκρίνεις το κακό, Ραβί;» τον ρώτησα.
«Υπάρχουν αυτοί που λένε για το καλό και για το κακό, αλλά που τίποτα δεν ξέρουν για το θέλημα του Μοναδικού Καλού και γι’ αυτό έχουν ανάγκη κρίσεων και καταδικών. Αλλά αν η δική μας δικαιοσύνη δεν ήταν καλύτερη από εκείνων, θα είμαστε πολύ μικροί στο Βασίλειο των Ουρανών. Είναι τόσο τέλεια η αγάπη του Πατέρα που κάνει τον ήλιο του να αγκαλιάζει ίδια δίκαιους και αμαρτωλούς. Έτσι είναι αναγκαίο να είναι η τελειότητά μας γιατί τέτοια είναι η ευσπλαχνία. Πώς να εξηγήσεις το ανεξήγητο; Σαν σιωπηλή και αόρατη δροσοσταλίδα η αγάπη του Θεού κινεί τους ανθρώπους με διαφορετικούς τρόπους και όλοι οι πόθοι στην υπηρεσία της είναι να διδάξει τον άνθρωπο να λαμβάνει μόνος του την μακαριότητα. Δείχνω μόνο ένα δρόμο για το Άγιο Πνεύμα, για να μάθει ο άνθρωπος να κρίνει με ορθή κρίση».
Ήταν πολύ λεπτή η διαφορά που αυτός ο ραβί έβαζε ανάμεσα στους ανθρώπους, όμως δεν τόλμησα να ερευνήσω άλλο και τον ακολούθησα.
Είχα λίγες ευκαιρίες για να μιλήσω μόνος μαζί του από εκείνη τη φορά. Βρισκόταν εδώ και εκεί, και οπουδήποτε βρισκόταν, πάντα σχηματιζόταν ένα πλήθος γύρω του και αυτός μιλούσε με παραβολές και ανάγγελλε το Βασίλειο των Ουρανών. Και στους υπόλοιπους ανθρώπους, ακάθαρτους όπως εγώ, που τον ακολουθούσαν σαν μαθητές, συνήθιζε να μιλά με κλειστές τις πόρτες και αυτοί έβγαιναν με το πρόσωπο ξαναμμένο ή συλλογισμένοι βαθειά. Όμως όταν θέλησα να τους μιλήσω για τα λόγια ή τα έργα του Ραβί τους, όλοι κράτησαν φρόνιμη σιωπή.
Μια μέρα ο Ραβί μου είπε: «Έρχεσαι μαζί μου, Ιούδα;»
— «Ραβί», του είπα, «η καρδιά μου είναι σε σένα αλλά μου είναι πολύ δύσκολο να αφήσω τον ραβί μου Νικόδημο».
— «Δεν θα τον αφήσεις».
— «Πώς να καταλάβω τα λόγια σου; Έρχεσαι μαζί μου, μου λες φεύγοντας και επίσης ότι δεν θα αφήσω τον Ραβί μου Νικόδημο; Πώς γίνεται αυτό;»
— «Αν μπορούσες να έχεις ένα ψωμί και ένα νερό που θα χόρταινε και θα έσβηνε την δίψα για πάντα, θα το φύλαγες μόνο για σένα;»
— «Εσύ ξέρεις καλά πως όχι».
— «Τότε, Ιούδα, ακολούθησέ με. Εγώ είμαι ο δρόμος, η αλήθεια και η ζωή. Και θα μοιραστείς το ψωμί που εγώ σου δίνω με τον ραβί σου Νικόδημο, γιατί όποιος βρίσκεται με μένα, στον Πατέρα μου βρίσκεται και η αγάπη του Πατέρα μου φωλιάζει μέσα του, γιατί ο Πατέρας μου κι εγώ είμαστε ένα πράγμα. Έρχεσαι μαζί, Ιούδα;»
— «Έρχομαι, Ραβί», του είπα.
— Όμως στην καρδιά μου υπήρχε πικρός θρήνος και εκείνο το βράδυ αποχαιρέτησα τον Ραβί μου Νικόδημο. Και παρ’ όλο που δεν μου το είπε, παρατήρησα στη ματιά του την κρυφή λαχτάρα να ξαναβρεί το νήμα που απλώνεται κρυμμένο από γενιά σε γενιά και που ο ραβί ο Ναζωραίος έλεγε πως ήταν το Βασίλειο των Ουρανών και πως «αυτό το Βασίλειο βρίσκεται σε σας τους ίδιους».
Κεφάλαιο 6
Μεγάλα και ωραία πράγματα μας είπε ο Ραβί μου Ιησούς εκείνους τους μήνες που ζήσαμε μαζί του, χωρίς άλλο σπίτι από την αγάπη για τον Πατέρα που είναι στους ουρανούς. Και μαζί του μάθαμε εκείνο που είναι η εντολή να αναζητάς πρώτα το Βασίλειο του Θεού και τη Δικαιοσύνη του, και πολλά μας δόθηκαν για συμπλήρωμα.
Ο Ραβί μου θεράπευσε αρρώστους, έδωσε φως σε τυφλούς και καθάρισε λεπρούς.
— «Πού βρίσκεται η δύναμη σου, ραβί;» τον ρώτησα μια μέρα.
— «Από μόνος μου δεν μπορώ να κάνω τίποτα», μου απάντησε.
— Ο λόγος του ήταν σύντομος, η λιτότητά του δεν ήταν αυστηρή. Σε μερικά πράγματα το βάρος των εντολών του ήταν μεγαλύτερο από το βάρος του νόμου των παραδόσεών μας και σε άλλα πιο ελαφρό.
— Μεγάλα και ωραία πράγματα μας είπε κάτω από έναστρους ουρανούς και κάτω από το φως του ήλιου!
— Μεγάλα και ωραία πράγματα που ο άνθρωπος ξέχασε πια. Και υπήρχαν γραφείς που σημείωναν όλα όσα έλεγε, αλλά δεν σημείωναν αυτά που έλεγε μόνο σε μας.
Μια μέρα διηγήθηκε την παραβολή της γαμήλιας φορεσιάς, προσθέτοντας ότι σ’ αυτόν που έχει θα του δοθεί και θα έχει κι άλλα και σ’ αυτόν που δεν έχει ακόμα και αυτό που έχει θα του αφαιρεθεί. Τον ρωτήσαμε πώς μπορούσε να γίνει κάθε άνθρωπος να έχει τέτοια φορεσιά και αυτός απάντησε ότι υπήρχε μία μόνο απάντηση σ’ όλες αυτές τις ερωτήσεις:
— «Αγάπα τον Θεό πάνω απ’ όλα τα πράγματα και τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου».
Αυτή ήταν η πρωταρχική εντολή, και μας έβιαζε να την εφαρμόζουμε στις πράξεις μας, στις σκέψεις μας, στα αισθήματά μας, και πρόσθετε:
«Αν αυτό δεν ξέρετε να εκπληρώνετε θα σας στερηθεί η επαγρύπνηση της πραγματικής προσευχής».
Και πρόσθετε:
«Αγρυπνάτε και προσεύχεστε για να μην πέσετε σε πειρασμό».
Συχνά μας ανησυχούσε η αμφιβολία και αυτός μας εξηγούσε τότε:
«Δεν μπορείτε να αγρυπνάτε χωρίς να προσεύχεστε, και δεν μπορείτε να προσεύχεστε χωρίς να αγρυπνάτε».
Και όταν είχαμε γράψει την Προσευχή του Κυρίου, το Πάτερ Ημών, μας έβιαζε να ξεδιαλύνουμε τη σημασία κάθε μιας από τις λέξεις της γιατί ο σκοπός μας ήταν το να Αγιασθεί το Όνομά Του σε όλες μας τις πράξεις του κόσμου, γιατί χωρίς αυτή την αγίαση ο νόμος του Θεού θα ήταν πράγμα νεκρό.
«Προσευχόμενοι, μην χάνετε το μυστικό νήμα της ενδότερης σκέψης σας. Και να μην αγωνιάτε για τις ανάγκες σας γιατί ο Πατέρας μας που βρίσκεται στους Ουρανούς ξέρει τι χρειαζόμαστε πριν ακόμα του το ζητήσουμε. Γιατί ΑΥΤΟΣ σας έδωσε επίσης τις ανάγκες σας».
Για πολύ καιρό αυτά τα λόγια έμειναν σκοτεινά και ανάμεσά μας μεσολαβούσαν συχνές διαφωνίες σχετικές με το νόημά τους και σχετικά με την ανταμοιβή που θα βρίσκαμε στο Βασίλειο των Ουρανών. Αλλά ο Ραβί μας διάβαζε μέσα στις καρδιές μας και συνήθιζε να μας λέει:
«Μην κρίνετε, για να μην κριθείτε, γιατί με την κρίση που κρίνετε, θα κριθείτε. Όλα όσα σας δίνονται να δείτε εξωτερικά είναι μόνο μια αντανάκλαση από αυτό που φωλιάζει μέσα στην καρδιά σας και ο κόσμος και οι άνθρωποι είναι αυτό που είστε εσείς».
Πολλά από τα λόγια του, σκόρπισαν ανάμεσα στον κόσμο γιατί ο Ραβί μου μιλούσε και έλεγε ανάλογα με το τι τον ρωτούσαν, όμως δεν μπορούσαν όλοι να τον καταλάβουν. Μια μέρα είπε:
— «Μακάριοι οι πράοι, γιατί αυτοί θα κληρονομήσουν τη γη, και μακάριοι αυτοί που πεινούν και διψούν για δικαιοσύνη γιατί αυτοί θα χορτάσουν».
Τότε συνέβη ότι ήρθαν άνθρωποι από τους Φαρισαίους, αλλά ο Ραβί μου δεν θέλησε να μιλήσει μαζί τους και μερικοί από μας διαφωνήσαμε για τη σημασία που εκείνοι έψαχναν σ’ αυτά τα λόγια. Όμως η σημασία τους ήταν κρυμμένη στην καρδιά του καθενός και η λαχτάρα για δικαιοσύνη έπρεπε να είναι ο πόθος να είσαι δίκαιος παρά το να λάβεις δικαιοσύνη.
Στα χωριά πάντα υπήρχαν άρρωστοι για να γιατρέψει, δαιμονισμένοι ν’ ανακουφίσει. Και συχνά βρίσκαμε γραφείς απ’ όλα τα μέρη του κόσμου που σημείωναν με μεγάλο ζήλο τα λόγια του ραβί μου. Τότε ήταν που εκείνος μας είπε:
— «Φυλαχτείτε από την μαγιά των Φαρισαίων. Το Βασίλειο που σας μιλώ δεν είναι αυτού του κόσμου και εγώ ήρθα μόνο για να σας δείξω το δρόμο και να δώσω μαρτυρία της αλήθειας».
Κεφάλαιο 7
Τη νύχτα, ο Ραβί μου ξαγρυπνούσε γονατιστός την ώρα που εμείς κοιμόμαστε. Μερικές φορές με πήρε μαζί του στους λόφους και μου διηγιόταν τις θλίψεις του. Γιατί υπέφερε, και συχνά έλεγε, αναστενάζοντας σαν πνιγμένος από μεγάλο πόνο:
«Μεγάλη είναι η συγκομιδή και λίγοι οι θεριστές».
— Και μου εξήγησε πολλά πράγματα που δεν εξήγησε τότε στους άλλους. Και όταν τον ρώτησα για ποιο λόγο με απομόνωνε έτσι από τους άλλους, μου είπε:
— «Αυτοί κοιμούνται με την καρδιά ήσυχη γιατί βρήκαν μέρος απ’ αυτό που έψαχναν, αλλά εσύ, Ιούδα, δεν έχεις βρει το δικό σου και το ποτήρι που θα πιεις θα είναι πικρό, αλλά η ανταμοιβή σου θα είναι μεγάλη στους ουρανούς. Δες που θα ξεσπάσει επάνω μας μια μεγάλη καταιγίδα και θα υπάρξει ανησυχία στις ήσυχες καρδιές, αλλά η δικιά σου θα ταρακουνηθεί στη μοναξιά της και θα βρει γαλήνη μονάχα στη χαρά του Κυρίου όταν θα έχει πληρωθεί ο νόμος. Και όταν όλα θα έχουν περάσει, θα αντηχήσουν τα λόγια μου, στο τέλος των αιώνων, γιατί όλα θα περάσουν, αλλά αυτά δεν θα περάσουν».
— Αυτά τα σκοτεινά λόγια του Ραβί μου μου έδωσαν μεγάλες νύχτες αγωνίας, γιατί μέσα απ’ αυτά άρχιζα να κατανοώ το πεπρωμένο. Λίγο καιρό μετά ήταν που ανάγγειλε σε όλους:
— «Δεν σας διάλεξα εγώ εσάς, και ένας από σας είναι διάβολος;»
Κεφάλαιο 8
Όλοι λαχταρούσαμε να βρεθούμε ελεύθεροι από τον ζυγό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αλλά ο Ραβί μου μας μίλησε για ένα ζυγό χειρότερο από αυτό της Ρώμης, το ζυγό των σκοταδιών του έξω όπου πάντα υπάρχει κλάμα και τρίξιμο δοντιών, και πρόσθεσε ότι λίγοι ήταν αυτοί που θα μπορούσαν να καταλάβουν αυτά τα λόγια.
Ο Ραβί μας δεν έβγαζε τα λόγια του από την Tora αλλά από την ίδια του την καρδιά, και πέρασε κάμποσος καιρός πριν καταφέρω να καταλάβω γιατί μας έλεγε τις εντολές του Νόμου και πρόσθετε: «Επιπλέον εγώ σας λέγω». Μ’ αυτό συμπλήρωνε εκείνο που έλειπε στα λόγια της Tora, και καθημερινά παρήγαγε σε μας τη ζωντανή κατανόηση, γινόμενη αίμα και μετατρεπόμενη σε σάρκα σε μας. Και σε κάποια ευκαιρία επίσης μας είπε ότι το γράμμα των γραφών ήταν πράγμα νεκρό όπως ήταν η φιλοσοφία των Ελλήνων γραμματέων που συνήθιζαν να μας επισκέπτονται και να ακούνε τον ραβί μου, και ότι είχαν ζωή μόνο όταν ο άνθρωπος πήγαινε από τον θάνατο στη ζωή, από αγάπη. Οι ειδήμονες του νόμου και οι γραμματείς προσάρμοζαν τα πάντα σύμφωνα με την Tora και να που οι καρδιές τους ήταν στεγνές περγαμηνές σαν το χαρτί που ήταν αποτυπωμένα τα γραπτά τους. Και για το λόγο αυτό έφτασε η μέρα που πολλοί απ’ αυτούς άρχισαν να μουρμουρίζουν λέγοντας ότι ο Ραβί μου περπατούσε σε δρόμους αμαρτίας. Και ακόμα και η καρδιά των δώδεκα που τον ακολουθούσαμε ταράχτηκε περισσότερες από μια φορά.
Ο Ραβί μου μας έλεγε επίσης, για την βαθμιαία μετάβαση από επαγρύπνηση σε επαγρύπνηση, πάντα προσευχόμενος εν κρυπτώ μιας καρδιάς φλογισμένης, γιατί αυτό το βαθμιαίο ξύπνημα προηγείτο του θανάτου του εφήμερου, χωρίς το οποίο δεν υπάρχει δυνατότητα αιώνιας ζωής. Μας έλεγε ότι χωρίς τον θάνατο αυτό δεν υπάρχει ούτε αγάπη ούτε αναγέννηση. Και μιλούσε επίσης για εκείνο που είχε πει ο Μωυσής στους πατέρες μας, εκείνο το οποίο μας είναι απρόσιτο γιατί είναι το Βασίλειο του Θεού και ήταν στην επιδερμίδα, συγχρόνως και μέσα στο δέρμα, ακόμα και στο πιο κρυφό των οστών και σε όλα μας τα σωθικά, αλλά κυριότερα στην καρδιά μας και στο στόμα μας.
Και αλήθεια, τόσο κοντά μας είναι που ίσως γι’ αυτό ακριβώς δεν μπορούμε να το αντιληφθούμε.
Αλλά εγώ το βρήκα και κατάλαβα τι ήταν.
Και όταν έτσι συνέβη, έπεσα γονατιστός στα πόδια του Ραβί μου, και του είπα:
— «Ραβί, Ραβί, ευλογημένο να είναι το όνομά σου στους αιώνες των αιώνων».
— Και εκείνος απάντησε:
— «Ιούδα, ποτέ μην το ξεχνάς και έτσι θα γίνει, ότι με τον καιρό θα μπορέσει να το καταλάβει και ο άνθρωπος και θα το ξέρει και θα το ζήσει, επειδή θα του δοθεί να εισχωρήσει στην αίσθηση του ότι ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ Ο ΔΡΟΜΟΣ, Η ΑΛΗΘΕΙΑ, ΚΑΙ Η ΖΩΗ».
— Και κοιτάζοντάς με στα μάτια, μου είπε με βαθειά φωνή:
— «Να εδώ μετέτρεψα νερό σε κρασί. Όμως έρχεται η ώρα που ο διάβολος θα μετατρέψει το κρασί σε ξύδι».
— Και ποτέ δεν ξέχασα αυτά τα λόγια. Γι’ αυτό μπορώ τώρα να τα γράψω στην καρδιά σου με πύρινα γράμματα, για να σου δοθεί να ξέρεις και να γνωρίζεις πως ο Θεός βρίσκεται στον ουρανό, στη γη και σε όλα τα μέρη, και πως ο άνθρωπος μπορεί να βρίσκεται στον Θεό από την καρδιά.
Και εκείνο που ήταν το πιο εσώτερο του εαυτού μου, και πιο πραγματικό ακόμα και από το όνομά μου το ίδιο, δεν ήταν μόνο το σώμα μου · ήταν και δεν ήταν · το σώμα μου δεν ήταν παρά ο θάνατος στον οποίο η αγάπη το ξυπνούσε στη ζωή. Και από το ίδιο μου το σώμα θα έπρεπε να ξεκινήσω το δρόμο της επιστροφής. Έτσι επίσης και οι πέτρες στην έρημο, όπως όλα στο Σύμπαν, ήταν γεμάτες από το Θεό, από το Λόγο, όμως για τον άνθρωπο δεν ήταν όλα Θεός ακόμα και όταν ο Θεός είναι όλα.
Έτσι που όταν ο Ραβί μας, μας είπε ότι αν η αγάπη μας για το Θεό μας έφερνε συμφορές και δάκρυα στη γη, ήταν σημάδι ότι το αντίθετο, ο ουρανός, βρισκόταν πολύ κοντά πια από εμάς, και ότι αυτό θα ήταν η παρηγοριά μας, γιατί όλα όσα κλαίνε πάντα έχουν παρηγοριά, ανάλογα με αυτό που τους προκαλεί τα δάκρυα.
Και έτσι μπορέσαμε να καταλάβουμε την παραβολή του Άσωτου Υιού, γιατί όλοι εμείς αρχίσαμε να γινόμαστε Άσωτοι Υιοί. Επίσης από εκείνη την ημέρα κατανόησα και λάτρεψα τη Μαρία, την πόρνη από την Μαγδάλα, και τον τελώνη Levi, γιατί ήταν φανερό ότι και σε κείνους επίσης ο θάνατος ξυπνούσε στη ζωή από αγάπη, έτσι όπως τον Ιωάννη η αγάπη του για τον Ραβί μου τον είχε λυτρώσει από το να περπατά στην κοιλάδα των δακρύων μας.
Και στις καρδιές μας υπήρξε μεγάλη χαρά.
Αλλά στα βάθη του στήθους μου εξακολουθούσε να καίει μια κρυφή ανησυχία, και είχα μεγάλη λαχτάρα να μεταδώσω από το δικό μου στον Ραβί μου Νικόδημο και στους υπόλοιπους γέροντες του Sanedhrin.
Έτσι επίσης μπόρεσα να κατανοήσω ότι τα μέτρα μιας επαγρύπνησης δεν μπορεί να είναι τα ίδια με μιας άλλης. Γιατί στην επαγρύπνηση το αληθινό ον αναπτύσσεται και αναπτύσσεται και μεταμορφώνεται μέχρι που η απόλαυση και ο πόνος παύουν να έχουν πραγματικότητα και μετατρέπονται μόνο σε αιχμηρές μορφές μιας ίδιας ουσίας. Και στον άνθρωπο υπάρχουν έξι τρόποι επαγρύπνησης, έξι τρόποι να εργάζεται. Μερικά είναι έργα του Πατέρα, άλλα είναι έργα του Γιου, άλλα του Αγίου Πνεύματος και επίσης υπάρχουν και του Σατανά, και σε όλα αυτά συναντάς τη ζωή, την αγάπη και τον θάνατο.
Και έμαθα ότι όποιος ξυπνά στο δρόμο της αναγέννησης, πάει από τη μια στην άλλη επαγρύπνηση, και έτσι καταλαβαίνει ότι δεν έχει καμμία αξία για τον άνθρωπο να κερδίσει τη γη αν μ’ αυτό θα χάσει την ψυχή του. Και ότι ο Θεός, ο Παντοδύναμος Πατέρας, ο Δημιουργός του Ουρανού και της Γης, γι’ αυτό έδωσε δύναμη στην Κοινωνία των Αγίων με το Άγιο Πνεύμα του, για τη συγχώρεση και άφεση των αμαρτημάτων και για να έχουν και οι αμαρτωλοί επίσης μέσα τους την αιώνια ζωή στην αιώνια επαγρύπνηση, Αμήν.
Και έτσι όπως η ψυχή σφυρηλατείται σιγά-σιγά, από τη μια επαγρύπνηση στην άλλη, έτσι επίσης οι δυνάμεις που την αποτελούν χάνονται σιγά-σιγά για εκείνον που ξεχνά το Άγιο Πνεύμα. Τίποτα δεν κερδίζεται με μιας, τίποτα δεν χάνεται με μιας. Όλα εξαρτώνται από το πώς ο άνθρωπος προχωρά στον ατέρμονα κύκλο στον οποίο ο Θεός υπάρχει προχωρώντας από τη ζωή, από αγάπη, στον θάνατο και πως ο άνθρωπος ξέρει για την ύπαρξή του πηγαίνοντας από το θάνατο, από αγάπη, στη ζωή.
Γι’ αυτό ο Ραβί μου μιλούσε με εμπορικούς όρους και έλεγε «χάνω», «κερδίζω», γιατί για όλα πρέπει να πληρώσεις μια τιμή, και όταν πληρώνεις ξέρεις ότι είναι εκείνο, ότι είναι το άπειρο και ότι πάει και πάει στην αιωνιότητα.
Επίσης έλεγε ότι μπορούν γιατρευτούν μονάχα όσοι ξέρουν ότι είναι άρρωστοι.
Και όταν τα πλήθη από ζητιάνους, αρρώστους και φτωχούς τον τριγύριζαν, αυτός συνήθιζε να λέει:
«Κοιτάξτε αυτή τη γενιά και σ’ αυτή δείτε πως έχει σκλαβωθεί στην ίδια της την τύφλωση. Αγαπά τον πόνο της και αγαπά τα κακά της. Μου λένε: «Δος μου, δος μου, δος μου», χωρίς καν να τολμήσουν να υποπτευθούν ότι αυτό που μου ζητούν το έχουν μέσα τους και δικαιωματικά. Αλλά μόνο ξέρουν να ζητούν, δεν ξέρουν να παίρνουν. Και είναι άπληστοι, ακόμα και όταν κανείς από αυτούς δεν είναι υπεύθυνος για την τύχη του. Όμως εσείς που βλέπετε, φυλαχτείτε πολύ από το να εμπιστευτείτε αυτό που δεν αναβλύζει από την ίδια σας την καρδιά, γιατί στο δρόμο μου περπατά μονάχα αυτός που θέλει να δίνει. Σ’ αυτούς τους άλλους, όσο τους δίνω θα με ακολουθούν. Αλλά αν τους έλεγα: «Ξυπνήστε για να μάθετε να δίνετε», θα με λιθοβολούσαν. Και θα έρθει η μέρα που θα με λιθοβολήσουν».
Και απομακρύνθηκε από το πλήθος, αλλά η καρδιά του έμεινε με τους φτωχούς, ακόμα και όταν κάτι είχε να πει και γι’ αυτούς επίσης:
«Πόση αμαρτία και πόση αδικία υπάρχει σ’ αυτούς που κάνουν τη φτώχεια τους ένα μέσον και απορρίπτουν το δρόμο της χαράς. Γι’ αυτό εγώ σας λέγω σήμερα: λίγοι είναι οι αληθινά φτωχοί, άθλιοι είναι πολλοί. Και τόσο άθλιος είναι αυτός που κυλιέται στο βούρκο του πλούτου του, όσο και όποιος χαίρεται στο βούρκο της φτώχειας του. Γιατί ο φτωχός που κάνει επάγγελμα τη φτώχεια του είναι ένας κλέφτης που κλέβει την αγάπη που αναβλύζει από μια καρδιά πονετική. Ένας αληθινά φτωχός είναι ευπρόσδεκτος στην καρδιά του Θεού και θα γίνει πλούσιος, γιατί θα λυτρωθεί μέχρι και από την επιθυμία της φτώχειας. Και θα είναι πολλοί οι πλούσιοι στους οποίους θα ανοίξουν οι πόρτες του ουρανού γιατί δεν θα κυλιστούν στο βούρκο τους, και θα είναι πολλοί οι φτωχοί που θα ριχτούν στην κόλαση, εκεί όπου υπάρχει κλάμα και τρίξιμο δοντιών.
Αυτά τα παράξενα λόγια τάραξαν την καρδιά μας, αλλά ο Ραβί μας μας είπε ακόμα περισσότερα:
— «Αυτό που ο άνθρωπος έχει δεν είναι του ανθρώπου, αλλά του Θεού. Και η Χάρη του Θεού φτάνει στους ανθρώπους από την Κοινωνία των Αγίων, τις επτά δυνάμεις που είναι η δεξιά του Πατέρα. Και μία απ’ αυτές σκλαβώνει τον άνθρωπο, απομακρύνοντάς τον από την εσωτερική επαγρύπνησή του και είναι ο πειρασμός του οποίου η αρχή είναι πάντα η λησμονιά του ιερού και του όσιου. Γι’ αυτό πολλοί είναι οι καλεσμένοι, λίγοι οι εκλεκτοί. Αυτοί που εκλέγουν την ενθύμηση της εσωτερικής θεότητας, αυτοί θα είναι οι εκλεκτοί, γιατί γι’ αυτούς η κρίση του Γιου δεν θα είναι λιθοβολημένη».
Κεφάλαιο 9
Το πεπρωμένο του ανθρώπου γινόταν πιο ξεκάθαρο στην αντίληψή μου. Και ένα βράδυ, σε ένα μοναχικό λόφο, ενώ οι έντεκα κοιμούνταν, πλησίασα τον Ραβί μου για να μου πει το νόημα των λόγων του όταν ανάγγειλε ότι θα υπήρχαν ταραχές σε μένα.
«Μη φοβάσαι, Ιούδα», μου είπε. «Και συ επίσης θα με συνοδέψεις και θα με βοηθήσεις στο δρόμο της αναγέννησης για να μπορέσουν να σωθούν ακόμα και άλλοι. Εκείνοι», είπε απλώνοντας το χέρι του προς τους έντεκα που κοιμούνταν, «έχουν βρει την ψυχή τους και υπάρχει ειρήνη στις καρδιές τους. Εσύ, αντίθετα, θα πρέπει να χάσεις την δική σου πριν τη βρεις. Ακόμα δεν μπορείς να σηκώσεις το νόημα των λόγων μου, αλλά σου υπόσχομαι ότι μια μέρα θα καταλάβεις και τότε θα υπάρχει επίσης ειρήνη στην καρδιά σου και η δουλειά σου δεν θα είναι δύσκολη».
Εκείνο το βράδυ ο Ραβί μου με ευλόγησε με ένα παράξενο τρόπο.
Τον ρώτησα αν προφήτευε το ίδιο για όλους, και εκείνος απάντησε:
— «Όχι, Ιούδα. Γιατί το βασίλειό μου δεν είναι αυτού του κόσμου. Αν ήταν, πάει καιρός που στους κροτάφους μου θα είχα μια κορώνα ακόμα πιο λαμπρή από αυτή του Σολομώντα. Αλλά εσύ θα με δεις με κορώνα τέτοια σαν αυτή που βάζει ο κόσμος σε κάθε Γιο του Ανθρώπου. Θα κλάψεις εκείνη την ημέρα, αλλά η ροή των δακρύων σου θα είναι σαν ένα κρυφό ρεύμα στο μεγαλύτερο βάθος του νερού των ποταμών, που οδηγεί σε μια πηγή πέρα από τις κορυφές των βουνών, αντί να οδηγήσει στη θάλασσα. Γι’ αυτό το ρεύμα ζεις και αυτό το ρεύμα θα υπηρετήσεις για να ξανανεβούν και άλλοι το ποτάμι των πεπρωμένων».
Η ανησυχία που μου προκάλεσαν αυτά τα λόγια ήταν μια ώθηση που με βύθισε σε αχανείς αβύσσους, και πάλι αισθάνθηκα εκείνο που είχα αισθανθεί πριν με τα λόγια του Ραβί μου Νικόδημου, εκείνο το να τριγυρίζεις σαν μωρό χαμένο που κλαίει όταν μένει εγκαταλελειμμένο και χωρίς μητρικό στήθος από το οποίο θα πάρει ζωή και αγάπη. Ο Ραβί μου με παρατηρούσε σιωπηλά, και υπήρχε μεγάλη τρυφεράδα στην καρδιά του, και μου είπε:
— «Γρήγορα θα πρέπει να γυρίσεις οπλισμένος με σπαθί, στον κόσμο των ανθρώπων. Θα πας σαν ένα νεογέννητο, όμως μη φοβάσαι την κρίση των ανθρώπων, γιατί η ζωή σου θα είναι ζωή του Πατέρα που ανασταίνει τους νεκρούς. Και θυμήσου ότι ο Πατέρας δεν κρίνει κανένα, γιατί έδωσε όλη την κρίση στο Γιο. Ούτε ακόμα να φοβάσαι αυτούς που σκοτώνουν το κορμί, περισσότερο να φοβάσαι αυτόν που μπορεί να καταστρέψει την ψυχή».
— Θυμήθηκα τότε τον Ραβί μου Νικόδημο και τα βάσανά του, και τον σκέφτηκα για μια στιγμή, τα λόγια του από πολύν καιρό πριν και είπα:
— «Ραβί, Ραβί, λυπήσου με, τον πιο δυστυχισμένο από όλους τους μαθητές σου. Έτσι όπως ο Πατέρας δίνει ζωή και ανασταίνει τους νεκρούς, και έτσι όπως ο Γιος επίσης σ’ αυτούς που αγαπά δίνει ζωή, έτσι εσένα σε ανακηρύττω τώρα Γιο του Θεού, ζωντανό Χριστό, και σε ικετεύω δώσε ζωή, και γαλήνεψε την αγωνία του Ραβί μου Νικόδημου».
— Κράτησα σιωπή και ο Ραβί μου επίσης.
Τότε ένα μεγάλο φως, όπως ποτέ δεν θα μπορέσει να φανταστεί ο άνθρωπος, μας τύλιξε και τους δύο.
Και άκουσα μεγάλους λόγους αλήθειας, ειπωμένους στο Βασίλειο των Ουρανών.
Και προσκύνησα στα πόδια του Ραβί μου, και φώναξα:
«Τώρα ξέρω ποιος είσαι!»
— Αλλά ο Ραβί μου έβαλε το χέρι του επάνω στα χείλη μου, με κοίταξε τρυφερά και μου είπε:
— «Ιούδα, πολυαγαπημένε της καρδιάς μου. Αυτό που είδες, φύλαξέ το ακόμα, γιατί η ώρα μου δεν έχει φτάσει. Και είναι αναγκαίο να εκπληρωθεί το πεπρωμένο, και συ θα με βοηθήσεις σ’ αυτό».
— Και μου είπε πολλά όμορφα λόγια της αλήθειας, χωρίς να μιλήσει · και όλα χαράκτηκαν στην καρδιά μου.
Μετά μιλώντας με το στόμα, μου είπε:
— «Μη φοβάσαι για το Νικόδημο. Σε σένα έγιναν γνωστά πράγματα από τον ουρανό που ο Νικόδημος ακόμα δεν μπορεί να σηκώσει. Γιατί δεν φέρνω ειρήνη, Ιούδα, αλλά σπαθί. Και όποιος από μένα πάρει το σπαθί και κάνει πόλεμο μέσα του, αυτός θα σωθεί γιατί θα αγρυπνά. Δεν υπάρχουν εχθροί της ζωής, υπάρχουν μόνο εχθροί του ανθρώπου. Και έτσι θα σωθεί και ο Νικόδημος επίσης, όταν έχει το σπαθί και δεν το έχει ανάγκη. Έτσι είναι με σένα. Τότε εσύ θα ηρεμήσεις τα νερά και θα κηρύξεις εκείνο που ο Πατέρας θα βάλει στο στόμα σου εκείνη τη στιγμή, γιατί δεν θα είσαι εσύ που μιλάς, αλλά το Πνεύμα του Πατέρα που θα μιλά σε σένα».
— Και κατάλαβα αυτό που ο ραβί μου ήθελε.
— Και έγινε επίσης φωτιά και φως στην καρδιά μου, και έμαθα ότι είχα επίσης σπαθί να δώσω και ότι το σπαθί δίνει πόλεμο σ’ αυτόν που είναι σε ειρήνη, αλλά δίνει ειρήνη σ’ αυτόν που είναι σε πόλεμο.
— Και ευλόγησα τον Πατέρα που είναι στους ουρανούς, και το Μονογενή του Γιο, που ήταν ο Ραβί μου Ιησούς.
— Τότε, αυτός μου είπε:
— «Ιούδα, να είσαι απλός σαν περιστέρι, σώφρονας σαν φίδι».
— Αλλά το σπαθί μου δεν ήταν σαν αυτό του ραβί μου · να που αντί να κόψει τα σχοινιά με τα οποία δένονται τα πόδια των ανθρώπων στα σκοτάδια τα εξώτερα, το δικό μου έπρεπε να κόψει τις άκρες του νήματος με το οποίο η ψυχή στερεώνεται στο φως.
— Και σηκώνοντας τα μάτια στον Ραβί μου, έτσι το είπα. Και είδα στο πρόσωπό του δύο δάκρυα που βγήκαν από τα μάτια του, και τότε με φίλησε με αγάπη και μου είπε:
— «Ιούδα, να που σε λέω φίλο μου, όμως ο κόσμος δύσκολα θα καταλάβει ότι είσαι φίλος μου στο πνεύμα και στ’ αλήθεια. Όμως η ώρα έφτασε να σου πλύνω τα πόδια, γιατί αυτό που είναι αναγκαίο να κάνεις πολύ σύντομα, με δύο τρόπους γίνεται: ή ξέροντάς τα όλα και γιατί, ή αγνοώντας τα. Και ο άνθρωπος πάντα θα προτιμά να αγνοεί την αλήθεια και θα δει ένα μόνο πρόσωπο του Θεού, και στον αποπροσανατολισμό του θα πιστεύει ότι τα έχει γνωρίσει όλα. Όμως εσύ κι εγώ θα κάνουμε το καθήκον μας τώρα όπως πρέπει να αποδοθεί πλήρως η δικαιοσύνη του Πατέρα. Καλότυχος αυτός που μπορεί να κατανοήσει αυτό που τώρα φωλιάζει στην καρδιά σου, Ιούδα».
— Από τα χείλια μου ξεπετάχτηκε το φως που εκεί υπήρχε, και απάντησα:
— «Καλότυχος εσύ, Ραβί μου, γιε του Θεού. Γιατί εσύ είσαι το «ναι» εκεί όπου εγώ θα είμαι το «όχι» για τον άνθρωπο. Να που σε βλέπω σαν το φως που σκορπά τα σκοτάδια και θα είμαι το αντιφέγγισμά σου στα ίδια τα σκοτάδια, για να μάθουν οι άνθρωποι ποιο δρόμο ν’ ακολουθήσουν, ποιο δρόμο ν’ αποφύγουν, στην ψυχή στο φως της αγάπης σου, απ’ όπου αναβλύζει η φλόγα της φωτιάς του ζήλου μου».
— Ο Ραβί μου με ξανακοίταξε και μου είπε:
— «Σύμφωνα με το ζήλο σου μπορεί πολλοί να καταλάβουν ότι εγώ είμαι ο δρόμος, η αλήθεια και η ζωή και δεν θα με απορρίψουν».
— Ξανά η χάρη του μου φώτισε την κατανόησή μου και πρόσθεσα:
— «Όμως εγώ είμαι η έρημος, η φαντασία και ο θάνατος, και πολλοί θα έρθουν σε μένα».
Και για άλλη μια φορά μας τύλιξε το φως, και σ’ αυτό γνώρισα το τρομερό μυστήριο το κρυμμένο στα λόγια τα τόσο συχνά ειπωμένα από τον Ραβί μου:
«Ο Πατέρας κανένα δεν κρίνει, όμως έδωσε όλη την κρίση στο γιο».
Και τρεμούλιασα από τρόμο.
Γιατί ο άνθρωπος το ξέρει αυτό ακόμα και στην άγνοιά του, και γι’ αυτό είχε κατέβει ανάμεσά μας ο Ραβί μας Ιησούς, για να μας δείξει το δρόμο, την αλήθεια και τη ζωή.
Γιατί στην ανθρώπινη καρδιά ποτέ δεν ξεπροβάλλει μια ανησυχία εκτός και αν είναι γρήγορη η παρηγοριά, και δεν υπάρχει πόθος που να μην ανθίσει ακόμα και πριν γεννηθεί.
Και εκείνη τη στιγμή σχηματίστηκε στην καρδιά μου το τάμα της αγάπης προς τον άνθρωπο του κόσμου. Και κατάλαβα την αποστολή μου, εκείνη που μου υποδείκνυε η Χάρη του Θεού στην αγάπη προς τον Ραβί μου και που ο Ραβί μου είχε σπείρει στο στήθος μου. Και ακόμα όταν η ψυχή μου ταπεινώθηκε και από τα μάτια μου ανάβλυσαν άφθονα δάκρυα, κοίταξα προς τα μάτια του και έτσι τον ικέτεψα:
«Ραβί, Ραβί της καρδιάς μου. Να που βλέπω να έρχεται η νύχτα και πως πρέπει να χαθώ στα σκοτάδια της για να σωθεί ο άνθρωπος. Δώσε μου το ποτήρι αυτό, αν αυτό είναι το θέλημά σου και του Πατέρα μας που είναι στους ουρανούς και βοήθησέ με να αντέξω την αγωνία που με περιμένει».
— Τα λόγια μου πνίγηκαν στην απελπισία που αισθανόμουν. Και σηκώνοντας ξανά τα μάτια μου προς αυτόν, τον είδα να κλαίει σιωπηλά αλλά με πίκρα. Γιατί στην καρδιά του υπήρχε περισσότερος πόνος απ’ όσο στην δική μου. Μετά από λίγο, στη μοναξιά της νύχτας, τα λόγια του ανάβλυσαν σαν μουρμουρητό του οποίου η παρηγοριά φώλιασε μέσα μου μέχρι που έγινε η νύχτα της ψυχής μου και ήρθαν σ’ αυτήν τα σκοτάδια. Μου είπε:
— «Ιούδα, να που στο όνομα του Πατέρα, σου υπόσχομαι ότι εκείνη τη στιγμή θα βγάλω το αγκάθι του πόνου από την ευφυία σου και θα σε φωτίζει μονάχα η φλόγα του ζήλου σου. Έτσι που χάρη σ’ αυτόν να περάσει το ποτήρι της αγωνίας που θα πρέπει να αισθανθείς όταν έρθει η ώρα μας. Και στο πιο μυστικό μέρος σου θα ξέρεις ότι ούτε ακόμα και ο Πατέρας δεν θα σε κρίνει και η κρίση μου θα είναι κρίση και όχι καταδίκη. Γιατί αυτό που είναι απαραίτητο να κάνεις θα πρέπει να το κάνεις για μένα και για τη ζωή του ανθρώπου».
Κατάλαβα τότε ότι ο Ραβί μου κι εγώ είμαστε ενωμένοι στην αιωνιότητα. Πως εκεί που εκείνος θα πήγαινε εκεί θα ήμουν κι εγώ επίσης. Εγώ σ’ αυτόν και αυτός σε μένα. Γιατί μέχρι τότε μιλούσε πάντα για την «ώρα του», και να τώρα που έλεγε «ώρα μας».
Και έτσι ήταν, έτσι είναι, και έτσι πάντα θα είναι γι’ αυτόν που δεν έχει μάτια ούτε αυτιά.
Και γι’ αυτό πρόσθεσε εκείνος:
— «Όμως ακόμα τρέχει ο χρόνος, και μαζί του η ύπαρξή μας».
— Θα ήθελα εγώ τώρα να φωτίσω στην καρδιά σου την αλήθεια των πραγμάτων, γιατί δεν ήταν θέλημά μου αλλά του Πατέρα και του Ραβί μου αυτό που έγινε εκείνη τη σημαδιακή νύχτα. Και γι’ αυτό επίσης τις μέρες του Πάσχα υφάνθηκε η πλοκή με τέτοιο τρόπο που ο ζήλος μου μίκρυνε το φως και έμεινε μόνο η φωτιά να λάμπει. Όμως δεν ήταν όλα έκδηλα και ούτε ακόμα είναι τελείως. Για μένα τα σκοτάδια που έπρεπε να υπάρχουν έφτασαν τη στιγμή ακριβώς που ο Ραβί μου, συμπονώντας με, έβρεξε τη μπουκιά της λησμονιάς.
— Γιατί έτσι όπως ο άνθρωπος καθορίζει το φως του Ραβί μου για να προσανατολίσει τον δρόμο του προς τον Πατέρα, έτσι επίσης καθορίζει το φως του ζήλου μου για να μην πληγωθεί στα βράχια της ερήμου. Γιατί είναι ο Ραβί μου που φωτίζει το δρόμο προς την πληρότητα του Θεού, κι εγώ αυτός που τον φωτίζει στην ξηρασία στην οποία γυρίζει και γυρίζει στον παντοτινό κύκλο της φαντασίας όταν τον σέρνει μόνο ο ζήλος. Καλότυχος αυτός που μπορεί να ακολουθήσει τον Ραβί μου χωρίς ν’ ακούσει τη φωνή μου · καλότυχος όποιος ακούει την φωνή μου και σ’ αυτή αναγνωρίζει επίσης τον Ραβί μου, γιατί μόνο έτσι θα μπορέσει να καταλάβει ότι δεν είναι δυνατόν να υπηρετείς τον Μαμμωνά με τη Χάρη του Θεού.
Το φως του Ραβί μου με είχε κάνει να καταλάβω ότι όταν υπάρχει φως και λάμψη στην καρδιά του ανθρώπου θα του δοθεί να καταλάβει ότι υπάρχει δρόμος γιατί υπάρχει έρημος, και υπάρχει αλήθεια γιατί υπάρχει φαντασία, και ζωή χάρις στον θάνατο. Γιατί όντας πλάσμα του Θεού, όμοιος είναι με το Θεό. Αλλά υπάρχει δρόμος μονάχα γι’ αυτόν που αισθάνεται σε έρημο, και αλήθεια για κείνον που υποφέρει μέσα στην φαντασία. Έτσι επίσης υπάρχει ζωή για όποιον αναγνωρίζει τον θάνατο στον εαυτό του και πεθαίνει και ξαναγεννιέται στην εσωτερική επαγρύπνησή του, προσευχόμενος. Να εδώ που ο άνθρωπος αισθάνεται την ξηρασία της ερήμου από τη χάρη του δρόμου και αναγνωρίζει την φαντασία στο φως της αλήθειας γιατί αν ο άνθρωπος δεν γνώριζε το φως από την αρχή των καιρών πως θα γινόταν να αναγνωρίζει τα σκοτάδια;
— Και επειδή ήταν το φως του αυτό που μου επέτρεπε να βλέπω, ο Ραβί μου ήξερε για την κατανόησή μου και μου είπε εκείνο το βράδυ:
— «Ακόμα έχεις να δεις περισσότερα, Ιούδα».
Κεφάλαιο 10
Και για τρίτη φορά μας τύλιξε το φως.
Και σ’ αυτό ο Ραβί μου οδήγησε την αντίληψή μου στα πόδια του Πατέρα μας που είναι στους ουρανούς.
Και τον είδα να κάθεται στα δεξιά του Θεού.
Και εγώ έμεινα στ’ αριστερά.
Όμως ο Πατέρας, ο Ραβί μου, και εγώ είμαστε μόνο ένα πράγμα σ’ εκείνη τη στιγμή.
Και μπροστά στα μάτια μου ξετυλίχτηκε η ζωή πολλαπλασιαζόμενη στα έργα του Ραβί μου, γιατί μαζί με όλη τη ζωή έλαμπε πιο πλήρης η ζωή του ανθρώπου. Σ’ αυτήν την πληρότητα τα έργα του ραβί μου μετατρέπονταν σε έργα πολλών ανθρώπων, επίσης τα δικά μου έργα ήταν ήδη πολλαπλασιασμένα.
Και έτσι όπως αυτό ήταν το κρυφό υφαντό όλου του κόσμου, έτσι ήταν επίσης το κρυφό υφαντό στη ζωή του ανθρώπου του ίδιου.
Στον άνθρωπο, όπως και στον κόσμο ολόκληρο, όλα αρχίζουν από τον Πατέρα, στην ανθρώπινη καρδιά προηγείτο από τη φωνή της συνείδησης, τη φωνή του πόθου για το Καλό. Και αυτή ήταν η φωνή του Ιωάννη του Βαπτιστή που κατεύθυνε τους δρόμους του Κυρίου. Και είχε μαθητές στον κόσμο και στον άνθρωπο · άλλοι άκουγαν και άλλοι δεν μπορούσαν να το κάνουν. Και έτσι όπως ο Ιωάννης ο Βαπτιστής αντανακλούσε και ανάγγελλε, ένα φως ανώτερο, έτσι επίσης ήταν και πάντα θα είναι η γέννηση του δρόμου, η αλήθεια και η ζωή στον άνθρωπο. Γιατί ο Ραβί μου ήταν γεννημένος από μία συγγενή του Βαπτιστή. Από το ίδιο αίμα ήταν και οι δύο. Κι εγώ, γεννημένος στους μακρινούς τόπους του Kariot, γεννημένος ήμουν από άλλο αίμα.
Όλα όσα έβλεπα στο φως της κατανόησής μου, πολλαπλασιάζονταν σε εκατομμύρια διαφορετικές μορφές, αλλά ήταν μονάχα η ζωή του Πατέρα προσπαθώντας ώστε ο άνθρωπος να είχε επίσης μια ευφυία απ’ αυτή.
Και αυτή η ευφυία ανάβλυζε από το ατένισμα των γεγονότων στον εαυτό τους, από τον άνθρωπο και στον άνθρωπο. Γιατί στον πρώτο καιρό του εκείνος που είναι ο Σωτήρας του ανθρώπου πρέπει να ξεφύγει από τη μανία του Ηρώδη και να παραμείνει κρυμμένος μέχρι να μεγαλώσει. Γιατί κάθε ανθρώπινο ον έχει έναν Ηρώδη μέσα του, μαζί με ένα Βαπτιστή και ένα Ιησού. Και κάθε άνθρωπος υφίσταται επίσης την επιδρομή ενός καταπιεστή ξένου προς το Ισραήλ, όμως πρέπει να ψάξει για το σπόρο του πόνου του στο ίδιο το Ισραήλ, μέσα του. Και θα δει τους Φαρισαίους, και τους Σαδδουκαίους και τις λεγεώνες των κουτσών, τυφλών, λεπρών και ζητιάνων απλώνοντας το χέρι ζητώντας συμπόνια. Και θα έχει ένα Τελώνη όπως το Λεβί, και μία πόρνη όπως τη Μαγδαληνή, και ένα Πέτρο και έναν Ιωάννη. Επίσης ένα Πιλάτο κι εμένα, τον Ιούδα, αυτός που θα πρέπει να τον πουλήσει στον κόσμο.
«Ιούδα, ατένισε τον κόσμο», μου είπε ο Ραβί μου, «γιατί είναι η Ζωή του Θεού, και τίποτα σ’ αυτόν δεν υπάρχει νεκρό, τίποτα δεν μπορεί να πεθάνει. Όλα όσα είναι Ζωή είναι Θεός, και κάθε Ζωή κατεβαίνει για να ανέβει μετά. Ο Θεός, ο Πατέρας που είναι στους ουρανούς, τα περιέχει όλα μέσα του, αλλά δεν υπάρχει μόνο για τον άνθρωπο αλλά βρίσκεται σε όλα και είναι όλα όσα είναι. Αλλά μόνο στον άνθρωπο έχει δοθεί να απολαμβάνει την εξυπνάδα της πραγματικότητάς του. Και όταν η κατανόησή του ανοίγει στο Λόγο γίνεται γιος του Θεού, γιατί για τον άνθρωπο στην αρχή είναι ο Λόγος και ο Λόγος είναι με το Θεό και είναι Θεός. Και εσένα σου λέω τώρα, ότι οτιδήποτε κι αν συμβεί, και οτιδήποτε και αν κάνεις, στην αγάπη του Πατέρα θα είσαι γιατί τώρα ξέρεις πως να αγιάσεις το όνομά του. Και ακόμα όταν πιστέψεις κάποια μέρα ότι είπες κακό για το Άγιο Πνεύμα του, δεν θα είναι δικό σου το σφάλμα γιατί μια δύναμη ανώτερη από εσένα θα σε αγκαλιάσει με τη φλόγα της και θα ξεχάσεις το φως. Τέτοια είναι η αφοσίωσή σου ώστε έτσι να εκπληρωθεί κάθε δικαιοσύνη. Γιατί εγώ θα πρέπει να πεθάνω, να κατεβώ στην κόλαση και την τρίτη μέρα να αναστηθώ ανάμεσα στους νεκρού, γιατί ο Πατέρας μου έχει δώσει ζωή για να έχω ζωή δική μου και για χάρη αυτής της ζωής του Πατέρα όλα πρέπει να ανεβούν μαζί μου, όπως είναι αναγκαίο όλα να ανεβαίνουν προς την πληρότητα του Θεού».
Κεφάλαιο 11
Έτσι έμεινε υφασμένο το πεπρωμένο του ανθρώπου για πολύ καιρό. Και σ’ αυτό το υφαντό όλοι υπήρξαμε ένα νήμα που πολλαπλασιάστηκε άπειρες φορές στο χρόνο.
Συνέβη μια μέρα που έφτασαν «ορισμένοι Έλληνες» που ήθελαν επίσης να ανεβούν στην Ιερουσαλήμ για να λατρέψουν στη γιορτή. Και μίλησαν με τον Φίλιππο και ο Φίλιππος το είπε στον Ανδρέα, και οι δύο το είπαν στον Ραβί μου.
Και ο Ραβί μου και οι Έλληνες μίλησαν μυστικά. Και μετά ο Ραβί μου μας μάζεψε όλους για να μας αναγγείλει:
«Η ώρα φτάνει που ο γιος του ανθρώπου θα δοξαστεί».
Και κοιτάζοντάς με στα μάτια μου άναψε την ανάμνηση της νύχτας μας στο βουνό και πρόσθεσε:
— «Αλήθεια, αλήθεια σας λέω ότι αν ο κόκκος του σταριού δεν πέσει στη γη και πεθάνει, αυτός μένει μόνο · όμως εάν πέθαινε, πολύ καρπό θα απέδιδε».
— Αυτές οι λέξεις αντήχησαν στην καρδιά μου και στην αντίληψή μου επίσης, κατάλαβα ότι έτσι όπως ο κόκκος του σταριού πολύ καρπό φέρνει με τον θάνατό του σε καλή γη, έτσι και τα ζιζάνια δίνουν πολύ καρπό στην ίδια γη με το στάρι. Γιατί το φως και η φωτιά φαίνονται μαζί, και η φλόγα του ζήλου μπορεί να γίνει φως και κάρβουνο αναμμένο. Αλλά ο Ραβί μου, που διάβαζε στην καρδιά μου, ύψωσε τη φωνή του και είπε ακόμα:
— «Αυτός που αγαπά τη ζωή του, θα την χάσει, και αυτός που περιφρονεί τη ζωή του σ’ αυτό τον κόσμο θα την φυλάξει για αιώνια ζωή. Αν κάποιος με υπηρέτησε, ας με ακολουθήσει, και όπου εγώ θα βρίσκομαι, εκεί θα είναι και ο υπηρέτης μου επίσης».
— Σώπασε μια στιγμή, και κοιτώντας μας όλους στα μάτια μας είπε χωρίς λόγια αυτό που ο καθένας έπρεπε να καταλάβει και να κάνει. Και ακουμπώντας το βλέμμα του σε μένα, ηρέμησε την ταραχή του στήθους μου, λέγοντας:
— «Αν κάποιος με υπηρετήσει, ο Πατέρας μου θα τον τιμήσει.»
— «Τότε ήταν θολωμένη η ψυχή μου, και τι να πω; Πατέρα σώσε με από αυτήν την ώρα. Όμως γι’ αυτό ήρθα σ’ αυτή την ώρα».
Και ξανά μπόρεσα να καταλάβω σε ποια ώρα αναφερόταν ο Ραβί μου, γιατί ο καιρός του δεν ήταν μόνο ο καιρός του Ισραήλ εκείνων των ημερών, αλλά ο καιρός που θα έπρεπε να πολλαπλασιαστεί για τη δόξα του Θεού. Και σ’ αυτό τον πολλαπλασιασμό, αυτό που ήταν τώρα ένα και θείο στον Ραβί μου, θα γινόταν πολλά εξίσου θεία στη δόξα του Θεού και με την χάρη του Αγίου Πνεύματος. Και σ’ αυτή τη χάρη, ο Ραβί μου αναφώνησε με φωνή σαν κεραυνός που ακόμα και τώρα αντηχεί στα βάθη της συνείδησης κάθε ανθρώπινου όντος:
— «Πατέρα: Δόξασε το όνομά σου!»
Τότε όλοι γονατίσαμε μπροστά του. Και όλοι φωτίστηκαν και η φωνή των ουρανών μίλησε στην καρδιά του καθενός παλλόμενη με τον ενθουσιασμό που ο Ραβί μου μας άναβε. Και όλοι μπορέσαμε ν’ ακούσουμε τη φωνή απ’ τον ουρανό:
«Και το εδόξασα και πάλι θα το δοξάσω.»
Και αυτή η φωνή ηχεί και αντηχεί και επίσης πολλαπλασιάζεται όπως πριν είχε πολλαπλασιαστεί σε άλλες μορφές και θα συνεχίσει να πολλαπλασιάζεται στους αιώνες των αιώνων. Και σ’ αυτό τον πολλαπλασιασμό θα έρθουν πολλές ώρες φωτός μονάχα όταν η ώρα των σκοταδιών καταπιέζει την καρδιά του ανθρώπου.
Το «πλήθος» είπε ότι ήταν η φωνή ενός αγγέλου, όμως ο Ραβί μου απλώνοντας το χέρι επάνω σε όλους, μας είπε:
— «Δεν ήρθε αυτή η φωνή εξαιτίας μου, αλλά εξαιτίας δικής σας».
— Και το θαύμα έγινε για τον πολλαπλασιασμό του, έτσι όπως ο Ραβί μου είχε πολλαπλασιάσει κάποτε τα ψωμιά και τα ψάρια. Ψωμιά για τους πεινασμένους και ψάρια γι’ αυτούς που έχοντας δοκιμάσει το ψωμί έκαναν όρκο ψαράδων για να δοξάσουν το Θεό.
— Ο Ραβί μου μας ξαναείπε:
— «Τώρα είναι η κρίση αυτού του κόσμου · τώρα ο πρίγκιπας αυτού του κόσμου θα διωχθεί».
— Και προς χάριν του θαύματος που είχε ήδη γίνει έξω από τον κόσμο, μας ανάγγειλε την υπόσχεσή του για όλους τους καιρούς.
— «Και αν εγώ σηκωθώ από τη γη, όλους θα τους φέρω κοντά μου».
— Μ’ αυτό ο Ραβί μας δίδαξε το θαύμα κάθε πολλαπλασιασμού.
— Και κάθε ένας από εμάς αισθάνθηκε το βάρος και συγχρόνως τη δόξα του Νόμου και της Χάρης του Θεού. Και ο καθένας κατάλαβε τι ήταν ανάγκη να κάνει, γιατί καθένας, ακολουθώντας το Ραβί μου, έπαιρνε επίσης πολλούς μαζί του. Αλλά θα πήγαιναν μαζί του μονάχα όποιοι ήθελαν να το κάνουν.
Κεφάλαιο 12
Τότε ήταν που ο Ραβί μου με έστειλε πριν απ’ αυτόν στην Ιερουσαλήμ, προειδοποιώντας με:
«Ιούδα, μη φοβάσαι αυτούς που σκοτώνουν το σώμα αλλά αυτούς που μπορούν να σκοτώσουν την ψυχή».
Η Ιερουσαλήμ έβραζε από ψιθύρους. Και η εμφάνισή μου δεν ήταν ίδια με πριν, γιατί είχα πάψει να είμαι ένας Φαρισαίος. Γι’ αυτό οι παλιοί μου φίλοι δεν με αναγνώρισαν ούτε στους δρόμους ούτε στο ναό. Όμως ο Νικόδημος με αναγνώρισε και μιλήσαμε σχετικά με το Ραβί μου.
Ο Νικόδημος ήταν ανήσυχος από την πολιτική αναταραχή που υπήρχε στην πόλη. Ο Ηρώδης και οι δικοί του, όπως και οι ζηλωτές, περίμεναν την είσοδο του Ραβί μου το Πάσχα για να αρχίσουν την επανάσταση ενάντια στη Ρώμη. Όμως εγώ εξήγησα στο Νικόδημο αυτό που είχε εξηγήσει σε μένα ο Ραβί μου Ιησούς, ότι το βασίλειό του δεν είναι αυτού του κόσμου.
Ένας δέκαρχος Ρωμαίος, φίλος του Νικόδημου, υποπτευόταν τον Ραβί μου και με ανέκρινε με μεγάλο ζήλο, γιατί ήθελε να καθοδηγήσει την συμπεριφορά του Πόντιου Πιλάτου. Του εξήγησα ότι ο Ραβί μου δίδασκε τη λατρεία προς τον Πατέρα που βρίσκεται στους ουρανούς και όχι προς τον Καίσαρα, ακόμα και αφού ο Καίσαρ ο Ρωμαίος ήταν επίσης έργο του ίδιου Πατέρα, ο Θεός του Ισραήλ ήταν ο μοναδικός αληθινός Θεός. Ο δέκαρχος γέλασε με τα λόγια μου, όμως εγώ τον άφησα ήσυχο. Γιατί ο Ραβί μου μας είχε διδάξει να μην κρίνουμε και στο θαύμα της δόξασης του Πατέρα στους αιώνες των αιώνων, ήταν αναγκαίο το φως του να έπεφτε όμοια στους δίκαιους και αμαρτωλούς.
Όμως ο Ραβί μου Νικόδημος δεν καταλάβαινε τη δικαιοσύνη του Πατέρα παρά μόνο τη δικαιοσύνη του Νόμου. Αλλά ήθελε να καταλάβει, γιατί στην καρδιά του το προαίσθημα ήταν δυνατό και η επιθυμία να υπηρετήσει τον Κύριο, ισχυρή. Γι’ αυτό μου ζήτησε να τον διδάξω την βάπτιση με την φλόγα του Αγίου Πνεύματος.
Και αναπολώντας το φως του Ραβί μου, του είπα:
— «Νικόδημε, αδελφέ. Το Άγιο Πνεύμα είναι άγιο γιατί είναι αόρατο, άηχο και άπιαστο έξω από την καρδιά του ανθρώπου. Αλλά υπάρχουν αυτοί που τους φτάνει σαν ένα άρωμα και σε άλλους με τη γεύση από γάλα και μέλι που έφαγαν οι πατέρες μας, εκείνοι που ήξεραν ποιά ήταν η γη της επαγγελίας των Εβραίων. Γι’ αυτό το Άγιο Πνεύμα δεν μεταδίδεται με τα λόγια αυτού του κόσμου. Γιατί είναι άσπιλο και όταν αγγίζει τα πράγματα αυτού του κόσμου σπιλώνεται. Γι’ αυτό ο Ραβί μου επιμένει λέγοντάς μας: «καλότυχοι όσοι έχουν αγνή καρδιά, γιατί αυτοί θα δουν το Θεό». Μπορούσε να είναι διαφορετικά Νικόδημε; Ακόμα και στην αντίληψη του κάθε αμαρτωλού λάμπει το φως, όμως όλοι οι αμαρτωλοί δεν νοιώθουν αμαρτωλοί και γι’ αυτό δεν τολμούν όλοι να γυρίσουν το πρόσωπο σ’ αυτό. Γιατί δεν υπάρχει φως ούτε φωτιά του Αγίου Πνεύματος γι’ αυτόν που δεν υποφέρει στα σκοτάδια. Και μια αγνή καρδιά πρέπει να είναι κενή και καθαρή εντελώς, εκτός από την λαχτάρα του Θεού που ο ίδιος ο Θεός έσπειρε στους πρώτους πατέρες μας. Είναι περισσότερο το φως από τη φλόγα, αλλά η σπίθα δεν είναι τίποτα λιγότερο από το φως»
— Ο Νικόδημος δίστασε μια στιγμή σαστισμένος.
— «Ο Νόμος είναι αναγκαίο να τηρείται από τους γέροντες του Ισραήλ. Πώς, λοιπόν, ο Ραβί σου ισχυρίζεται ότι φυτεύεται στην καρδιά του πλήθους;», μου είπε.
— Κι εγώ απάντησα:
— «Ο Νόμος φτάνει στους ανθρώπους από τη Χάρη του Θεού, γιατί πριν ο κόσμος να υπάρξει, ο Πατέρας είναι. Έτσι και με τον Ραβί μου. Πριν υπάρξει ο Αβραάμ, αυτός είναι».
— «Βλαστημάς, Ιούδα», φώναξε ο Νικόδημος.
— «Η ειρήνη του Κυρίου να είναι μαζί σου, Νικόδημε».
— «Και με το πνεύμα σου».
— Και έπρεπε να φύγω από τον Νικόδημο, όμως ήξερα ότι το φως θα αυξανόταν στην κατανόησή του, γιατί αν και ακόμα και ο Μεγάλος Ιερέας ανησυχούσε από τα έργα του Ραβί μου, σε όλους έκαιγε η ελπίδα της λύτρωσης.
Όταν έφτασα στο προαύλιο του Ναού συνάντησα τον Καϊάφα. Ξέροντας με για μαθητή του Χριστού, επίσης με ανέκρινε.
— «Θα θέλαμε να ενεργήσουμε με φρόνηση, Ιούδα», μου είπε. «Όμως θα πρέπει να διαφυλάξουμε το ζήλο της παράδοσης για να μην χαθεί ο λαός».
— «Ο Ραβί μου δεν ήρθε για να καταργήσει τους Νόμους ή τους προφήτες, αλλά ήρθε για να τους συμπληρώσει».
— Η οργή φάνηκε στο πρόσωπό του, και σ’ αυτή είδα μια αντανάκλαση εκείνου του οράματος στο οποίο υπήρχε ήδη το θαύμα και πολλαπλασιαζόταν. Είδα εκείνη τη στιγμή πως το πρόσωπο του Καϊάφα και ακόμα και οι σκέψεις του και τα αισθήματά του επίσης πολλαπλασιάζονταν στους καιρούς που θα έπρεπε να έρθουν.
— «Μήπως θέλεις να πεις ότι δεν τηρούμε του Νόμους;»
— «Ο Ραβί μου έχει πει ότι δεν θα δουν το βασίλειο των ουρανών όλοι όσοι φωνάζουν «Κύριε, Κύριε», αλλά εκείνος που κάνει το θέλημα του Πατέρα που βρίσκεται στους ουρανούς».
— «Και πως θα γνωρίσουμε αυτή την θέληση αν δεν ερμηνεύσουμε τον Νόμο του Μωυσή;»
— «Προσδοκώντας την χάρη του Ραβί μου Ιησού».
— Και έφυγα από κοντά του.
Εκείνο το βράδυ, ανήσυχος, αγρυπνούσα προσευχόμενος όπως μας είχε διδάξει ο Ραβί μας Ιησούς · και στη μέση των προσευχών μου άκουσα τη φωνή του να πάλλεται μέσα στο στήθος μου:
«Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ! Που έχοντας μάτια δεν βλέπεις, και ακοή δεν ακούς. Και κάθε λέξη προφήτη είναι λιθοβολημένη σε σένα. Και έτσι γίνεται με τον άνθρωπο στην κουτή του αντίληψη. Μια μέρα θα φωνάζει «Ωσαννά!» και την επόμενη «Σταυρώστε τον!» Και σ’ όλα αυτά υπάρχει αλήθεια, και έτσι πρέπει να είναι. Γιατί στον λιθοβολισμό υπάρχει επίσης δικαιοσύνη. Γιατί οι πέτρες γίνονται ψωμί και το ψωμί Άγιο Πνεύμα όταν εκτελείς το θέλημα του Θεού. Είναι θολή η ομιλία μου, αλλά δεν είναι θολές οι λέξεις, γιατί το φως λάμπει στην καρδιά του ανθρώπου για να μπορεί να ανοίξει την κατανόησή του».
Παρηγορήθηκα στην αγωνία μου, γιατί είδα ότι μέλος του ανθρώπου ήταν η Ιερουσαλήμ στον θαυματουργό πολλαπλασιασμό που ήξερα πια καλά. Και καθώς υπήρχε ένας κρυφός πόλεμος ανάμεσα στον έπαρχο του ξένου εισβολέα και στους φύλακες του Νόμου του Θεού, και όπως στον ανελέητο κρυφό πόλεμο ανάμεσα στους δύο αναδυόταν ο πόνος του πλήθους των υπάρξεων που από αυτούς εξαρτώνταν, και όπως, και οι δύο το αγνοούσαν, υπήρχε πόνος και μιζέρια στο Ισραήλ!
Έμαθα εκείνη τη στιγμή ότι ο Ραβί μου θα έμπαινε στην Ιερουσαλήμ.
Και έτσι έγινε.
Μερικές μέρες μετά μπήκε ανεβασμένος στα καπούλια ενός μικρού γαϊδουριού και όχι επάνω σε άλογο. Ερχόταν με ειρήνη και ταπεινότητα και όχι για πόλεμο. Γιατί ήταν απαραίτητο ο άνθρωπος να είναι ασφαλής και ασφαλής μπορούσε να είναι μόνο μη κάνοντας βία, αλλά αφήνοντας να τον δουν μόνο αυτοί που έχουν μάτια και ακοή για να βλέπουν και ακούν.
Ο Άννας, ο Καϊάφας, ο Ρωμαίος δέκαρχος που μιλούσε για λογαριασμό του Πιλάτου και διάφοροι φαρισαίοι συζήτησαν τρεις νύχτες πριν από τη γιορτή του Πάσχα. Ο Νικόδημος αντιτάχθηκε στη βία που ήθελε ο Καϊάφας και έστειλε να με φωνάξουν.
Και όταν αποτραβήχτηκε μαζί με τον ρωμαίο δέκαρχο έμεινα μόνος με τον Καϊάφα και τον Άννα.
— «Ποιες προθέσεις κινούν τον Ραβί σου, Ιούδα;» μου είπαν.
— «Ότι ο άνθρωπος γνωρίζει την αλήθεια και είναι ελεύθερος», απάντησα.
Και οι δύο χαμογέλασαν χωρίς να κρύψουν την περιφρόνησή τους.
— «Είναι απαραίτητο να τον συλλάβουμε», είπε ο Άννας.
Η καρδιά μου χτύπησε γεμάτη αγωνία, ένοιωσα την δύναμη του Ραβί μου να με σπρώχνει να μιλήσω.
«Εγώ μπορώ να σας πω που θα βρείτε τον Χριστό», ανάγγειλα.
Και οι δύο με κοίταξαν με έκπληξη. Και κείνη τη στιγμή κατάλαβα πως η Χάρη του Θεού λειτουργούσε επίσης στην κατανόηση τους, γιατί περισσότερο από τον Ραβί μου αυτοί ήθελαν τον Χριστό. Έτσι κανονίσαμε μια συνάντηση για το επόμενο βράδυ.
Και το ανάγγειλα στον Νικόδημο. Και ο Νικόδημος κατάλαβε, ακόμα και όταν τα μάτια του γέμισαν δάκρυα και σ’ αυτά είδα την συμπόνια του για μένα.
Επτά μέρες πριν να έρθει ο Ραβί μου στην Ιερουσαλήμ κοιμήθηκα στην Βιθυνία στο σπίτι του Λαζάρου του αναστημένου και κοινωνήσαμε μαζί με τη Μάρθα και τη Μαρία. Και σ’ αυτή την κοινωνία έφτασε σε μας ξανά ο λόγος παρηγοριάς του Ραβί μας, λέγοντας σε καθένα στα βάθη της ίδιας του της καρδιάς:
«Τύφλωσε την ακοή τους και σκλήρυνε την καρδιά τους · για να μη βλέπουν με τα μάτια και καταλαβαίνουν με την καρδιά και μεταβάλλονται κι εγώ τους θεραπεύω». Τότε έμαθα ότι ο πολλαπλασιασμός επαναλάμβανε την ψυχή των πραγμάτων γιατί αυτά τα λόγια ήταν του Ησαία, και κατάλαβα γιατί οι πρίγκιπες των φαρισαίων επίσης ποθούσαν και πίστευαν στον Ραβί μου Ιησού γνωρίζοντάς τον σαν ζωντανό Χριστό, όμως φοβούνταν την μανία των αρχηγών της συναγωγής γιατί αγαπούσαν περισσότερο τη δόξα των ανθρώπων από τη δόξα του Θεού.
Και όλα ήταν όπως έπρεπε να είναι.
Γιατί ξανά μας μίλησε ο λόγος του Χριστού στην καρδιά και επανέλαβε:
«Αν ο σπόρος του σταριού δεν πέσει στη γη και πεθάνει, αυτός μόνο μένει · όμως αν πέθαινε, θα φέρει πολύ καρπό».
Και όλοι μας ξέραμε ότι η ζωή του Κυρίου ήταν στα χέρια του Ραβί μας ο οποίος είχε έρθει να σπείρει για όλους τους καιρούς που θα έρθουν, όπως πριν από αυτόν είχαν σπείρει οι πατέρες μας με τον Νόμο και τους προφήτες. Όμως αυτός ο καρπός, καινούριος καρπός ήταν. Αλλά δεν μπορούσαν όλοι να σηκώσουν αυτά τα λόγια.
Κεφάλαιο 13
Την επόμενη μέρα, έξι ημέρες πριν απ’ το Πάσχα, ο Ραβί μου έφτασε στη Βιθυνία.
Και οι έξι ημέρες πέρασαν γεμάτες δράση και ζωή. Κάθε μέρα σημάδεψε τον χρόνο της στον πολλαπλασιασμό των γεγονότων, μέχρι το τέλος.
Και ο Ραβί μας μας αγάπησε όλους, μέχρι το τέλος.
Την πέμπτη ημέρα, το βράδυ, μας πήρε στο δείπνο του.
Και μας είπε:
— «Σήμερα είναι η πέμπτη ημέρα πριν το Πάσχα. Και το Πάσχα ο Πατέρας μου θα δοξαστεί».
— Και μας έπλυνε τα πόδια.
— Όμως δεν έμειναν όλοι καθαροί.
Και στη σιωπή που ακολούθησε τα λόγια του, όταν υπήρχε ανησυχία σε όλους, ο Ραβί μου είπε:
— «Δεν μιλώ για όλους εσάς · εγώ ξέρω ποιους έχω εκλέξει. Αυτός που τρώει ψωμί μαζί μου σήκωσε εναντίον μου τη φτέρνα του. Από τώρα σας το λέω, ώστε όταν συμβεί να πιστέψετε ότι εγώ είμαι. Αλήθεια σας λέγω: αυτός που δέχεται αυτόν που εγώ θα στείλω δέχεται εμένα · αυτός που εμένα δέχεται, δέχεται αυτόν που με έστειλε».
Κατόπιν, μέσα στην ανησυχία όλων μας, όταν τον ρώτησε ο Ιωάννης ποιος θα ήταν αυτός που θα τον προδώσει, ανάγγειλε:
— «Αυτός στον οποίο θα δώσω το βρεγμένο ψωμί».
Και απλώνοντας το χέρι με το βρεγμένο ψωμί, μου το πρόσφερε και εγώ το πήρα. Και τα μάτια του με κοίταξαν γεμάτα συμπόνια και τα δικά μου βουτηγμένα στα δάκρυα ήταν, γιατί η ψυχή μου σφιγγόταν από τρόμο. Εκείνη τη στιγμή, ο Ραβί μου με κοίταξε και στο βλέμμα του έβαλε την θύμηση εκείνης της νύχτας στο βουνό όταν με είχε πάει στα αριστερά του Πατέρα μας που βρίσκεται στους ουρανούς.
— Και συμπονώντας, μου είπε:
— «Αυτό που κάνεις, κάνε το πιο γρήγορα».
Και κατάπια την μπουκιά ...
Και όταν την είχα καταπιεί, ο πολλαπλασιασμός των πράξεών μου έμεινε για όλους τους καιρούς.
Και ο χρόνος που υφάνθηκε εκείνο το βράδυ από τον Ραβί μου Ιησού έφτασε στο τέλος του, γιατί έτσι είναι αναγκαίο για να δοξαστεί ο Πατέρας που είναι στους ουρανούς.
Τρώγοντας το βρεγμένο ψωμί εκείνο το βράδυ ένοιωσα να πέφτει επάνω μου η αμπάρα του χρόνου, και το Αιώνιο, η πληρότητα του Θεού που είχα γνωρίσει στην αγάπη του Ραβί μου, δεν υπήρχε πια στην καρδιά μου. Η κατανόηση μου θόλωσε και είδα τον εαυτό μου γονατισμένο μπροστά στο θάνατο και φοβισμένο γιατί τα σκοτάδια θα απλώνονταν στο χρόνο μέχρι που η καταπίεση που υποφέρει ο άνθρωπος στην πτώση του θα τον έκανε να ξαναθρηνήσει και να ζητιανέψει το φως.
Και ο Σατανάς μίλησε στο αίμα μου με πύρινες λέξεις:
«Ξέχασε το φως που υπήρξε».
Και άρχισα να αισθάνομαι το αύριο.
Τότε αισθάνθηκα ότι δεν ήμουν πια κύριος του είναι μου, αλλά σκλάβος του μελλούμενου και έπεσαν στο νου μου τα σκοτάδια της γης. Και αυτά που ήταν αντανακλάσεις του είναι του φωτός έλαμψαν σ’ αυτά πολλαπλασιάζοντας τις σκιές, και ήταν μια εναλλασσόμενη ποικιλία χρωμάτων αλλά σε καμμία δεν υπήρχε η πρωταρχική λευκότητα.
Και έπεσα στη λησμονιά του ίδιου μου του Ραβί και πια δεν ήμουν σ’ αυτόν. Και, ωστόσο, το φως του έμεινε να καίει στα σκοτάδια μου, όμως δεν μπορούσα να το δω. Τότε τα μάτια του Ραβί μου με κοίταξαν και για μια στιγμή αισθάνθηκα τον οίκτο του στην ίδια μου την καρδιά, αλλά πολύ γρήγορα μεταβλήθηκε σε θυμό και μίσος γιατί με το βρεγμένο ψωμί είχε διαλυθεί όλη η πληρότητα που αυτός ο ίδιος μου είχε δώσει.
Πίστεψα τότε στον θάνατο.
Και η πίκρα μου μεταβλήθηκε σε δύναμή μου.
Και έπραξα. Αλλά δεν έπραξα από εμένα τον ίδιο, γιατί όλη μου η δύναμη μου είχε αφαιρεθεί έτσι που όποιος έχει μάτια να βλέπει, και ακοή ν’ ακούει.
Γιατί σ’ αυτά τα λόγια μου δεν υπάρχει μια συλλαβή που να μην λέει κάτι, ούτε ένας λόγος που να μην εννοεί κάποιο χρόνο.
Αλλά τίποτα από το Ραβί μου δεν είναι του χρόνου και τα λόγια του επαναλαμβάνονται τώρα όπως σε όλους τους καιρούς: «Το βασίλειό μου δεν είναι αυτού του κόσμου».
Και μέσα από μένα πρόσθεσε: «Αυτός ο κόσμος είναι στο βασίλειο, όμως όχι όπως είμαι εγώ. Και αυτό που από τον κόσμο θα μπορούσε να είναι του βασιλείου, αιωρούμενο είναι, κρεμασμένο από ένα κλαδί, χωρίς πληρότητα, χωρίς ο εγκέφαλος και η καρδιά να ακουμπάνε τον ουρανό, χωρίς τα πόδια να πατάνε τη γη».
«Άνθρωπε, της γενιάς Maya: σε δεκατρία μέρη έχω διηγηθεί αυτό που έχω μάθει για τον Ιούδα. Μέχρι το ένατο προχώρησε ζευγαρωμένος από την αγάπη του Ιησού ο οποίος του έπλυνε τα πόδια, αλλά δεν έμεινε εντελώς καθαρός γιατί στο δεύτερο κύκλο του ένατου πούλησε τον ζωντανό Χριστό στον κόσμο και πληρώθηκε η Γραφή.
Γιατί όταν ο Ιούδας έφτασε με μια συντροφιά και τους υπουργούς των ποντίφικων και των φαρισαίων, ο Ιησούς τους ρώτησε:
— «Ποιόν ψάχνετε;»
— Κι εκείνοι απάντησαν:
— «Τον Ιησού Ναζωραίο».
— Και αυτός είπε:
— «Εγώ είμαι».
— Και εκείνοι γύρισαν πίσω και έπεσαν στη γη.
— Και για δεύτερη φορά ο Ιησούς τους ρώτησε ποιον έψαχναν, και για δεύτερη φορά του είπαν: τον Ιησού το Ναζωραίο.
— Και για δεύτερη φορά εκείνος είπε:
— «Εγώ είμαι γιατί αν εμένα ψάχνετε αφήστε να φύγουν αυτοί».
— Οι απεσταλμένοι του πρίγκιπα αυτού του κόσμου ρώτησαν δύο φορές, όχι περισσότερο.
— Και μ’ αυτό επίσης εκπληρώθηκε η Γραφή.
— Γιατί οι έντεκα έμειναν σώοι.
— Και έτσι το πνεύμα παραμένει στους ουρανούς, το σώμα στη γη.
— Που πηγαίνεις την ψυχή;